ΠΡΟΣΩΠΑ

Κάι Ντίκμαν: «Είμαστε μια πολιτικά μη ορθή εφημερίδα»

21diekmann
bild1

«Είμαστε μια πολιτικά μη ορθή εφημερίδα, είμαστε η εξωκοινοβουλευτική αντιπολίτευση στη Γερμανία» λέει περήφανα ο Κάι Ντίκμαν, ο αμφιλεγόμενος διευθυντής της γερμανικής ταμπλόιντ Bild, που σε μεγάλο βαθμό ευθύνεται για το σημερινό επίπεδο των σχέσεων των δύο χωρών. Ο ίδιος δεν αισθάνεται υπεύθυνος. Για να μου το αποδείξει, «τσιτάρει» Γιάνη Βαρουφάκη. «Αυτά που είπε στο ντοκιμαντέρ του ARD για την τρόικα είναι ακριβώς αυτά που λέγαμε κι εμείς από την αρχή» εξηγεί. Οτι δεν υπάρχει περίπτωση η Ελλάδα να αποπληρώσει τα χρέη της, δηλαδή. «Το είχε πει κι ο πρώην πρόεδρος της Κομισιόν, Ρομάνο Πρόντι, στην αρχή της κρίσης» θυμίζει.

Δεν θεωρεί ότι η Βild είναι συνένοχη σε μεγάλο βαθμό για τον ακήρυχτο ελληνογερμανικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει. Απλώς γράφει τα ίδια που γράφουν οι σοβαρές εφημερίδες, με πιο χοντροκομμένο τρόπο και πιο πηχυαίους τίτλους. Μια μέρα νωρίτερα, η έγκυρη Frankfurter Allgemeine Zeitung είχε αποκαλέσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ «κυβέρνηση γκάνγκστερ» μου λέει. «Εμείς δεν έχουμε τολμήσει να χρησιμοποιήσουμε τέτοιους χαρακτηρισμούς» τονίζει. (Οταν στη συνέχεια το έψαξα, είδα ότι επρόκειτο για μια γελοιογραφία-σχόλιο στους υβριστικούς χαρακτηρισμούς που ανταλλάσσονται μεταξύ Γερμανών κι Ελλήνων).

Ρωτάω τη γνώμη του για τον Βαρουφάκη, με τον οποίο το φύλλο έχει αναπτύξει μια σχέση «αγάπης – μίσους», αφού ο Ελληνας υπουργός Οικονομικών φιλοξενείται σχεδόν σε καθημερινή βάση στο πρωτοσέλιδό του. Είναι σαν να δουλεύει για μας, επισημαίνει γελώντας. Κλείνουμε το φύλλο και το βράδυ έχει πει πάλι κάτι καινούργιο που θα γίνει πρωτοσέλιδο την επόμενη, προσθέτει. Πάντως, ο κ. Βαρουφάκης αρνήθηκε –«με αρκετά έντονο τρόπο», όπως επισημαίνει ο συνεργάτης του– να δώσει συνέντευξη στην Bild. Η εφημερίδα-σύμβολο του κίτρινου Τύπου διεθνώς έχει υποστεί συχνά εμπάργκο από διάφορους πολιτικούς. Από το κόμμα των Πρασίνων μέχρι τον πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Με ρωτάει αν διάβασα ένα άρθρο σε ελληνική-αδελφή εφημερίδα. Του απαντάω «δεν διαβάζω ελληνική Bild». Ξεσπάει σε γέλια. «Μα, δεν μπορεί να είναι αυτή η ελληνική Bild. Αφού έχει άρθρα γνώμης 400 λέξεων!». Πράγματι, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς μια ελληνική εφημερίδα αντίστοιχη της Bild, που συνδυάζει δηλαδή και κίτρινο κουτσομπολιό, παράδοξες ειδήσεις αλλά και πολιτικές συνεντεύξεις.

