ΠΡΟΣΩΠΑ

Ελπίδα σε μια πόλη που δεν αγαπάει

elpida-se-mia-poli-poy-den-agapaei-2045107

Συναντηθήκαμε με τη Μαργαρίτα Μαντά στον σταθμό του Θησείου με προορισμό τον Πειραιά. Είναι ακριβώς η ίδια διαδρομή που κάνουν οι δύο ήρωες της καινούργιας ταινίας της, «Για πάντα». Η σκηνοθέτις είχε ακυρώσει το εισιτήριό της νωρίτερα και έμεναν λίγα λεπτά έως τη λήξη του. Δίστασε. «Μήπως πρέπει να αγοράσω καινούργιο;», αναρωτήθηκε αλλά εκείνη τη στιγμή το τρένο έφτανε στην αποβάθρα. Η καθημερινή επαφή της με τον ΗΣΑΠ, στη διάρκεια των γυρισμάτων, άλλαξε τη σχέση της όχι τόσο με τα τρένα αλλά και με το προσωπικό, τις δυσκολίες και ευθύνες της δουλειάς του. «Με ρώτησαν οι οδηγοί του ΗΣΑΠ σε τι αναφέρεται η ταινία μου. “Ενας συνάδελφός σας που ερωτεύεται μια επιβάτιδα” τους είπα και μου απάντησαν: “Επιτέλους, ας το κάνει κάποιος αυτό ταινία! Οι μισοί γάμοι στο σινάφι μας είναι τέτοιοι”. Ολο το Πέραμα, μου είπαν, ότι είναι οδηγοί που έχουν ερωτευθεί επιβάτισσες! Στην αρχή, μάλιστα, που δεν υπήρχαν οι καθρέφτες κι έβγαζαν το κεφάλι να δουν αν άδειασε η αποβάθρα ή ακόμη παλαιότερα όταν ανάμεσα στην πόρτα του οδηγού και το πρώτο βαγόνι μεσολαβούσε ένα τζαμάκι, φούντωναν τα ειδύλλια! Δεν μπορούσα να το φανταστώ»…

Διαλέξαμε τα τελευταία καθίσματα, υπήρχαν αρκετά άδεια, δεν ήταν εξάλλου ώρα αιχμής. Απέναντί μας ένας μαύρος επιβάτης, δίπλα μια καλοντυμένη κυρία. Παρακολουθούν και οι δύο τη συζήτησή μας, κρατάω το ψηφιακό μαγνητόφωνο στο χέρι, η σκηνοθέτις Μαργαρίτα Μαντά με «ξεναγεί» σε μια διαδρομή εξίσου οικεία και σε μένα, αλλά το δικό της βλέμμα παρατηρεί και καταγράφει από άλλες «γωνίες». «Οσοι χρησιμοποιούμε συχνά τον ηλεκτρικό θα έχουμε παρατηρήσει τον ήχο του τρένου πάνω στις ράγες, ο οποίος ακούγεται σε όλη την ταινία. Μετά την ανακαίνιση των γραμμών, ο ήχος αυτός υπάρχει μόνο στο τμήμα Φάληρο – Πειραιάς, το οποίο, όπως μου εξήγησαν οδηγοί και εργαζόμενοι, δεν έχει αλλάξει».

Αρχειακή αξία

Φτάνουμε στον Πειραιά και η Μαργαρίτα Μαντά με τοποθετεί στις θέσεις της κάμερας: «Εδώ, σε αυτήν την έξοδο, απ’ όπου περνά η ηρωίδα (Αννα Μάσχα), τώρα υπάρχει το περίπτερο. Οταν γυρίζαμε την ταινία, η θέα προς τον δρόμο ήταν ανεμπόδιστη». Βγαίνουμε στον δρόμο, ανεβαίνουμε στη γέφυρα. «Ξέρεις, η ταινία έχει και αρχειακή αξία» λέει, σκύβοντας από το κιγκλίδωμα. «Ο χώρος κάτω από τη γέφυρα που εμφανίζεται στην ταινία δεν υπάρχει πια, έχει γίνει πλέον εργοτάξιο». Στέκει για λίγο στην κορυφή της κυλιόμενης σκάλας, επισημαίνοντας ότι από εκεί παρατηρεί ο ήρωας (Κώστας Φιλίππογλου) την Αννα Μάσχα.

