ΠΡΟΣΩΠΑ

«Αυτό το παιδί θα πάει μακριά…»

ayto-to-paidi-tha-paei-makria-amp-8230-2079455

Ο Ολιβερ Σακς έχει περάσει τον τελευταίο μισόν αιώνα μελετώντας     -και θεραπεύοντας- ανθρώπους που άλλαξαν προσωπικότητα ύστερα από έναν τραυματισμό, τυφλούς στα χρώματα, κωφούς που «ακούν» με τα μάτια, αυτιστικούς που δυσκολεύονται στις ανθρώπινες συναναστροφές, αλλά επιδεικνύουν εκπληκτικές ικανότητες στην κατανόηση της συμπεριφοράς των ζώων. Αθελά τους, πολλοί ασθενείς του είναι πλέον διάσημοι, αφού κάθε καινούργιο βιβλίο του καθηγητή νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης συμπεριλαμβάνεται σχεδόν αυτόματα στις λίστες με τα ευπώλητα ανά τον κόσμο. «Ποιητής της σύγχρονης ιατρικής», σύμφωνα με τη New York Times, «καλύτερος συγγραφέας από ό,τι γιατρός», σύμφωνα με τον ψυχίατρο Αρθουρ Σαπίρο, ο Σακς είναι αποδέκτης τόσο διθυραμβικών κριτικών όσο και αρνητικών σχολίων, καθώς άλλοι θαυμάζουν τη μαεστρία με την οποία συνδυάζει τη λυρική γραφή με την επιστημονική γνώση, ενώ άλλοι τον έχουν κατηγορήσει ότι εκμεταλλεύεται τους ασθενείς του.

Στις αρχές του έτους, ο Σακς χρησιμοποίησε τον ίδιο τόνο τρυφερής αποστασιοποίησης, με τον οποίο προσεγγίζει τους πάσχοντες πρωταγωνιστές τον βιβλίων του, για να ανακοινώσει στους αναγνώστες της New York Times ότι του απομένουν μόλις λίγοι μήνες ζωής. Ανακαλύπτοντας ότι η σπάνια μορφή μελανώματος, που εντοπίστηκε πριν από εννέα χρόνια στο μάτι του, έχει πλέον κάνει μετάσταση στο συκώτι του, βρήκε το θάρρος να μοιραστεί τον φόβο του αλλά και την πρόθεσή του να ζήσει με ένταση, καθαρότητα και ειλικρίνεια το τελευταίο κομμάτι του βίου του. «Υπήρξα ένα σκεπτόμενο ον σε αυτό τον όμορφο πλανήτη, και αυτό από μόνο του ήταν ένα τεράστιο προνόμιο και μια περιπέτεια», έγραψε στις 19 Φεβρουαρίου. Εκατοντάδες αναγνώστες έσπευσαν να τον ευχαριστήσουν για την επίδραση που είχαν τα βιβλία του στη ζωή τους, ή να ανακαλέσουν στη μνήμη τους συναντήσεις με τον «αφηρημένο», αλλά «συμπαθέστατο», «αυθόρμητο» και «γεμάτο συμπόνια και χιούμορ» καθηγητή.

«Θα πάει μακριά…» είχε γράψει ένας διευθυντής σχολείου στον έλεγχο του 12χρονου Σακς, «αν δεν παραπάει πολύ μακριά». Τρυφερός με τους αρρώστους, όμως ανίκανος να συνάψει μακροχρόνια ερωτική σχέση, διορατικός μα γεμάτος εμμονές, έχει κατά καιρούς περιγράψει τον εαυτό του ως «Εβραίο άθεο», «ντροπαλό και επιδεικτικό» και «ακραίο σε όλα τα πάθη του». Γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για τα διάφορα είδη φτέρης, τρώει καθημερινά ψάρι με ρύζι για βραδινό και κολυμπάει τουλάχιστον ένα μίλι την ημέρα, ενώ είναι ικανός πιανίστας και επί χρόνια ασχολούνταν με την άρση βαρών.