Η αρνητική εκστρατεία

Η συζήτηση στρέφεται στην πρόσφατη εκστρατεία του «Οχι άλλα δισεκατομμύρια στους άπληστους Ελληνες», όταν η Bild κάλεσε τους αναγνώστες της να βγάζουν «σέλφι» κάτω από το αρνητικό πρωτοσέλιδο της εφημερίδας, διακηρύσσοντας έτσι την αντίθεσή τους σε περισσότερα χρήματα για τους Ελληνες. Κατά την άποψή του, αυτήν τη στιγμή καλλιεργείται στο Βερολίνο μια πολιτική υποκρισία και διγλωσσία. Κατ’ ιδίαν, πολλοί βουλευτές, ειδικά από το κυβερνητικό στρατόπεδο, δυσανασχετούν με τη συνέχιση της στήριξης προς την Ελλάδα και δυσκολεύονται να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους στις εκλογικές τους περιφέρειες τη λογική αυτής της στρατηγικής.

Αρα; Τι προτείνει; Πιστεύει ότι μόνο το Grexit θα βοηθήσει την ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας. Τα επιχειρήματά του, ωστόσο, είναι μάλλον εμπειρικά. Επειδή συνήθως περνά τις διακοπές του στην Τουρκία, διαπιστώνει ότι το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών είναι πολύ υψηλότερο και σε πολύ χαμηλότερες τιμές σε σχέση με την Ελλάδα.

Του λέω ότι πολλοί φίλοι μου Γερμανοί θεωρούν πως η εφημερίδα του έχει διολισθήσει στο ύστατο δημοσιογραφικό σκαλοπάτι, θυμίζοντας έντονα τις σκοτεινές σελίδες της ιστορίας της στις δεκαετίες ’60 και ’70. Αντιτείνει ότι οι εκστρατείες είναι θεμιτές. Μου απαριθμεί τις καμπάνιες που έχει οργανώσει το φύλλο. Του επισημαίνω ότι όλες αυτές είναι θετικές πρωτοβουλίες, ενώ η συγκεκριμένη στρέφεται με ρατσιστικό τρόπο κατά ενός ολόκληρου λαού. «Μα, εμείς απευθυνόμαστε στη γερμανική κυβέρνηση, λέγοντάς της “Οχι άλλα χρήματα στους Ελληνες, αλλάξτε πολιτική”», επιμένει. Τότε έπρεπε να κάνετε μια καμπάνια με τίτλο «Ναι σε αλλαγή ευρωπαϊκής πολιτικής του Βερολίνου».

Του θυμίζω ότι στην εκστρατεία αντέδρασε έντονα η Ενωση Γερμανών Δημοσιογράφων, η οποία σημείωσε ότι υπερβαίνει κάθε όριο και θυμίζει πολιτική καμπάνια. Η Ενωση ζήτησε, μάλιστα, να σταματήσει αμέσως η καμπάνια. Καγχάζει ειρωνικά. «Είναι συνδικαλιστές» απαντάει κι επικαλείται την ελευθερία του Τύπου.

Ανταμοιβή στους αναγνώστες για φωτογραφίες διασήμων

Η Bild πουλάει καθημερινά 2,3 εκατομμύρια φύλλα και έχει 14 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες. Ο Κάι Ντίκμαν προσπαθεί να υπολογίσει πόσα hits έχει η ιστοσελίδα. «Κάποια δισεκατομμύρια» λέει, και ο διευθυντής του bild.de τον διορθώνει: «Πολλά δισεκατομμύρια».

Οταν ρωτάω για την πρακτική της συναλλαγής με τους αναγνώστες, που τους μετατρέπει σε «ρουφιάνους» αφού τους προτρέπει έναντι ανταμοιβής να φωτογραφίζουν με τα κινητά τους τηλέφωνα διάσημους σε ιδιωτικές στιγμές, επιμένει ότι αυτό είναι θεμιτό και περιορισμένο. Γιατί, όπως μου επισημαίνει, δεν κυνηγάνε μόνο διάσημους, αλλά μπορεί να απαθανατίσουν οποιαδήποτε ενδιαφέρουσα δημοσιογραφικά σκηνή, στην οποία έχουν βρεθεί αυτόπτες μάρτυρες. Ενα ατύχημα, ένα τοπίο, οτιδήποτε. «Τα γεγονότα δεν προαναγγέλλονται με συνεντεύξεις Τύπου», λέει.