Επιλέγουμε μια υπαίθρια καντίνα για να πιούμε έναν καφέ και προχωρώντας προς τα εκεί περνάμε από τα εκδοτήρια εισιτηρίων στα οποία εργάζεται η ηρωίδα της ταινίας. Κάθε βήμα και μια ιστορία. «Θα θυμηθείς να τα επαναλάβεις σε λίγο για να κρατήσω σημειώσεις;», τη ρωτώ. «Ξεχνάει κανείς τέσσερα χρόνια από τη ζωή του;», η απάντησή της. Ανάμεσα στο φως της ηλιόλουστης μέρας, τη ζέστη και τη σκόνη του εργοταξίου, γλάροι σε χαμηλές πτήσεις πάνω από το λιμάνι. «Οταν θελήσαμε να συγκεντρωθούν πολλοί γλάροι σε ένα σημείο, διαπιστώσαμε ότι το δόλωμα με τη σαρδέλα είναι πλέον παλιό. Δεν τσιμπάνε. Χρειάστηκαν τόνοι από κράκερς!..», σχολιάζει.

Βολευόμαστε σε ένα απόμερο, κάπως ήσυχο, τραπέζι. Ακουμπώ το μαγνητόφωνο κι εκείνη ένα τετράδιο με σημειώσεις. Είναι συστηματική και οργανωμένη η Μαργαρίτα Μαντά. Είκοσι επτά χρόνια στον χώρο του κινηματογράφου, τα 15 ως βοηθός σκηνοθέτης – κυρίως του Θόδωρου Αγγελόπουλου (από το 1994 και το «Βλέμμα του Οδυσσέα», εμπειρία που έχει καταγράψει σε ένα συναρπαστικό βιβλίο –ημερολόγιο που κυκλοφόρησε πέρυσι). Το «Για πάντα» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της (μυθοπλασίας). Εχει προηγηθεί η «Χρυσόσκονη» (2009) καθώς και αρκετά ντοκιμαντέρ μικρού, μεσαίου και μεγάλου μήκους.

– «Για πάντα»: μία ταινία για την πόλη ή για τη σχέση δύο μοναχικών ανθρώπων;

– Μια ακόμη ταινία για την πόλη. Αγαπάω πολύ την Αθήνα. Είναι το «χωριό μου». Γεννήθηκα κάτω από την Ακρόπολη. Εκεί μεγάλωσα κι έπαιξα σαν παιδί. Με πληγώνει η ασέλγεια πάνω στο σώμα της, τη θεωρώ πολύ μόνη της, ερημωμένη από τους ανθρώπους. Γεμάτη κόσμο και έρημη. Οταν μια πόλη μυρίζει ούρα είναι ασέλγεια πάνω στο σώμα της. Θέλησα να γυρίσω μια ταινία ελπίδας μέσα σε μια πόλη που αργοπεθαίνει από έλλειψη αγάπης. Γι’ αυτό διαλέγω δύο μόνους ανθρώπους, που συναντιούνται στην αυγή μιας καινούργιας, φωτεινής μέρας.

– Γιατί είναι άδεια η πόλη;

– Είναι η αναφορά σε μια εσωτερική ερημιά. Γι’ αυτό η ταινία δεν είναι ούτε έγχρωμη ούτε ασπρόμαυρη. Είναι ένα ιδιότυπο αποχρωματισμένο ασπρόμαυρο, όπως είναι και η Αθήνα. Μία πόλη θαμπή, «μοναξιασμένη». Το χρώμα – μη χρώμα έβγαζε ακριβώς αυτήν την αίσθηση. Αν είχε χρώμα, ούτε σιωπή ούτε ερημιά θα ανέδιδε. Μόνο μιζέρια. Αλλο η ερημιά άλλο η μιζέρια.

Τα αρχαία ποτάμια

– Λέει ο ήρωας, οδηγός του τρένου: «Μου αρέσει να βλέπω την πόλη μέσα από τα τζάμια της καμπίνας. Τον κόσμο στις αποβάθρες, στους σταθμούς, φτιάχνω ιστορίες στο μυαλό μου. Πού είναι, πού πάνε, γιατί». Ισχύει το ίδιο και με εσένα;

