ΠΡΟΣΩΠΑ

Π. Βουλγαράκη: «Είδα τους γονείς μου να καταρρέουν»

24s3mus

Η χειραψία της Παυλίνας Βουλγαράκη είναι γερή. Νέα τραγουδοποιός, φρέσκο πρόσωπο, με καλή φωνή που έχει ένα ιδιαίτερο γρέζι. Και επιπλέον ένα ωραίο, ευγενικό χαμόγελο. «Μοιάζεις του μπαμπά σου», της λέω προτού κουβεντιάσουμε για τον πρώτο της δίσκο, που θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο. «Δεν μου αρέσει καθόλου όταν μου το λένε, θέλω να μοιάζω στη μαμά», απαντά.

Η μεγαλύτερη από τα παιδιά της οικογένειας Βουλγαράκη – Πελέκη περιγράφει τον εαυτό της σαν αρχηγό της σπιτικής συμμορίας. Σκαρφάλωνε σε δέντρα, έμπαινε ώς τα 16 της σε μισογκρεμισμένα σπίτια θεωρώντας τα στοιχειωμένα, άφηνε τη φαντασία της ελεύθερη.

Οτι τραγουδάει κι έχει καλή φωνή ακουγόταν τα τελευταία χρόνια, κυρίως με τις χειμωνιάτικες εμφανίσεις της στον «Σταυρό του Νότου» και σε κάποια μπαράκια. Επειτα κυκλοφόρησε το σινγκλ «Εδώ», μια ερωτική μπαλάντα. Της αρέσει το «έντεχνο ροκ με μεσογειακά στοιχεία». Τέτοια τραγούδια γράφει, αν και ακόμη μάλλον αναζητά το προσωπικό της ύφος. Είναι και στο τελευταίο έτος της Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και δεν θέλει να αφήνει εκκρεμότητες.

Οι περισσότερες κόρες πολιτικών που ασχολούνται με την τέχνη (Αγγελική Παπαθεμελή, Λένα Παπαληγούρα, Αμαλία Αρσένη) διάλεξαν το θέατρο. Για την Παυλίνα Βουλγαράκη οι στίχοι και τα ποιήματα ήταν μια διέξοδος. Καλοκαίρι του 2007, ο αδερφός της κάνει μαθήματα κιθάρας. Τότε την άκουσε ο δάσκαλός του και τη ρώτησε αν θέλει να λάβει μέρος σε ένα αφιέρωμα στον Θάνο Μικρούτσικο. «Τρελάθηκα γιατί λατρεύω τα τραγούδια του». Στη συναυλία από την ντροπή της τραγουδούσε πιο σιγά απ’ όλους. Οταν, όμως, ο συνθέτης τής είπε ότι «είναι χρέος να συνεχίσεις, όχι προς τον εαυτό σου, αλλά προς τους υπολοίπους», κόντεψε να λιποθυμήσει.

Ηταν 17 ετών κι έγραφε πολύ, στην προσπάθειά της μάλλον να ξορκίσει δικούς της δαίμονες. Παρότι μέλος ενός σχολικού ροκ συγκροτήματος, ένιωθε άβολα μπροστά στον κόσμο. «Αρχισα να έχω stage fright, τον τρόμο της σκηνής, και κοινωνικό άγχος, να παθαίνω κρίσεις πανικού και να αποφεύγω τα live».

Το 2011 αποφασίζει να κάνει μαθήματα φωνητικής και σκηνικής παρουσίας και απευθύνεται στην Κατερίνα Παπακωνσταντίνου (ανιψιά του δημοφιλούς ερμηνευτή). «Εκείνη μου πρότεινε το “Εργαστηριάκι” του Γιώργου Θεοφάνους. Ο καλύτερος μαθητής κέρδιζε ένα δισκογραφικό συμβόλαιο». Ετσι γνώρισε την Ευρυδίκη στο μάθημα της stage performance. «Στο πρώτο μάθημα είχα κλειστά τα ματιά επειδή φοβόμουν να τα ανοίξω. Στο δεύτερο και σε πολλά ακόμη της είχα πλάτη. Μέχρι που ένιωσα πραγματικά ασφαλής».