Σαν τους ήρωες του βιβλίου του «O άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο», ο συγγραφέας πάσχει από μια μορφή προσωπαγνωσίας και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ακόμα και πρόσωπα που έχει συναντήσει αρκετές φορές. Κατά συνέπεια, αποφεύγει τις κοινωνικές εκδηλώσεις και προτιμά να περνάει τον περισσότερο χρόνο μόνος ή με λίγους καλούς φίλους. Οπως παραδέχτηκε το 2010 σε έναν άρθρο του στο New Yorker, «Το πρόβλημα με την αναγνώριση προσώπων δεν επεκτείνεται μόνο στους κοντινούς και αγαπημένους μου, αλλά ακόμα και στον εαυτό μου. Σε πολλές περιπτώσεις έχω απολογηθεί επειδή σχεδόν έπεσα πάνω σε έναν μεγαλόσωμο μουσάτο, μόνο για να συνειδητοποιήσω ότι ο άνδρας ήταν το είδωλό μου στον καθρέφτη».

Στην αυτοβιογραφία του, που κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα με τίτλο «On the move: Α Life», ο δρ Σακς ανατρέχει στα χρόνια της νιότης του: από τους πειραματισμούς του με αμφεταμίνες, LSD και διάφορες νόμιμες ή παράνομες ουσίες έως τα νυχτερινά ταξίδια του με μια μηχανή BMW, και από την απόφασή του να εγκαταλείψει τη Μεγάλη Βρετανία για να εγκατασταθεί μόνιμα στις ΗΠΑ έως τη σχέση του με τον αδελφό του, που έπασχε από σχιζοφρένεια. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην ομοφυλοφιλία του και τους έντονους αν και εφήμερους δεσμούς του, παραδέχεται ότι υπήρξε εθισμένος – χωρίς, εντούτοις, να μετανιώνει για τίποτα- και εξηγεί πως η ενασχόληση με τους ασθενείς του καθόρισε ολόκληρη τη ζωή του.

Σημείο-σταθμός για τη μετέπειτα πορεία του αποτέλεσε η εμπειρία του με τους τελευταίους επιζώντες της επιδημίας ληθαργικής εγκεφαλίτιδας, που εξαπλώθηκε στην Ευρώπη μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Φαινομενικά «παγωμένοι», ανίκανοι για οποιαδήποτε νοητική λειτουργία και ξεχασμένοι για δεκαετίες στην πίσω πτέρυγα ενός νοσοκομείου χρονίων παθήσεων της Νέας Υόρκης, οι κατατονικοί ασθενείς άρχισαν να «ξυπνούν» όταν ο Σακς δοκίμασε να τους χορηγήσει το φάρμακο «L-DOPA». Το βιβλίο «Ξυπνήματα» (1973), που καταγράφει τη συγκινητική μεταμόρφωση και τις ιστορίες αυτών των ανδρών και γυναικών, χαρακτηρίστηκε «αριστούργημα» και το 1990 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Ρόμπιν Ουίλιαμς.

Το «On the move» ουσιαστικά αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου αυτοβιογραφικού βιβλίου του Σακς, «Uncle Tungsten», όπου αναβιώνει τα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας. Γεννημένος στο Λονδίνο, ήταν το νεαρότερο μέλος οικογένειας πρωτοπόρων επιστημόνων, αφοσιωμένων γιατρών και αντισυμβατικών προσωπικοτήτων. Η μητέρα του, Muriel Elsie Landau, από τις πρώτες γυναίκες χειρουργούς-γυναικολόγους της Αγγλίας, έφερνε στον εντεκάχρονο Ολιβερ νεκρά έμβρυα για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του για το ανθρώπινο σώμα, ενώ τρία χρόνια αργότερα τον έστειλε σε ένα κανονικό μάθημα ανατομίας. «Δεν ήξερα αν θα κατάφερνα ποτέ να αγαπήσω τα ζεστά σώματα των ζωντανών, αφού αντιμετώπισα, μύρισα και έκοψα το πτώμα ενός κοριτσιού στην ηλικία μου», θα έγραφε αργότερα.

