ΠΡΟΣΩΠΑ

Brigitte Bardot: Ενας θρύλος κλείνει τα 80

bb--2
bard

Οταν ήταν μικρή, ονειρευόταν να γίνει μπαλαρίνα. Μόνο μπροστά στον καθρέφτη της αίθουσας χορού αισθανόταν όμορφη. Εκεί ξεχνούσε τα χοντρά γυαλιά που φορούσε (για τη θεραπεία της αμβλυωπίας από την οποία έπασχε) και τα άχαρα σιδεράκια στα δόντια της. Φορούσε τις πουέντ και «πετούσε» μακριά απ’ όλα όσα τη γέμισαν θλίψη και ανασφάλεια. Εγινε ηθοποιός από έρωτα. Για το χατίρι του Ροζέ Βαντίμ. Από στάρλετ μεταμορφώθηκε σε σταρ, θαμπώνοντας άντρες και γυναίκες με τον «αθώο» αισθησιασμό της, με την απροσποίητη σεξουαλικότητα που ανέβλυζε από κάθε πόρο του κορμιού της, με τη λαχτάρα για ζωή που εξέπεμπε.

Το 1960, μόλις τέσσερα χρόνια μετά την κυκλοφορία της θρυλικής ταινίας «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», περισσότερες από 30.000 φωτογραφίες της είχαν δημοσιευθεί. Στην πατρίδα της, τη Γαλλία, ήταν κάτι περισσότερο από διασημότητα. Ηταν θεσμός. Εκείνη τη χρονιά, σε συνέντευξή της περιέγραψε τη ζωή της σαν «μια μεγάλη ευχάριστη φυλακή» και ευχήθηκε «να σταματήσουν να μιλούν τόσο πολύ για μένα». Ηταν πια η Μπε Μπε, ανήκε σε όλο τον κόσμο. Δεν το άντεξε. «Δεν μπορούσα πια να υποφέρω την προσποίηση, το άγχος, την ψεύτικη λάμψη», έχει πει.

Το 1973, έπειτα από 48 ταινίες και 80 τραγούδια (το άλλο πάθος της, μετά το χορό), αποφάσισε να ρίξει ένα βαρύ ριντό ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον της. Αρνήθηκε πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε ένα ακόμη φιλμ, στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο, έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων, και απομονώθηκε στο κτήμα της. Είχε ήδη κάνει δυο-τρεις απόπειρες αυτοκτονίας και είχε ξαφνιάσει το κοινό της λέγοντας «είμαι νέα, είμαι όμορφη, είμαι πλούσια, είμαι δυστυχισμένη». Πολλοί θεώρησαν πως επρόκειτο για καπρίτσιο. Μερικοί μίλησαν για διαφημιστικό κόλπο. Θα της λείψουν τα φώτα της δημοσιότητας, είπαν άλλοι. Τίποτε από όλα αυτά δεν ίσχυε. Αληθινή ήταν μόνο η ανάγκη της να ορίσει, επιτέλους, η ίδια τη ζωή της, με τους δικούς της όρους, να κάνει ένα νέο ξεκίνημα.

Στις 28 Σεπτεμβρίου η Μπριζίτ Μπαρντό θα γιορτάσει τα 80ά γενέθλιά της στη φάρμα της, Madrague. Δίπλα της θα είναι ο επί 22 χρόνια σύζυγός της Μπερνάρ ντ’ Ορμάλ, πρώην σύμβουλος του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας, ίσως λιγοστοί φίλοι και, φυσικά, τα δεκάδες ζώα στα οποία έχει προσφέρει καταφύγιο. Δεν αισθάνεται πολύ καλά τελευταία. Πάσχει από σοβαρής μορφής αρθρίτιδα. «Σχεδόν δεν μπορώ πια να περπατήσω. Ούτε να κολυμπήσω. Αλλά είμαι τυχερή όταν βλέπω πόσο υποφέρουν τα ζώα στον πλανήτη. Τότε σκέφτομαι πως δεν έχω δικαίωμα να παραπονιέμαι για τίποτα», έχει πει στους Financial Times.

