ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο Ματιέ Ζατόν και η απογείωση του Μοντρέ

o-matie-zaton-kai-i-apogeiosi-toy-montre-2038771

«Νεαρέ, έλα αύριο να μας βοηθήσεις λίγο στα παρασκήνια». Να μια φράση, που μπορεί να σου μεταμορφώσει τη ζωή. Ηταν το 1994 όταν ο 19χρονος φοιτητής τουριστικών επαγγελμάτων Ματιέ Ζατόν συνάντησε τον Κλοντ Νομπς, θρυλικό ιδρυτή του Φεστιβάλ Τζαζ του Μοντρέ. Το 2014 ο 39χρονος διανύει τη δεύτερη χρονιά του ως επικεφαλής του MJF, αφού πέρασε πρώτα από όλα τα πόστα προτού διαδεχθεί τον πρόσφατα χαμένο Νομπς: δουλειές του ποδαριού πίσω από τη σκηνή, υπεύθυνος υποδοχής των καλλιτεχνών, εμπορικός διευθυντής. Το σημαντικότερο: ο πιτσιρίκος που ανδρώθηκε επαγγελματικά backstage, ήταν εκείνος που έδωσε νέα πνοή στο ιστορικό φεστιβάλ, ανοίγοντας ακόμα και τζαζ καφέ με την επωνυμία του Μοντρέ σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Εξωστρέφεια

Λίγες ημέρες μετά τη λήξη της φετινής διοργάνωσης μιλάει στην «Κ» για το πώς ένας καλλιτεχνικά και οικονομικά επιτυχημένος θεσμός προσδίδει κύρος στον τόπο που φιλοξενείται, υπερηφάνεια στους κατοίκους, ενώ αποτελεί τον ευφυέστερο τρόπο διαφήμισης και εξασφάλισης οικονομικών πόρων. Δεν υπάρχει σπουδαίος καλλιτέχνης που να μην έχει περάσει από τη σκηνή του Μοντρέ (από τον Μάιλς Ντέιβις και την Ελα Φιτζέραλντ μέχρι τους Πινκ Φλόιντ και τον Στίβι Γουόντερ), οικοδομώντας με τα χρόνια ένα σπουδαίο πολιτιστικό κεφάλαιο για την Ελβετία που φημιζόταν για τις αγελάδες, τις σοκολάτες και τα ρολόγια αλλά όχι τη μουσική.

«Ενας από τους κυριότερους λόγους ίδρυσης του φεστιβάλ τη δεκαετία του ’60, ήταν το να γίνει ευρύτερα γνωστό το Μοντρέ ως τουριστικός προορισμός, που ήταν μια μικρή και ασήμαντη πόλη. Σήμερα, η διεθνής αναγνωρισιμότητά του είναι τέτοια που ολόκληρη η χώρα επωφελείται από τη λαμπρή πορεία του. Παράλληλα, γίναμε “εξαγώγιμο προϊόν” καθώς πραγματοποιούνται συναυλίες τζαζ σε διάφορες αδελφοποιημένες πόλεις με το Μοντρέ ανά τον κόσμο, με τη δική μας αιγίδα».

Στρατηγική ανάπτυξης

«Επρόκειτο για μια στρατηγική ανάπτυξης που μας βοήθησε να κρατήσουμε το φεστιβάλ σε λογικό μέγεθος, έτσι ώστε να συμβαδίζει με τις δυνατότητες υποδοχής κοινού και τουριστών της πόλης μας. Το να γιγαντώσεις μια διοργάνωση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορείς να διατηρήσεις και την ποιότητά της.

Το πρώτο μας franchise με μουσική τζαζ ήταν στα αεροδρόμια Γενεύης και Ζυρίχης και ύστερα μέσα στο πολυκατάστημα Harrods του Λονδίνου, όπου ανοίξαμε ένα τζαζ καφέ με πολύ προσεγμένο μενού. Ακολούθησε το Παρίσι. Σε όλα αυτά τα σημεία, οι επισκέπτες δεν απολαμβάνουν μονάχα τη μουσική αλλά έχουν πλήρη πρόσβαση στα αρχεία μας, τα οποία από πέρυσι έχουν χαρακτηριστεί άυλη πνευματική κληρονομιά της ανθρωπότητας από την UNESCO. Ενα φεστιβάλ που σέβεται τον εαυτό του δεν περιορίζεται στη διοργάνωση αλλά διαχέεται στον χώρο και τον χρόνο, σχηματίζοντας σταδιακά το δικό του καλλιτεχνικό ήθος, το ξεχωριστό του στίγμα».

Η συζήτηση με τον Ζατόν καταλήγει αναπόφευκτα στην οικονομική κρίση της Ελλάδας και τη (χαμένη;) ευκαιρία της χώρας μας να κάνει τον πολιτισμό εργαλείο ανάπτυξης και εξασφάλισης εσόδων: «Μέσα στις δύο εβδομάδες που διαρκεί το φεστιβάλ μας, χωρίς να υπολογίσουμε καμιά από τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις ή δράσεις μας εκτός συνόρων, η πόλη μας των 15.000 κατοίκων γίνεται πλουσιότερη κατά 50 εκατομμύρια ευρώ. Τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα, τα εστιατόρια επίσης».

Πλέγμα δράσεων

«Σε δεύτερη φάση» συνεχίζει ο Ζατόν, «το φεστιβάλ που θεωρείται ένα από τα κορυφαία πολιτιστικά γεγονότα της χώρας μαζί με την ισχυρότερη φουάρ του κόσμου την Art Basel και το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Λοκάρνο, κάνουν την Ελβετία έναν πόλο έλξης για τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες, μουσικούς, κινηματογραφιστές και ηθοποιούς. Αλλά και για τους συλλέκτες, τους φιλότεχνους και φιλόμουσους. Προσπαθούμε όλοι όσοι εργαζόμαστε στους θεσμούς αυτούς να ξεχωρίζουμε για την ποιότητα και τη συνέπειά μας, καθώς έχουμε πλήρη ενσυναίσθηση της τεράστιας σημασίας τους για την εικόνα της Ελβετίας διεθνώς αλλά και για την τόνωση της οικονομίας σε τοπικό επίπεδο».

Παρά την οικονομική ύφεση που ταλαιπωρεί την Ευρώπη, ο διευθυντής του Φεστιβάλ του Μοντρέ διαπιστώνει ότι η καινούργια τάση είναι η κινητικότητα του νεανικού κοινού: «Υπάρχουν αρκετά φθηνές πτήσεις που επιτρέπουν σε κάποιον από τη Βαρκελώνη να έρθει στη Γενεύη και από εκεί να πάει στο Λονδίνο. Και οικονομικά καταλύματα που δεν αυξάνουν το κόστος του ταξιδιού. Για να πείσεις όμως έναν νέο που έχει στη διάθεσή του ο,τι τραγούδι θέλει στον υπολογιστή ή στο κινητό του, είναι να του προσφέρεις μια εκπληκτική σκηνική εμπειρία…».