ΠΡΟΣΩΠΑ

Κωνσταντίνος Τζούμας: «Οσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει άποψη»

konstantinos-tzoymas-osa-den-ftanei-i-alepoy-ta-kanei-apopsi-2084289

Μπαίνει στο θέατρο κομψός, ευγενής και τυπικός. Λίγο πριν από την πρεμιέρα της παράστασης «Κ.Π. Καβάφης Αυτοβιογραφούμενος» του Γιάννη Φαλκώνη, ο Κωνσταντίνος Τζούμας με προσκαλεί στο φουαγιέ, δίπλα στην τζαμαρία που βλέπει στο κήπο του Νομισματικού Μουσείου. Προτού αρχίσει η συνέντευξη μιλάει για την Αθήνα, γι’ αυτούς που έφτιαξαν μεγάλα ιδρύματα που έγιναν θεσμοί και τα άφησαν σε ανίκανους κληρονόμους. Μιλάει για τη ομορφιά που καταστρέφεται γύρω μας. Για τον κόσμο που έχει εκπαιδευτεί με άλλες ματιές. «Προπονείσαι μια ολόκληρη ζωή για να μην εκφράζεσαι με λαϊκίστικο τρόπο κι έρχεται μια τάξη πραγμάτων και σου λέει “δεν έχουμε ανάγκη την ομορφιά”. Εδώ και κάμποσα χρόνια φαίνεται ότι ψυχαγωγία είναι ο ζόφος. Δεν πιστεύω πια αυτά που βλέπω στις Μπιενάλε του κόσμου: Η ομορφιά θέλει πολλή δουλειά, ενώ αν κάνεις ένα ψηφιακό κόλπο, ότι δήθεν καταγράφεις την κρίση, όλα είναι εύκολα».

Ο Καβάφης μένει στην άκρη και η ερώτηση μοιραία στρέφεται γύρω από την ασχήμια της καθημερινότητας, τα γκράφιτι και τις καταστροφές: «Οσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει άποψη. Την ημέρα καθαρισμού του Πολυτεχνείου, εμφανίστηκε μια ομάδα με βαμμένα πρόσωπα που υποστήριξε πως ο βανδαλισμός είναι έκφραση!».

Τα λέει και στις εκπομπές του στον «Εν λευκώ» αυτά και γίνεται κακός. «Είμαι πολύ κοινωνικός, θέλω να είμαι με ανθρώπους. Πάντα με ενδιέφεραν οι άλλοι: οι απόψεις τους, πώς ντύνονται, τι λένε. Mέσα από τους άλλους μαθαίνω τον εαυτό μου. Και ούτε προετοιμάζω κάτι. Θέλω να εκτεθώ, να βγω στον αέρα και να μείνω μετέωρος».

Στα 71 του δεν τον ενδιαφέρει να πρωταγωνιστεί. «Είμαι των μετόπισθεν», λέει. Ομως, και εικοσάρης όταν ήταν, και άλλοι προτιμούσαν την ένταση της πολιτικής ανησυχίας, εκείνος εκτιμούσε την τζαζ και την κλασική στο Ηρώδειο με τον Κάραγιαν. Με την ελληνική μουσική δεν τα πήγαινε καλά. Οταν κάποτε γνώρισε τον Μάνο Χατζιδάκι, θυμάται ότι του είπε: «Η μουσική σας μου φαινόταν πάντα λυγμική και κοριτσίστικη». Ενώ στον Μίκη Θεοδωράκη: «Εμένα δεν μου έρχονται στα χείλη στίχοι όπως “από τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος”».

Σε μια εποχή που οι νέοι ονειρεύονταν να ξεχωρίσουν ως γιατροί, δικηγόροι, επιστήμονες, «εμείς, στο Πασαλιμάνι, ονειρευόμαστε να είμαστε ωραίοι τύποι όπως o Mαστρογιάνι στην “Ντόλτσε βίτα”».

Δύο αδελφές, μητέρα, γιαγιά – οι πρωταγωνίστριες στο σπίτι. «Ηταν ισχνή η εικόνα του μπαμπά σαν πατρική φιγούρα. Ομως, περνούσα εξαιρετικά. Μεγαλώνοντας, όταν οι συνομήλικοί μου μιλούσαν συνωμοτικά για το γυναικείο θέμα, απορούσα για τους συγκαμένους τρόπους τους. Η οικογένειά μας είχε μια κλωστοϋφαντουργία που φαλίρισε, όμως η μητέρα είχε μέτρο και κανόνισε τη συνέχεια. Δυστυχώς “έφυγε” όταν ήμουν 15 ετών. Ετσι πήρα τη ζωή στα χέρια μου».