Ανοίγει το iPhone 6 του και μου δείχνει τη συγκομιδή φωτογραφιών της ημέρας. Πρώτο βραβείο, 100 ευρώ, σ’ ένα χιονισμένο τοπίο των Αλπεων. Είμαι σίγουρη, πάντως, ότι ο αναγνώστης που βρίσκεται πίσω από την είδηση «επίθεση με δονητή εναντίον διάσημης τραγουδίστριας» πληρώθηκε πολύ πιο αδρά. Αν στην Ελλάδα έχουν μόλις αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους τέτοια φαινόμενα (π.χ. πώληση φωτογραφίας Γιάνη Βαρουφάκη στο φεριμπότ για Αίγινα ή στο μετρό), για την Bild είναι παραδοσιακή μέθοδος για να γεμίζει τα φύλλα της και την ιστοσελίδα της με κουτσομπολιά και σκανδαλοθηρικές ειδήσεις.

Είναι περήφανος γι’ αυτήν την εφημερίδα; «Οσο κι εσείς για τη δικιά σας» μου απαντάει. Πάντως, δεν αρκείται μόνο στην ανάγνωση της Bild, διαβάζει καθημερινά FAZ, Handelsblatt, Financial Times, το Spiegel κάθε Σαββατοκύριακο, ακόμη και το τοπικό φύλλο το οποίο εκδίδεται στο Potsdam, το καταπράσινο πολυτελές «γκέτο πλουσίων» όπου διαμένει μαζί με άλλους μεγιστάνες που εργάζονται στο Βερολίνο.

Εκτίθεται και ο ίδιος

Εντονη είναι η προσωπική του παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στο Facebook και το Twitter ποστάρει φωτογραφίες από το πρωινό του τζόκινγκ στο Πότσνταμ ή το Αμβούργο, όπου ταξιδεύει συχνά, τα ταξίδια του στην Κωνσταντινούπολη ή τη σχέση του με τη γυναίκα του: «Θα με σκοτώσει η Κάτια, αν…».

Είναι κι αυτός άλλος ένας τρόπος οικοδόμησης οικειότητας και σχέσεων αναγνωστικής πίστης με το κοινό της Bild. Της ψευδαίσθησης ότι οι αναγνώστες δεν παρακολουθούν μόνο τη ζωή των «σελέμπριτις», που παρελαύνουν από τις σελίδες της αλλά και του ίδιου του διευθυντή της.

Γιατί μήνυσε την Taz, οι εκστρατείες λάσπης και ο Χάινριχ Μπελ

Παρόλο που η ελευθερία του Τύπου είναι στα χείλη του ως μόνιμη επωδός για να νομιμοποιήσει οτιδήποτε γράφεται στην εφημερίδα του, ο ίδιος επέδειξε ιδιαίτερη δυσανεξία όταν η αριστερή Tageszeitung έγραψε ότι υπεβλήθη σε εγχείρηση επιμήκυνσης πέους. Για την ακρίβεια έγραψε, με έκδηλη χιουμοριστική διάθεση, ένα άρθρο με τίτλο «Η αλήθεια» και μιμούμενη το δημοσιογραφικό στυλ της Bild, ανέφερε ότι ο κ. Ντίκμαν έκοψε κομμάτια του σώματός του για να…διογκώσει το μικροσκοπικό πέος του. Το 2002, λοιπόν, ο διευθυντής της Bild κατέθεσε μήνυση κατά της μικρής εφημερίδας, η οποία σημειωτέον στεγάζεται… στο ίδιο συγκρότημα με τον εκδοτικό κολοσσό Αξελ Σπρίνγκερ.

