ΠΡΟΣΩΠΑ

Πιο δύσκολο να παίρνεις από να δίνεις

pio-dyskolo-na-pairneis-apo-na-dineis-2063484

Συναντηθήκαμε με την ηθοποιό Αλεξία Καλτσίκη σ’ ένα καφέ της Βαλαωρίτου, για να είναι κοντά στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», όπου αυτή την περίοδο υποδύεται τη Σόνια, στον «Θείο Βάνια» του Τσέχοφ. Είχα απέναντί μου μια νέα γυναίκα, εκφραστική όσο και συνεσταλμένη. Και ταυτόχρονα μια ηθοποιό που μοιάζει διαρκώς να σκέφτεται όσα έχουν να κάνουν με τη δουλειά της. Ωστόσο, το πρώτο πράγμα που ήθελε να γίνει από μικρό παιδί η Αλεξία Καλτσίκη δεν ήταν ηθοποιός αλλά κλόουν! «Ηθοποιός ήταν η δεύτερη επιλογή μου», εξομολογείται.

Ασχολήθηκε απευθείας με το θέατρο και ομολογεί ότι δεν ήξερε αρκετά πράγματα. «Εδωσα εξετάσεις με την Οφηλία από τον “Αμλετ”, γιατί ήταν το μόνο βιβλιαράκι που βρήκα σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλείο στη γειτονιά μου. Είχα, βέβαια, πολλά ερεθίσματα από το σπίτι –έκανα μπαλέτο, μουσική, πήγα σε καλό σχολείο–, αλλά δεν μπορώ να πω ότι ήξερα πολλά για το θέατρο».

Είχε δει κάποιες παραστάσεις ως παιδί με τους γονείς της. Και την παράσταση που θυμάται έως σήμερα είναι «Το τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ με τον Μινωτή και τον Τσακίρογλου στο Εθνικό Θέατρο. «Δεν μπορείς να ορίσεις πότε αποφασίζεις κάτι. Αυτό που υποψιάζομαι ότι συμβαίνει είναι πως όλη αυτή η διαδρομή ξεκίνησε από το παιδικό παιχνίδι. Με την αδελφή μου, φτιάχναμε ιστορίες και παίζαμε πολύ. Από μικρή μου άρεσε να κάνω τους άλλους να γελάνε». Δεν έχει παίξει ακόμη σε ατόφια κωμωδία. Θα ήθελε; «Αυτό που μ’ ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι να συναντώ ερεθιστικά κείμενα και ανοιχτούς συνεργάτες». Και στη διαδρομή της στο θέατρο, εδώ και 14 χρόνια, είχε την τύχη να συναντήσει μερικούς από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους του θεάτρου.

Τώρα λοιπόν συμμετέχει στον «Θείο Βάνια» και υπογραμμίζει πως ο λόγος είναι αυτός που κυριαρχεί για εκείνη στη δουλειά της – εδώ μέσω της μετάφρασης της Χρύσας Προκοπάκη. Γι’ αυτή την ιδιαίτερη επιμονή της στη σημασία του λόγου μού λέει ότι «ευθύνεται» ο Λευτέρης Βογιατζής. «Ηταν ένα κυρίαρχο κομμάτι της δουλειάς, ως υλικό του ηθοποιού πάνω στη σκηνή, αυτό με υποψίασε σε σχέση με το ίδιο το κείμενο. Και εννοιολογικά και όσον αφορά τον ρυθμό του, την ανάσα του. Στην πορεία διαπίστωσα πως όλοι οι άνθρωποι που είχαν μια μανιώδη σχέση με το θέατρο, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο και από διαφορετικούς δρόμους, έδιναν ιδιαίτερη σημασία στον λόγο. Το συνάντησα και στον Βασίλιεφ, και στον Ρέτσο, το εντοπίζω ακόμη και στις παραστάσεις, ενδεικτικά, του Μαρμαρινού και της Πατεράκη. Δημιουργείται έτσι μια περιέργεια, σε σχέση με το τι γίνεται με τα ίδια τα κείμενα. Υπήρχε λοιπόν σαν ώθηση από την αρχική μου συνάντηση με τον Λευτέρη Βογιατζή η επαφή με τον λόγο, αλλά υπήρχε και μια δική μου περιέργεια».

Λέει ότι αισθάνεται «τυχερή και ευγνώμων» για τις συναντήσεις που είχε έως τώρα. «Διεύρυναν τη σκηνική μου αντίληψη. Μου άνοιξαν δρόμους. Κάτι που πολλές φορές αντιλαμβάνεσαι εκ των υστέρων…».