«Θεατρίνος»

Είχε, όπως λέει, «μια ροπή προς την ηθοποιία και τον χορό». Συχνά κρυφάκουγε τη μητέρα του όταν έλεγε στις φίλες της: «Δεν θέλω να μου γίνει θεατρίνος». Ο πατέρας του ονειρευόταν για κείνον το διπλωματικό σώμα. Ομως, ο νεαρός Κωνσταντίνος ξεμυαλίστηκε και με το ροκ εν ρολ. Ετσι άφησε το μπάσκετ, το άλμα εις ύψος, το μπιλιάρδο, το πινγκ πονγκ. Ξεμπερδεύοντας με το στρατιωτικό διάλεξε τη σχολή Θεοδοσιάδη με δασκάλους την Ελένη Χατζηαργύρη και τον Τζόγια, ενώ η Ζουζού Νικολούδη τον έχρισε σολίστ. Είχε από παιδί το ταλέντο του χορού. Σε μία από τις περιοδείες που έκαναν το 1971 ανά τον κόσμο διάλεξε να μείνει στη Νέα Υόρκη και τα κατάφερε έως το 1975.

«Το Μανχάταν το γνώριζα από τη γεωγραφία του σινεμά, ήταν ίδιο. Κάποτε πέρασα και από το εργαστήριο του Αλβιν Εϊλι και του Μερς Κάνινγχαμ. Πόζαρα για ζωγράφους, γλύπτες – φωτογράφους σε Art School, όπου η συμφωνία των κοκάλων έφερνε στο μυαλό τους τις ισχνές φιγούρες του Τζιακομέτι. Στην Ελλάδα ήμουν απλώς κοκαλιάρης, ενώ εκεί ήμουν περιζήτητος».

Ο Αντι Γουόρχολ

Τα περιγράφει και στο τελευταίο του βιβλίο «Πανωλεθρίαμβος» (εκδ.Καστανιώτη) για τις ερωτικές περιπέτειες, τις γνωριμίες, τα ξενύχτια, τα κλαμπ. Στο διάσημο κλαμπ Max’s Kansas City έβλεπε, λέει, κάθε βράδυ τον Αντι Γουόρχολ με την ίδια Polaroid ντυμένο με μπλέιζερ, τζιν και άσπρο πουκάμισο και την περούκα που κουνιόταν στο κεφάλι του. Εκεί οι Ρόλινγκ Στόουνς, η Μπιάνκα Τζάγκερ, ο Τενεσί Ουίλιαμς που έτρωγε με την Κάντι Ντάρλινγκ, μια τραβεστί που ισχυριζόταν ότι ήταν η καλύτερη Μπλανς Ντιμπουά. «Εγώ ακόμη δεν ήξερα τον όρο τραβεστί…».

Στην Αθήνα τον έφερε ο Παντελής Βούλγαρης για το «Happy day». Επαιξε το 1975 και στον «Ερωτόκριτο» του Γιώργου Χριστοδουλάκη. Δεν σκέφτηκε να ξαναφύγει. «Η Ελλάδα είναι απατηλή κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ετσι έμεινα». Επειτα παρουσιάστηκε ο Χατζιδάκις και η παράσταση στη Λυρική «Διδώ και Αινείας», ο Νίκος Νικολαΐδης και το σινεμά.

Τη δεκαετία του ’80 τη θεωρούσε πάντα ατσούμπαλη. «Δεν μου άρεσε καθόλου. Εβλεπα ανθρώπους από τραχανοπλαγιές που μεταμορφώθηκαν σε κασμιρολινάτσες, που τους δόθηκε η αφθονία, αλλά επάνω τους φαινόταν χάλια. Ομως, το ελληνικό σινεμά έκανε πράγματα. Ο Νικολαΐδης είχε σχεδιασμένες τις ταινίες του με κάθε λεπτομέρεια. Απόλυτος έλεγχος στο κάδρο. Ο Ζερβός, ο Φέρρης ήταν πιο χαλαροί. Κάποια στιγμή με φώναξε ο Πατσιφάς, που δεν γνώριζα, και μου είπε: “Είναι δυνατόν να σπαταλάτε ένα θεατρικό ταλέντο παίζοντας σε αρλούμπες που αποκαλείτε νέο ελληνικό σινεμά;”. Του απάντησα ότι οι κλασικοί με πλήττουν, ότι με ενδιαφέρει το σήμερα».