Φοράει πάντα μαύρα. Μερικές φορές στολίζει τα μαλλιά της με λουλούδια, όπως τότε που ήταν η Μπε Μπε. Δεν διαβάζει ποτέ τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τη ζωή της, δεν βλέπει τις ταινίες της, απεχθάνεται τις φωτογραφίες. «Δεν είμαι απαγκιστρωμένη από το παρελθόν. Οι αναμνήσεις με γεμίζουν αρνητική ενέργεια», επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία. Εδώ και δεκαετίες, δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τις ρυτίδες της. Εχει δηλώσει την απέχθειά της για τις πλαστικές επεμβάσεις: «Δεν ξεγελάς κανέναν με τα λίφτινγκ. Αλλωστε, τώρα πια κοιτάζομαι σπάνια στον καθρέφτη, με ενδιαφέρουν διαφορετικά πράγματα». Ανάμεσα σε αυτά είναι και η πολιτική. Η Μπριζίτ Μπαρντό είναι θαυμάστρια της Μαρίν Λεπέν. «Μόνο εκείνη μπορεί να σώσει τη Γαλλία, σαν μια Ζαν ντ’ Αρκ του 21ου αιώνα», δήλωσε προ ημερών στο Paris Match. Πολλές φορές έχει εκφράσει τις ακροδεξιές πεποιθήσεις της. Θα ήταν άδικο, όμως, να την προσδιορίσει κανείς βάσει αυτών και μόνο. Πέρα από τη μικρή ή μεγάλη επανάσταση που έφερε στον κινηματογράφο, πέρα από την επιρροή της στη μόδα και την ποπ κουλτούρα, είναι μια γυναίκα που κατάφερε να ορίσει η ίδια το πεπρωμένο της.

Οπως δήλωσε στην εφημερίδα La Repubblica, αδιαφορεί για τις εκδηλώσεις και τα αφιερώματα που θα γίνουν για τα γενέθλιά της. «Κι αν γινόταν να ξαναγεννηθείτε, πώς θα θέλατε να είναι η ζωή σας;» τη ρώτησε ο Ιταλός δημοσιογράφος. «Θα ήθελα να είμαι ένα άγριο άλογο, για να τρέχω μακριά από τους άντρες…»

Οι άνθρωποι (και τα ζώα) που τη σημάδεψαν

Ροζέ Βαντίμ, ο πρώτος έρωτας

Είναι ένα ανοιξιάτικο βράδυ του 1949 και ο ανερχόμενος σκηνοθέτης Ροζέ Βαντίμ κάνει μπεϊμπισίτινγκ στον γιο ενός φιλικού ζευγαριού. Σκίζει σελίδες περιοδικών και του φτιάχνει χάρτινα αεροπλανάκια. Τότε τη βλέπει για πρώτη φορά. Το κορίτσι με το φόρεμα στο χρώμα του κυκλάμινου στο εξώφυλλο του ELLE τού κόβει την ανάσα. Θα είναι ιδανική πρωταγωνίστρια στην ταινία «Le trou normand» που έχει στα σκαριά. Πρέπει να τη γνωρίσει. Το καταφέρνει μέσω της Ελέν Λαζαρέφ, αρχισυντάκτριας του περιοδικού.

Συναντά την Μπριζίτ λίγες εβδομάδες μετά. Θαμπώνεται από την ομορφιά της. «Οι γάμπες της ήταν θεϊκές!» έγραψε χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του. Η νεαρή αισθάνεται αμηχανία και προσπαθεί να τον εντυπωσιάσει με τσιτάτα διάσημων συγγραφέων τα οποία έχει αποστηθίσει. «Σύμφωνα με τον Μπαλζάκ, χάρη είναι να δείχνεις αυτό που πραγματικά είσαι», του λέει με σοβαρό ύφος. Είναι μόλις 15 ετών κι εκείνος 21. Κάπως έτσι ανάβει η φλόγα ενός έρωτα που θα απειλήσει να κάψει το συντηρητικό σπιτικό της οικογένειας Μπαρντό.