Η εποχή του σκανδάλου

Το μουσικό συμβόλαιο το κέρδισε, αλλά δεν προχώρησε γιατί θεώρησε ότι «έπρεπε να βρω την καλλιτεχνική μου ταυτότητα προτού εξοικειωθώ με τη σκηνή». Επιπλέον, αισθανόταν περισσότερο δημιουργός γράφοντας μικρές ιστορίες που δεν είχε δει κανείς. «Ομως σύντομα η ζωή μού έμαθε πως ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει». Ηταν η εποχή που ξέσπασε το σκάνδαλο με τον πατέρα της.

«Σκοτεινά χρόνια», όπως λέει. «Εκτός απ’ τα γεγονότα που γνωρίζουν όσοι ασχολούνται με την πολιτική, υπήρξαν και οι συνέπειες. Πώς το αντιμετώπισε η μητέρα μου, ο πατέρας μου, μεταξύ τους, με εμάς τα παιδιά. Η φοβία που είχα με τον κόσμο υπήρχε, όμως τότε εκτροχιάστηκε το πρόβλημά μου. Είχα απομονωθεί και, όταν έβγαινα, μου ήταν δύσκολο». Η Ρωξάνη, η καλύτερή της φίλη, τη στήριζε. «Εκείνο που με τάραξε ήταν τα δικαστήρια της μητέρας μου». Τα λέει και κομπιάζει, σταματά και ξαναρχίζει με φανερό βάρος αλλά και αποφασιστικότητα. «Ο κόσμος έχει τη δική του γνώμη, εγώ τη δική μου. Αλλά πώς να πεις “είμαι αθώος”. Εκείνη δεν ήταν πολιτικό πρόσωπο, αλλά είχε κάνει τα συμβόλαια του Βατοπεδίου. Αισθάνθηκα κοντά και με τους δύο. Ομως εκεί που είχα συνηθίσει τους γονείς μου να είναι άτρωτοι και δυναμικοί, τους έβλεπα να καταρρέουν. Επρεπε ως μεγαλύτερο παιδί να πάρω τα πράγματα στα χέρια μου».

Ηταν η εποχή που η αυθάδεια της δήλωσης «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» ξεσήκωσε πολλούς. Αισθάνθηκε ποτέ να δικαιώνεται η πολύ παλαιότερη ρήση «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα»; «Δεν τόλμησα, ούτε είχα την πολυτέλεια. Τα πράγματα ήταν τόσο εκτός ορίων εκείνη την περίοδο. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες… Ηξερα, όμως, ότι, μόλις σταθούν στα πόδια τους, θα στενοχωρηθούν και οι ίδιοι για πράγματα που μπορεί να είχαν κάνει σ’ αυτό το διάστημα». Λέει ότι δεν κρατούσε κακία για την τότε συμπεριφορά τους: «Στην εξουσία και την αδυναμία φαίνεται ο πραγματικός εαυτός».

«Το σπίτι ήταν ένα πένθος»

Στην ερώτηση αν χώρισαν, απαντάει: «Τώρα είναι καλύτερα, γιατί οι ίδιοι επαναπροσδιόρισαν τις προτεραιότητές τους. Παλιά, το σπίτι ήταν ένα πένθος. Τα φώτα ήταν πάντα σβηστά. Η μόνη μου διέξοδος ήταν η ψυχίατρός μου. Πέντε χρόνια έπαιρνα αντικαταθλιπτικά. Δεν μπορώ να πω ότι μάθαινα κάτι, ήμουν σαν ρομπότ».

Στα πρώτα της βήματα την προσέγγισαν εκείνοι του λεγόμενου εμπορικού τραγουδιού. «Είσαι όμορφη, θα χάσεις πέντε κιλά, θα κάνεις τόσα εξώφυλλα», της είπε γνωστός μάνατζερ. Στόχος της, όμως, «δεν ήταν η πίστα αλλά η σκηνή». Κι όσο κι αν έχει πολλούς οικογενειακούς γνωστούς από τον πρώτο χώρο, όπως ο Αντώνης Ρέμος που «τον γνωρίζω και τον θαυμάζω», εκείνη λατρεύει τον Γιάννη Αγγελάκα και τον εύστοχο λόγο του. Της αρέσει ο Γιάννης Χαρούλης, «πεθαίνει» για τον Παύλο Σιδηρόπουλο, θαυμάζει την πένα της Λίνας Νικολακοπούλου αλλά και τη ροκ πλευρά της Ευρυδίκης και του Κοργιαλά.