Μεγαλώνοντας, ο Κωνσταντίνος Τζούμας κατέληξε ότι «όλοι οι ήρωες των κλασικών είναι καθάρματα. Δεν ενδιαφέρομαι να τους υποδυθώ». Θα ήθελε να παίζει εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά, «όπως και στη ζωή, τα καθάρματα έχουν γκελ». Μόνο οι ήρωες του Μπέκετ του κάνουν εντύπωση, «γιατί ενώ δεν έχουν κάνει τίποτα κακό, πασχίζουν να είναι συνεπείς στο ραντεβού τους. Μου θυμίζουν τον εαυτό μου κάθε πρωί που σηκώνεται να πάει να κάνει ραδιόφωνο».

Είναι μια σχέση παλιά, από τα χρόνια του Δεύτερου της Σοφίας Μιχαλίτση. Στο «Εν λευκώ» μας γοητεύει από το 2000. «Οπως λέει ο Πολ Οστερ: Οι ιστορίες επισκέπτονται αυτούς που μπορούν να τις αφηγηθούν».

Πέρυσι επέστρεψε στο θέατρο έπειτα από εννέα χρόνια. Κούραση κι ένα πρόβλημα υγείας που έκανε την εμφάνισή του το 2004 (λέμφωμα ιάσιμο) τον είχαν κρατήσει μακριά. «Είχα βάλει τον εαυτό μου σε μια κερκίδα και με φαρμακευτική αγωγή παρακολουθούσα τα δρώμενα. Ωσπου άρχισαν να στροβιλίζονται στη ζωή μου διάφορα πρόσωπα, νεαρά κορίτσια με ταλέντο που αναποδογύρισαν τον μπλαζέ και κυνικό εαυτό μου. Ετσι ξαναμπήκα στο παιχνίδι». Στο μεταξύ είχε γράψει και τρία βιβλία.

Πολλοί τον χαρακτηρίζουν απολιτίκ, όμως «δεν με ενδιαφέρει καθόλου». Αν κάτι τον νoιάζει, είναι «τα πράγματα να γίνονται αβίαστα». «Δεν ξέρουμε να διοργανώσουμε φιέστα. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου θα περίμενε κανείς να είναι έξω καρδιά και παραμένει γκρίζο. Η χαρά θεωρείται ενοχή. Με τη σοβαρότητα πλήττω, με τη σοβαροφάνεια γελάω και με τους επαγγελματίες κωμικούς μελαγχολώ».
«Γράφετε κάτι καινούργιο;» ρωτάω πριν κλείσω το κασετόφωνο. «Οχι. Τώρα ζω».

Η ταλαιπωρία των καλών προθέσεων

Πώς αποφάσισε να παίξει στην παράσταση «Κ.Π. Καβάφης αυτοβιογραφούμενος», που συνεχίζεται στο θέατρο «Χορν» για δεύτερο χρόνο, με μεγαλύτερο μάλιστα σχήμα; «Υπάρχει και ματαιοδοξία. Ανθρωποι είμαστε», παραδέχεται. Φυσιογνωμίες όπως ο Καβάφης τον γοητεύουν. «Το γεγονός ότι έμενε πάνω από μπορντέλο τον κάνει ακόμη πιο ενδιαφέροντα στα μάτια μου. Εκείνος ήταν εσωστρεφής και ντροπαλός, κι εγώ έτσι ήμουν μικρός, είχα αυτό που παλιά λέγαμε αγωγή. Ζώντας στη Νέα Υόρκη ξεκλειδώθηκα. Οι καλοί τρόποι για μένα είναι από τα πιο σημαντικά στοιχεία ενός ανθρώπου. Κάνω παρέα με ανθρώπους που διαθέτουν τέτοιους τρόπους».

Πώς περιγράφει την Ελλάδα του σήμερα; «Εχει κάτι από μεταμοντέρνα ασυναρτησία και από την ταλαιπωρία των καλών προθέσεων. Και οι πολιτικοί που δεν μπορώ να υποφέρω, σε ένα τραπέζι λένε ενδιαφέροντα πράγματα. Τι συμβαίνει όταν παίρνουν την εξουσία στα χέρια τους, δεν καταλαβαίνω».