Σήμερα αντιμετωπίζει το θέμα με χιούμορ, τότε όμως μάλλον θα πρέπει να ενοχλήθηκε για να μπει σε αυτήν τη δικαστική περιπέτεια. Το αιτιολογικό της προσφυγής στη Δικαιοσύνη ήταν παραβίαση της ιδιωτικότητας και συκοφαντική δυσφήμηση, ενώ στην αγωγή του ο διευθυντής της Bild διεκδικούσε 30.000 ευρώ.

«Είχα πει εξαρχής ότι θα τα έδινα πίσω στην Taz», απολογείται τώρα. Τελικά το δικαστήριο τον δικαίωσε, αλλά δεν επιδίκασε αποζημίωση. Αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν εφέσεις, αλλά χωρίς επιτυχία. Στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου της Taz, όμως, αναρτήθηκε μία τοιχογραφία με τον Κάι Ντίκμαν να προβάλλει έναν υπερμεγέθη φαλλό. «Η διευθύντρια της Taz, Ινες Πολ, ζήτησε την αποκαθήλωσή της, λέγοντας ότι δεν μπορεί να παρκάρει το ποδήλατό της κάτω από τα αχαμνά του κ. Ντίκμαν», λέει ο ίδιος σκασμένος στα γέλια. Εκτοτε μοιάζει να υπάρχει ένας άτυπος διάλογος μεταξύ τους, ειδικά στα πρωτοσέλιδά τους. Οταν εξάλλου απέσυραν τις γυμνόστηθες κοπέλες από τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδας, η διευθύντρια της Taz τούς επισκέφτηκε με καφέ και κουλουράκια, για να τους ευχαριστήσει.

Το παρελθόν

Η μοναδική στιγμή κατά την οποία συννεφιάζει πραγματικά είναι όταν του ζητώ να μου σχολιάσει το παρελθόν της εφημερίδας του. «Εχετε διαβάσει την Καταρίνα Μπλουμ;» τον ρωτάω, και η άμεση καταφατική απάντησή του δεν με πείθει πολύ. Το βιβλίο του Χάινριχ Μπελ αποτελεί ένα καυστικό σχόλιο για τον διασυρμό απλών ανθρώπων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Καταρίνα, από τον «κίτρινο» Τύπο, ενώ ο κεντρικός ήρωας αποτελεί ένα σύμβολο για τους αδηφάγους δημοσιογράφους της Bild. «Εγιναν λάθη στο παρελθόν και από τις δύο πλευρές», παραδέχεται. Τον Απρίλιο του 1968 ύστερα από μια εκστρατεία λάσπης της Bild κατά του Ρούντι Ντούτσκε («Σταματήστε τον Ρούντι τώρα!» ήταν το διαβόητο πρωτοσέλιδό της), ο ηγέτης του γερμανικού φοιτητικού κινήματος δέχεται τρεις πυροβολισμούς ενώ τρέχει με το ποδήλατό του να βρει ένα φαρμακείο για να πάρει φάρμακα για τον άρρωστο γιο του. Ο σοβαρός τραυματισμός του άφησε στον «κόκκινο Ρούντι» πολλά προβλήματα υγείας, τα οποία οδήγησαν στον θάνατό του μερικά χρόνια αργότερα, το 1979. Μετά την απόπειρα εναντίον του, ακολούθησαν μαζικές διαδηλώσεις έξω από το κτίριο του εκδοτικού συγκροτήματος, που αντιμετωπίζεται ως ηθικός αυτουργός της επίθεσης.

