ΠΡΟΣΩΠΑ

Πώς θα είναι η δημοσιογραφία τα επόμενα χρόνια

pos-tha-einai-i-dimosiografia-ta-epomena-chronia-2064556

Αν δυσκολεύεται κανείς να φανταστεί πώς θα είναι η εφημερίδα του 21ου αιώνα, είναι διότι δεν μπορεί να σχηματίσει στο μυαλό του πώς θα είναι οι δημοσιογράφοι της. Παραδοσιακοί γραφιάδες που στηρίζονται στη δύναμη του κειμένου τους; Αναλυτές που αναδεικνύουν υποφωτισμένες πτυχές των ειδήσεων, ανασυνθέτοντας σαν παζλ τα ειδησεογραφικά θραύσματα; Μπλόγκερ που γράφουν την άποψή τους; Δαιμόνιοι κλέφτες «ψηφιακού περιεχομένου» που το αναμεταδίδουν με ταχύτητα αστραπής; Καθημερινοί άνθρωποι που συνεισφέρουν με πληροφορίες για τα συμβάντα; Ολα αυτά μαζί;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μάλλον θα μοιάζουν με αυτούς τους δύο τύπους που έχω απέναντί μου, στον ανακαινισμένο χώρο της ολλανδικής πρεσβείας στην Αθήνα, τον Ernst Jan Pfauth και τον Rob Wijnberg. Τριαντάρηδες με στέρεη κλασική παιδεία και διαδικτυακή τεχνογνωσία, περιέργεια και γνώση του σημερινού κόσμου, πρόθυμοι να σκεφτούν ανορθόδοξα, ανέστιοι κομματικά, συνειδητοποιημένοι πολιτικά, με πρόταγμα τις αξίες της νέας δημοσιογραφίας και ταλέντο στο crowdfunding. Ιδού δύο από τα ιδρυτικά στελέχη της De Correspondent.

«Η αλήθεια είναι ότι βρήκαμε ανταπόκριση από την αρχή», λέει ο Vijnberg, ο οποίος έχει σπουδάσει φιλοσοφία αλλά εργαζόταν ως δημοσιογράφος σε παραδοσιακή εφημερίδα, την ΝRC. «Κάναμε μια δημόσια ανακοίνωση στην τηλεόραση για τις πρoθέσεις μας και μέσα σε 8 ημέρες μαζέψαμε από συνδρομές και χορηγίες πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ. Είναι παγκόσμιο ρεκόρ στον τομέα μας. Ομως πριν από εμάς ένας τύπος που ήθελε να φτιάξει ένα smart watch, μάζεψε 1 εκατομμύριο δολάρια. Οπότε είπαμε, γιατί όχι;».

Αφηγήσεις

Συνεχίζουν να βρίσκουν χρήματα; Ο Pfauth μας εξηγεί: «Η καλύτερη διαφήμιση είναι τα άρθρα μας. Ενα μεγάλο μέρος των συνδρομητών μας ανανέωσαν μέσα στο 2014. Βλέπετε, οι παραδοσιακές εφημερίδες προσπαθούν να αυξήσουν τον αριθμό των αναγνωστών με κόλπα μάρκετινγκ και προσφορές. Λάθος! Ετσι απομονώνεις τους δημοσιογράφους από το κοινό. Πρέπει να επωμίζονται την ευθύνη του να κρατάνε τους αναγνώστες τους και όχι το “μπαλάκι” να πηγαίνει στο εμπορικό τμήμα, σε ανθρώπους που ξέρουν την αγορά αλλά δεν είναι δημοσιογράφοι. Οποιος γράφει τα άρθρα ξέρει καλύτερα και πώς να τα χειριστεί επικοινωνιακά. Οι δημοσιογράφοι μας κρίνονται διότι έτσι όπως είναι δομημένη η εφημερίδα μας, ο καθένας αναπτύσσει το δικό του δίκτυο των αναγνωστών, με καθήκον να τους δίνει ένα συναρπαστικό αφήγημα».

Αν οι παραδοσιακές εφημερίδες στοχεύουν στο γενικό κοινό, καλύπτοντας όλη την γκάμα των θεμάτων, η De Correspondent έχει διαφορετική φιλοσοφία: «Τοποθετώντας τους συντάκτες στην πιο υψηλή θέση της ιεραρχίας, σημαίνει ότι οι αναγνώστες τους δημιουργούν τις δικές τους υποομάδες και έτσι όλες συνενώνονται τελικά σε μια δεξαμενή. Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να ψαρεύεις στα θολά νερά μιας γενικής θεματολογίας».