– Ναι. Η ιδέα της ταινίας γεννήθηκε από τον χώρο. Υστερα πήρα τηλέφωνο τους δύο ηθοποιούς και ρώτησα αν μπορώ να γράψω το σενάριο επάνω τους. Γράφοντας, έκανα και το ντεκουπάζ. Η σιδηροδρομική γραμμή Κηφισιά – Πειραιάς, είναι πάνω στα ίχνη των αρχαίων ποταμιών. Η ροή είναι η πόλη. Το ποτάμι που δεν υπάρχει πια είναι ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος. Ο ηλεκτρικός παίρνει την πόλη από την πηγή της, την Κηφισιά και την ανοίγει στη θάλασσα, στον Πειραιά. Το παραμύθι που επαναλαμβάνει ο Κώστας στην ταινία μέσα από ένα μαγνητόφωνο, είναι ακριβώς αυτό: κάποτε ήταν μια πόλη που είχε ποτάμια, που κυλούσαν αργά και έπαιρναν τις ιστορίες των ανθρώπων της πόλης, τις έβγαζαν στη θάλασσα, εκεί όπου οι άνθρωποι μπορούσαν να συναντηθούν, να γνωριστούν και να αγαπηθούν μεταξύ τους. Οταν όμως τα ποτάμια σκεπάστηκαν για να γίνουν δρόμοι και να τρέχουν όλα πιο γρήγορα, οι ιστορίες των ανθρώπων δεν μπορούσαν πια να φτάσουν στη θάλασσα. Τα ποτάμια, πίστευαν οι άνθρωποι, είναι μικροί θεοί, που προστατεύουν και τους ίδιους και την πόλη. Αυτό «αφηγείται» και η ελληνική μυθολογία.

– Γιατί το κασετόφωνο που χρησιμοποιεί ο ήρωας είναι τόσο παλιάς τεχνολογίας;

– Το κασετόφωνο αυτό το αγαπώ, είναι δικό μου, των παιδικών μου χρόνων. Σ’ αυτό μας ηχογραφούσε ο πατέρας μου τη δεκαετία του ’70… Η ταινία ήταν μια εσωτερική ανάγκη δύο κυρίως πραγμάτων: κατ’ αρχάς, έχω κουραστεί να παρακολουθώ στο σινεμά έναν καταιγισμό εικόνων, εφέ, ήχων, πλουμιδιών που μου δίνει την αίσθηση ότι έχουμε ξεχάσει τη γλώσσα του κινηματογράφου αυτή καθαυτή. Είχα ανάγκη, λοιπόν, ύστερα από 27 χρόνια στο σινεμά, να κάνω μια ταινία που θα χρησιμοποιεί τα εντελώς στοιχειώδη υλικά του κινηματογράφου: μια κάμερα, ένα τρίποδο, έναν ηθοποιό κι έναν χώρο. Από την άλλη, υπήρχε ένα αίσθημα χρέους. Ηθελα να γυρίσω μια ταινία που να αποδίδει φόρο τιμής σε πέντε σκηνοθέτες οι οποίοι για μένα είναι οι δάσκαλοί μου, αυτοί που με δόμησαν κινηματογραφικά, που όρισαν ανεξίτηλα τη ματιά μου πάνω στον κόσμο και πάνω στον κινηματογράφο. Με σειρά εμφάνισης και ηλικίας: Ντράγιερ, Μπρεσόν, Αντονιόνι, Βέντερς και Αγγελόπουλος.

Ελεγεία πάνω στη σιωπή

Το «Για πάντα» προβάλλεται την ερχόμενη Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, στις 9 μ.μ, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Στις αίθουσες προγραμματίζεται να βγει αρχές του 2015.

Είναι η ιστορία του Κώστα, οδηγού στον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο, και της Αννας, επιβάτισσας, που παίρνει το ίδιο τρένο κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά της. Ο Κώστας είναι σιωπηλά ερωτευμένος με την Αννα, αλλά εκείνη δεν το ξέρει. Μέχρι τη μέρα που ο Κώστας αποφασίζει να κάνει ένα βήμα μπροστά, να την προσεγγίσει και να διεκδικήσει το δικαίωμά του στη ζωή και στον έρωτα.

Πρωταγωνιστούν ο Κώστας Φιλίππογλου και η Αννα Μάσχα. Η διεύθυνση φωτογραφίας είναι του Κωστή Γκίκα.

«Θα σου διαβάσω κάτι που έγραψα την ημέρα που έκανα το μιξάζ και τέλειωσε για μένα η ταινία. “…Ηθελα να κάνω μια ελεγεία πάνω στη σιωπή, στον χρόνο που ορίζει η σιωπή. Επιστρέφοντας σε φόρμες κινηματογράφου που δεν εικονοποιούν ιστορίες, αλλά αναζητούν τις ιστορίες που ενυπάρχουν μέσα στις ίδιες τις εικόνες”», λέει η Μαργαρίτα Μαντά.

Στους τίτλους τέλους, η αφιέρωση: «Με ευγνωμοσύνη στον Θόδωρο Αγγελόπουλο».