Ποιους θεωρεί πιο ξεχωριστούς από αυτούς που της άνοιξαν δρόμους; «Νομίζω ότι κάθε συνεργασία ανοίγει δρόμους, ακόμα κι εκείνες που μπορεί να μην ήταν τόσο ευτυχείς. Επειδή το θέατρο είναι κάτι πολύ ζωντανό. Και είναι σημαντικό να βρεθείς με ανθρώπους που όχι απλώς σου το επιτρέπουν αυτό το άνοιγμα, αλλά και σου το ζητάνε. Οι άνθρωποι που μέχρι στιγμής πάντως με έχουν καθορίσει είναι ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Ανατόλι Βασίλιεφ· με πολύ διαφορετικό τρόπο ο καθένας και με άλλη κατεύθυνση. Ομως το θέατρο είναι ένα και γι’ αυτό συναντιούνται όλα». Ηταν παρούσα στις έντονες αντιδράσεις του κοινού σε δύο παραστάσεις: στη «Μήδεια» που σκηνοθέτησε ο Βασίλιεφ και στους «Πέρσες» που σκηνοθέτησε ο Ντμίτρι Γκότσεφ. Μου λέει όσα θυμάται από εκείνες τις στιγμές, αλλά με ηρεμία και επιμένει ότι ούτε είχε εκπλαγεί, ούτε είχε τρομάξει, ούτε είχε ανησυχήσει. Της λέω ότι μου θυμίζει τον χαρακτήρα της Σόνιας αυτή τη αντίδραση. Είναι η ίδια άνθρωπος με τρομερή κατανόηση και υπομονή; «Σε γενικές γραμμές, ναι. Πιστεύω στην ανταλλαγή. Πολλές φορές όμως είναι πιο δύσκολο να πάρεις από το να δώσεις. Επίσης να αποσαφηνίσω κάτι: άλλο προθυμία και άλλο διαθεσιμότητα. Εχω υπάρξει όμως και συγκρουσιακή».

«Να διεκδικείς την επιθυμία σου»

Με αφορμή την κουβέντα μας, μοιάζει να κάνει έναν απολογισμό. Λέει ότι δεν αισθάνεται ενταγμένη σ’ ένα συγκεκριμένο είδος και ότι το πιο σημαντικό είναι «να μπορέσεις να διατηρήσεις τη χαρά σου σε αυτό που κάνεις. Είναι κομμάτι της δουλειάς μας». Και θεωρεί επίσης σημαντικό «να διεκδικείς την επιθυμία σου, δηλαδή να μη διστάζεις να προσεγγίζεις ανθρώπους που δεν γνωρίζεις, αλλά που σε ενδιαφέρει και το βλέμμα τους και η εργασία τους. Αυτό, λόγω χαρακτήρα, δεν το είχα από μικρή και είναι ένας ακόμη λόγος που θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου, για τις αναπάντεχες σημαντικές συναντήσεις που είχα».

Διαβάζει λογοτεχνία, της αρέσει και ο κινηματογράφος (έχει εμφανιστεί σε ταινίες του Εκτορα Λυγίζου και του Νίκου Παναγιωτόπουλου). Τη γοητεύτει ιδιαίτερα η διαδικασία του μοντάζ, της θυμίζει λίγο το παιχνίδι που έπαιζε μικρή. Της αρέσει επίσης που όλες οι τέχνες ανακατεύονται, αναμειγνύονται και συνομιλούν. Και είναι πολύ αισιόδοξη με τη νέα γενιά των ανθρώπων του θεάτρου. Εκείνο που δεν της αρέσει είναι η μεγάλη παρεξήγηση «μεταξύ πληροφορίας και γνώσης. Και το έλλειμμα της πνευματικότητας, αλλά και της παιδείας», που νιώθει ότι μεγαλώνει γύρω μας.

Η συνάντησή μας έγινε υπό τη σκιά των φοβερών τρομοκρατικών χτυπημάτων στη Γαλλία. Λίγο πριν την αποχαιρετίσω, τη ρωτάω αν ο τελευταίος μονόλογος της Σόνιας, στον «Θείο Βάνια» θα μπορούσε να είναι μια απάντηση σε όσα αλλόκοτα και τραγικά συμβαίνουν γύρω μας. Θα μπορούσε να κρατηθεί από αυτόν τον μονόλογο; Θα ήταν μια παρηγοριά; «Αυτό το έργο που γράφεται αυτές τις μέρες είναι τόσο αδιανόητο…

Μάλλον, στη βία που ζούμε τωρα, θα ταίριαζε ο άλλος μονόλογος, εκείνος της σύγκρουσης στον “Θείο Βάνια”: “Να είσαι ευσπλαχνικός…”».