Οι γονείς της ούτε θέλουν να ακούσουν τα σχέδιά της για καριέρα στον κινηματογράφο και συμβίωση με τον Βαντίμ. Μια απόπειρα αυτοκτονίας θα τους κάνει να υποχωρήσουν. Μοναδικός όρος; Να περιμένει μέχρι να γίνει δεκαοκτώ ετών. Πράγματι, ο γάμος τους γίνεται στις 21 Δεκεμβρίου 1952. Η Μπριζίτ, μολονότι δεν αγαπά το σινεμά, αφήνεται σαν πλαστελίνη στα χέρια του, για να τον ευχαριστήσει. Τον λατρεύει και είναι τόση η ανασφάλειά της μήπως δεν του αρέσει, που κοιμάται μακιγιαρισμένη. Για να μην ξυπνήσει το πρωί και τη δει απεριποίητη.

Το 1956, όταν στις αίθουσες βγαίνει το φιλμ «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», ο Βαντίμ έχει καταφέρει από στάρλετ να τη μετατρέψει σε σταρ. Ομως, η σχέση τους έχει ήδη αρχίσει να κλονίζεται. Την έχουν κουράσει οι απιστίες του, η αστάθειά του και η αδυναμία του να κοντρολάρει τις εξαρτήσεις του (αλκοόλ και τυχερά παιχνίδια). Του αγοράζει μια Chrysler και του ζητά διαζύγιο.

Νικολά, ο γιος που δεν ήθελε

Η πρώτη φορά που μένει έγκυος είναι στα δεκαεπτά – από τον Ροζέ Βαντίμ. Κρυφά από τους γονείς της, ταξιδεύει μαζί του στην Ελβετία για την έκτρωση. Η δεύτερη φορά είναι λίγο πριν χωρίσουν. Η διακοπή της κύησης είναι και πάλι μονόδρομος για την Μπριζίτ, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει καμία απολύτως λαχτάρα να γίνει μητέρα. Ομως, προκύπτουν σοβαρές επιπλοκές στο χειρουργείο κοντεύει να πεθάνει.

Η τρίτη εγκυμοσύνη προκύπτει το 1959, στη διάρκεια της σχέσης της με τον κωμικό Ζακ Σαριέ. Ανεπιθύμητη κι αυτή. Αλλά η προειδοποίηση του γυναικολόγου της είναι σαφής: θα υπάρξει μεγάλος κίνδυνος για τη ζωή της αν προχωρήσει σε έκτρωση. Αναζητά παντού γιατρό διατεθειμένο να κάνει την επέμβαση. Μάταια. Κανείς -ακόμη και με το δέλεαρ τεράστιων για την εποχή ποσών- δεν ρισκάρει να χειρουργήσει μια τόσο διάσημη γυναίκα.

Η Μπαρντό, απελπισμένη, αποφασίζει να παντρευτεί τον Σαριέ. «Δεν τον αγαπούσα αρκετά για να αντιμετωπίσω τη ζωή μαζί του. Αλλά φοβόμουν να βρεθώ μόνη και ανύπαντρη μητέρα. Αλλωστε, από τους δυο μας, εκείνος είχε το μητρικό ένστικτο», ομολογεί στην αυτοβιογραφία της. Οι μήνες που ακολουθούν είναι μαρτυρικοί. Περισσότεροι από εκατό φωτογράφοι και δημοσιογράφοι έχουν κατασκηνώσει έξω από το σπίτι του ζευγαριού. Η ηθοποιός έχει μονίμως κλειστά τα παράθυρα, δεν βγαίνει ούτε καν στη βεράντα.

Το μωρό γεννιέται στις 11 Ιανουαρίου 1960, έπειτα από έναν ιδιαίτερα δύσκολο και επώδυνο τοκετό. Της ανακοινώνουν ότι είναι αγόρι. «Δεν με ενδιαφέρει. Δεν θέλω να το ξαναδώ», απαντά εκείνη. Ο μοναχογιός της βαφτίζεται Νικολά. Το 1962, όταν εκδίδεται το διαζύγιό τους, παραχωρεί στον Σαριέ την κηδεμονία του. Ελάχιστα θα ιδωθούν έκτοτε. Το 1984, ο Νικολά εγκαθίσταται μονίμως στο Οσλο, μετά το γάμο του με μια Νορβηγίδα – η μητέρα του δεν έχει προσκληθεί στην τελετή.