Η θεία του, Annie Landau, εγκαταστάθηκε στην Παλαιστίνη το 1899 και ίδρυσε ένα σχολείο για τις νεαρές Αγγλο-εβραίες της Ιερουσαλήμ. Ο θείος του Ντέιβ κατασκεύαζε αυτοσχέδιους λαμπτήρες και μύησε τον ανιψιό του στα μυστικά της χημείας, προσφέροντάς του τα μέσα για ατέλειωτα πρωτότυπα πειράματα. Οι ψυχώσεις του αδελφού του, Mάικλ, τον έκαναν να νιώθει ότι «ένας μαγικός και κακόβουλος κόσμος τον περιέβαλλε».

Στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο εξάχρονος Ολιβερ και ο αδελφός του στάλθηκαν για λόγους ασφαλείας σε ένα οικοτροφείο. Ηταν τέσσερα τραυματικά χρόνια· αργότερα θα ισχυριζόταν ότι αυτό το τραύμα κρύβεται πίσω από την αδυναμία του να αισθάνεται άνετα στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά και η απουσία πίστης στον Θεό. «Ωρες ώρες ταυτιζόμουν με τα αδρανή αέρια… Τα φανταζόμουν μοναχικά, αποκομμένα, διψασμένα για επαφή» εξομολογείται στο βιβλίο.

Αισιόδοξος και ορεξάτος

Στο τεύχος Απριλίου του New York Review of Books, o Ολιβερ Σακς επανήλθε με ένα άρθρο για την επώδυνη θεραπεία -τον εμβολισμό της ηπατικής αρτηρίας- με την οποία οι γιατροί επιχειρούν να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής του. Στο κείμενο κυριαρχεί για άλλη μια φορά η ευγνωμοσύνη και η πεισματική αισιοδοξία ενός ανθρώπου που, αντιμέτωπος με τον θάνατο, καταφέρνει να διατηρεί αμείωτη την όρεξή του για ζωή.

Σύμφωνα με την προσωπική του ιστοσελίδα, επί του παρόντος αισθάνεται πολύ καλά και έχει επιστρέψει στις συνήθεις δραστηριότητές του, δηλαδή το κολύμπι, το γράψιμο και την ενασχόληση με τις φτέρες. Περίπου ενάμιση χρόνο νωρίτερα, γράφοντας στη New York Times ενόψει των 80ών γενεθλίων του, είχε εκφράσει τη χαρά του που είναι ακόμα ζωντανός: «Δεν σκέφτομαι τα γηρατειά ως μια ακόμα πιο σκοτεινή εποχή, που πρέπει να υπομείνουμε ή να χρησιμοποιήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε, αλλά ως μια περίοδο ευχαρίστησης και ελευθερίας, απελευθερωμένη από τις τεχνητές ανάγκες των περασμένων ημερών», υποστηρίζει. «Δεν έχω πίστη (ή επιθυμία) για κανενός είδους μεταθανάτια ύπαρξη, παρά μόνο στις αναμνήσεις των φίλων, και την ελπίδα ότι κάποια από τα βιβλία μου ίσως θα συνεχίσουν να μιλούν στους ανθρώπους μετά τον θάνατό μου».

Τα βιβλία του Ολιβερ Σακς «Το νησί των τυφλών στα χρώματα και Τα νησιά των κυκάδων», «O άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο», «Μουσικοφιλία», «Βλέποντας φωνές» και «Ενας ανθρωπολόγος στον Αρη» κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Αγρα» σε μετάφραση των Κώστα Πόταγα και Αννυς Σπυράκου, ενώ τα «Ξυπνήματα» από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Η αυτοβιογραφία του με τίτλο «Οn the Move: Α life» θα κυκλοφορήσει στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τον Καναδά στις 28 Απριλίου.