Στην αρχή, πολλοί ήταν επιφυλακτικοί μαζί της στις λάιβ βραδιές. Ακόμη και κάποιοι καλλιτέχνες «που με πλησίασαν μόνοι τους, όταν μάθαιναν το όνομά μου, “την έκαναν”». Οταν ο πατέρας μου ήταν στα πρωτοσέλιδα και νόμιζαν ότι έχει τα εκατομμύρια των εκατομμυρίων, έβλεπαν εμένα να δουλεύω στον “Σταυρό του Νότου” 6-7 ώρες για 50 ευρώ. Και νόμιζαν ότι τους κορόιδευα».

Την ίδια εποχή βγήκε και η φίλη της στο Δημοτικό Αμαλία Αρσένη στο θέατρο, αλλά ήταν αλλιώς. «Ο πατέρας μου δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός, ήταν στο νούμερο τρία που θεωρούσε ο κόσμος ένοχο».

Κάπου εκεί μου ξεφουρνίζει: «Δεν ασχολούμαι με την πολιτική και δεν ψήφισα ποτέ μου Ν.Δ.». Το λέει παθιασμένα δηλώνοντας σχεδόν με παιδικότητα: «Στις εκλογές ψήφισα Στέφανο Μάνο». Φυσικά και επηρεάστηκε από το σπίτι της, αλλά: «Ηθελα να τα πάρω από την αρχή. Στη ΔΑΠ ήμουν κατά λάθος, με γράψανε. Οταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, μου λέει ο πατέρας: “Πήγαινε, βρε παιδί μου, σε μια συνέλευση, τόσος κόσμος μας στηρίζει από κει”. Πήγα, παρακολουθούσα επί ώρες και στο τέλος χειροκρότησα το λόγο μιας κνίτισσας». «Τι κάνεις;» ρωτούσε έντρομος μετά ο πατήρ Βουλγαράκης.

Σε εκείνον όμως οφείλει την ευελιξία να μπορεί να πηγαίνει από το ένα μουσικό είδος στο άλλο. «Ξυπνούσε στις πέντε το πρωί και από τις επτά άρχιζαν στο σπίτι οι μουσικές. Μποτσέλι, Κάλλας, Ξυλούρης, Πάριος, Ρέμος, Μπιτλς, Τερζής. Τα πιο ετερόκλητα ακούσματα», λέει με αγάπη.

Ερωτικές μπαλάντες

Τα τραγούδια της είναι ερωτικές μπαλάντες, αλλά μου δείχνει στο κινητό της το «Ανθρωποι μόνοι» για να με πείσει ότι οι στίχοι της έχουν κοινωνικές αναφορές. Η ομάδα της τής συνέστησε να μην το συμπεριλάβει στον πρώτο της δίσκο. «Το είχα γράψει όταν η μητέρα μου ήταν στα δικαστήρια. Το έβγαλα από το cd γιατί κατανοώ αυτό που μου λένε. Δεν μπορεί όλη η Ελλάδα να έχει μια άποψη για τη μητέρα μου κι εγώ να τραγουδάω “σε έναν κόσμο τόσο άδειο, μάνα, δώσε μου κουράγιο”. Είναι προκλητικό». Κάποια στιγμή θα τα βγάλει κι αυτά. «Είναι άλλωστε κομμάτι του εαυτού μου». Οπως το «Εδώ» (Cobalt Music) που σκηνοθέτησε ο Στέφανος Σιταράς και τη δείχνει να περπατάει ξυπόλυτη στην πόλη. «Οταν δεν αντέχω τα τακούνια, γυρίζω ξυπόλυτη. Οσο για στίχους, γράφω μόνο τα βράδια, ποτέ από εικόνες, παρά μόνον από βιώματα. Εχω πολλά απ’ αυτά».