Αλλωστε, η Bild έδωσε το έναυσμα για τη συγκρότηση της ακροαριστερής τρομοκρατικής Μπάαντερ Μάινχοφ και οι εγκαταστάσεις της έγιναν στόχος επανειλημμένων επιθέσεων. Κατά τον Μπελ, η Bild δεν είναι πλέον κρυπτοφασιστική ούτε φασιστοειδής, αλλά προωθεί «τον γυμνό φασισμό». Ο Κάι Ντίκμαν ήταν παιδί εκείνη την εποχή, αλλά όπως λέει, ακόμη και οι παλαίμαχοι δημοσιογράφοι στην εφημερίδα, που ήταν μέντορές του, παραδέχονταν τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της Bild εκείνη την περίοδο.

«Κι αν μου κάνατε μια αυτοκριτική για το σημερινό φύλλο, ποια θα ήταν; Είστε σεξιστές (το είχε αναγνωρίσει στην αρχή της συζήτησής μας), ξενόφοβοι, ρατσιστές, αντισημίτες;» τον ρωτάω.

«Οι άλλοι λένε ότι είμαστε σεξιστές», επιμένει, «εγώ δεν το πιστεύω. Εξάλλου έχουμε καταργήσει τα γυμνόστηθα κορίτσια στα πρωτοσέλιδά μας», απαντά. Προσθέτει ότι ούτε ξενόφοβοι είναι και μου επισημαίνει ότι η ισλαμοφοβική οργάνωση Pegida αποκλείστηκε πλήρως από το φύλλο. «Εμείς οδηγήσαμε σε παραίτηση τον ηγέτη της, φιλοξενώντας τη φωτογραφία του με αμφίεση Αδόλφου Χίτλερ», τονίζει. Εξίσου ευαίσθητος εμφανίζεται στο θέμα του αντισημιτισμού. Οχι μόνο δεν είναι η Bild αντισημιτική εφημερίδα, αλλά στηλίτευσε τη σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με τους Ανεξάρτητους Ελληνες, τους οποίους θεωρεί ομοφοβικούς, ρατσιστές και αντισημίτες.

Με αποχαιρετά δείχνοντάς μου τα τατουάζ του. Το τελευταίο το έκανε πέρυσι στα 50ά γενέθλιά του. «Είναι εθιστικά», του λέω και συμφωνεί. Είναι ίσως το μοναδικό σημείο σύγκλισης στη συζήτησή μας.

Η συνάντηση

Φάγαμε στο εστιατόριο «Μύλος» του ξενοδοχείου Hilton δύο σεβίτσε σολωμού, μια χωριάτικη σαλάτα, μία σφυρίδα κι ένα λαβράκι. Ηπιαμε μεταλλικό νερό. Επειδή η… αναλογία ήταν τέσσερις άνθρωποι της Bild κι εγώ από την «Κ», επέμεναν να πληρώσουν εκείνοι. Οταν ο κ. Ντίκμαν έβαλε τη φωτογραφία από το γεύμα στο τουίτερ, Γερμανοί χρήστες σχολίασαν: «Ποιος πλήρωσε; Ο Γερμανός φυσικά».

Oι σταθμοί του

1964
Γεννιέται στο Ράβενσμπουργκ.

1985
Διακόπτει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ για να κάνει άσκηση στο εκδοτικό συγκρότημα Αξελ Σπρίνγκερ.

1989
Γίνεται αρχισυντάκτης του περιοδικού Bunte.

1992
Πηγαίνει στην Bild.

1992
Αναλαμβάνει αρχισυνταξία στην κυριακάτικη Welt.

1995
Παντρεύεται την κόρη του μεγαλοεκδότη Τζον Γιαρ Τζούνιορ, Γιόνικα.

2001
Επιστρέφει στην Bild και την κυριακάτικη Bild.

2002
Καταθέτει μήνυση εναντίον της αριστερής Tageszeitung, η οποία έγραψε ότι υπεβλήθη σε εγχείρηση επιμήκυνσης πέους. Την ίδια χρονιά παντρεύεται την Κάτια Κέσλερ με κουμπάρο τον πρώην καγκελάριο Χέλμουτ Κολ.

2004
Εκδίδονται τα απομνημονεύματα του Κολ σε δική του επιμέλεια.