Τόσο ο Wijnberg όσο και ο Pfauth γύρισαν την πλάτη στον παλαιό Τύπο όπου εργάζονταν, διότι θεωρούν ότι υπήρχε μια ενδόμυχη άρνηση στους επιτελείς του να προσαρμοστούν στις ανάγκες των καιρών: «Ο σύγχρονος κόσμος και η εξελιγμένη δημοσιογραφία έχει πολύ να κάνει με τη δικτύωση των ανθρώπων. Οι πιο ενθουσιώδεις αναγνώστες μας είναι εκείνοι που μας έφεραν και άλλους συνδρομητές, όχι κάποιου είδους διαφήμιση. Ο αναγνώστης που διαβάζει παραδοσιακές εφημερίδες έχει μέσο όρο ηλικίας τα 58 έτη. Εμείς έχουμε σίγουρα πολύ νεότερο κοινό, αν και δεν έχουμε κάνει ποτέ έρευνα για την ηλικία τους. Κρίνοντας βέβαια από τη δημοφιλία μας στο Facebook, βγάζουμε ανάλογα συμπεράσματα».

Πώς επιλέγουν τα θέματά τους; «Το βασικό μας κριτήριο είναι η ειδησεογραφική υπεραξία, αυτό το παραπάνω που θα βρει σε εμάς ο αναγνώστης. Σας φέρνω ένα παράδειγμα. Υποτίθεται ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης τα σύνορα καταρρέουν. Κάναμε όμως μια έρευνα και διαπιστώσαμε ότι μετά την 11η Σεπτεμβρίου χτίστηκαν περισσότερα διαχωριστικά τείχη απ’ ό,τι σε όλη την πρόσφατη ιστορία. Η ανέγερση του κάθε τείχους εμφανιζόταν ως μεμονωμένη είδηση στον τοπικό ή τον διεθνή Τύπο. Ομως, δεν υπήρχε μια συνολική καταγραφή πουθενά ούτε τι σηματοδοτεί η αύξησή τους».

Κρίση και ΜΜΕ

Η De Correspondent έχει και διαφορετικές ειδικότητες απ’ ό,τι μια κλασική εφημερίδα: «Οι περισσότεροι συνεργάτες μας δεν έχουν σπουδάσει δημοσιογραφία. Εχουμε ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κάποιον που είναι δάσκαλος σε σχολείο και γράφει για την εκπαίδευση. Δουλεύουμε με ανθρώπους που έχουν πάθος με ένα θέμα, δεν το έχουν απαραίτητα σπουδάσει. Και μέσα στο σάιτ μας, ο καθένας έχει τον δικό του “κήπο” όπου δημοσιεύει τα θέματα και κρατά ένα δημόσιο ημερολόγιο, κρατά την επαφή με το κοινό του, ζητώντας στοιχεία, πληροφορίες κ.λπ., το λεγόμενο Crowdsourcing».

Οι δύο νέοι Ολλανδοί θεωρούν ότι ένας από τους λόγους που οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν αναγνωρίζουν το κοινό πολιτικό υπόβαθρο της Ε.Ε. έχει να κάνει με τα ΜΜΕ: «Οταν η ειδησεογραφία δίνει βαρύτητα κυρίως στην πολιτική σε εθνικό επίπεδο, τότε υποσκάπτει την αίσθηση του συνανήκειν στην ευρωπαϊκή οικογένεια, αυξάνει τις εντάσεις και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στα κράτη. Αν θέλουμε να επιτύχει το πείραμα της Ενωμένης Ευρώπης, το πρώτο πράγμα που πρέπει να αλλάξει είναι η αφήγησή μας γι’ αυτήν. Και αυτό πρέπει να απασχολήσει τους Ευρωπαίους δημοσιογράφους της νέας γενιάς».

Η ολλανδόφωνη εφημερίδα δεν έχει ακόμα έκδοση στα αγγλικά. Ομως όλο και συχνότερα κάποια άρθρα της μεταφράζονται, με τη βεβαιότητα ότι στο μέλλον, τα σύνορά της θα απλωθούν σε παγκόσμιο επίπεδο. To site της είναι: https://decorrespondent.nl/en