Η Μπριζίτ Μπαρντό δεν θα δει τις δύο εγγονές της παρά μόνο μία φορά, το 1992. «Εχω πολλή τρυφερότητα και στοργή γι’ αυτές, αλλά δεν είχαμε σωματική επαφή. Δεν τις έχω κρατήσει ποτέ στην αγκαλιά μου, δεν τις έχω δει να μεγαλώνουν. Αλλά το έχω αποδεχτεί. Αλλωστε, ουδέποτε πίστεψα στους δεσμούς αίματος», έχει πει. Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Νικολά τής ανακοίνωσε ότι απέκτησε το πρώτο της δισέγγονο. Της έστειλε και μια φωτογραφία της μικρής. Για να βρεθεί όλη η οικογένεια μαζί, ούτε λόγος να γίνεται…

Τα ζώα, η οικογένεια που επέλεξε να έχει

Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, η γκουβερνάντα της, κάποιες φορές και ο πατέρας της, της διάβαζαν παραμύθια. Λάτρευε τα παιδικά μυθιστορήματα του Μαρσέλ Αιμέ, με ήρωες σκύλους και άλλα τετράποδα, και ονειρευόταν πως κάποτε θα ζούσε σε μια φάρμα, μαζί με γάτες, γουρούνια, πρόβατα, αγελάδες, κουνέλια, ακόμη και ελέφαντες – όλα τα ζώα θα είχαν ανθρώπινη φωνή! Η Μπριζίτ ήταν τριών ετών όταν γεννήθηκε η αδελφή της. Ενιωσε τότε τον κόσμο της να κλονίζεται. Δεν είχε πια το προνόμιο της αποκλειστικής προσοχής. Εκείνη την περίοδο πήρε δώρο από τους γονείς της έναν μεγάλο λούτρινο αρκούδο, τον οποίο ονόμασε Μέρντοχ. Του έλεγε όλα τα μυστικά της και κάθε φορά που τον αγκάλιαζε ηρεμούσε. Τότε, ασυνείδητα, όπως έχει πει σε πολλές συνεντεύξεις της, άρχισε να συνδέει τα ζώα -έστω και τα ψεύτικα- με την αίσθηση ασφάλειας που σε πολλές περιόδους της ζωής της θα αποζητούσε.

Το 1958 αγόρασε μια έκταση 40 στρεμμάτων στο Σεν Τροπέ, δίπλα στη θάλασσα, και άρχισε να επιδιορθώνει το σχεδόν ερειπωμένο σπιτάκι που υπήρχε εκεί. Ονόμασε το κτήμα της Madrague (μέθοδος ψαρέματος των ψαράδων της περιοχής) και αυτό έμελλε να γίνει το βασίλειό της – η δική της Κιβωτός του Νώε. Το 1986 δημιούργησε το Ιδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό για την προστασία των ζώων. Για να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χρήματα, εκποίησε σχεδόν όλη την περιουσία της. Εβγαλε σε δημοπρασία οικογενειακά κειμήλια και έπιπλα, έργα τέχνης και κοσμήματα, ρούχα και κινηματογραφικά κοστούμια – ακόμη και το νυφικό που φορούσε στο γάμο της με τον Ροζέ Βαντίμ.

Εκτοτε, έδωσε πολλές και σκληρές μάχες: με Ρώσους για τις κυνομαχίες, με Ιάπωνες για το κυνήγι δελφινιών και φαλαινών, με Ρουμάνους και Ουκρανούς για τις μαζικές εξοντώσεις αδεσπότων, με Ευρωπαίους και Αμερικανούς κτηνοτρόφους για τις άθλιες συνθήκες θανάτωσης ζώων σε σφαγεία – ακόμη και με τον τέως βασιλιά της Ισπανίας Χουάν Κάρλος, όταν έμαθε ότι επιδόθηκε σε κυνήγι ελεφάντων στην Μποτσουάνα. Τα ζώα είναι ίσως για εκείνη η πραγματική οικογένεια – εκείνη που δεν απέκτησε ποτέ. «Για χρόνια, υπέφερα σε έναν τρελό, ανισόρροπο κόσμο. Εδωσα τα νιάτα μου και την ομορφιά μου στους άντρες. Στα χρόνια που μου απομένουν θα δώσω τη σοφία και την εμπειρία μου στα ζώα. Εκείνα με έμαθαν να ζω. Μόνο όταν άρχισα να τα φροντίζω και να τα προστατεύω άνθησα πραγματικά», έχει πει.