ΠΡΟΣΩΠΑ

Πώς πρέπει να μνημονεύουμε στις μέρες μας το Ολοκαύτωμα;

pos-prepei-na-mnimoneyoyme-stis-meres-mas-to-olokaytoma-2084526

Στη δημοσιογραφία, χρειάζεται ορισμένες φορές και λίγη τύχη. Την ημέρα που η δήμαρχος Καβάλας έπαιρνε την ανήκουστη απόφαση για την αναβολή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου για τους 1.484 Καβαλιώτες εβραϊκού θρησκεύματος που εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης επειδή είχε εγχάρακτο το άστρο του Δαβίδ, είχα ήδη κανονίσει συνέντευξη με την Ισραηλινή συγγραφέα Μίχαλ Γκόβριν, που βρέθηκε για μία μόνον ημέρα στην Αθήνα.

Το θέμα της συνάντησής μας ήταν πιο επίκαιρο από ποτέ: πώς πρέπει να μνημονεύουμε σήμερα το Ολοκαύτωμα; Εβδομήντα χρόνια από την περίοδο που έγινε γνωστό ένα από τα ειδεχθέστερα συστηματοποιημένα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας, πώς πρέπει να περάσουμε το δίδαγμα στις επόμενες γενιές; Κυρίως, γιατί παρατηρείται αναζωπύρωση του αντισημιτισμού στην Ευρώπη, με κρούσματα ακόμη και στη χώρα μας;

Διανοούμενη, ποιήτρια, άνθρωπος του θεάτρου, η Γκόβριν δεν είναι μια τυχαία προσωπικότητα. Το καταλαβαίνει κανείς μόλις αντικρίσει αυτήν τη γεμάτη ζωή γυναίκα με το φωτεινό μυαλό, που έχει ανοίξει έναν νέο δρόμο για τη διαχείριση της μνήμης στην πατρίδα της. Η στάση της σε λίγες γραμμές: ας μη θυμόμαστε το Ολοκαύτωμα ως δοξολογία του κακού αλλά ως πολλές μικρές ιστορίες ηρωισμού και ανθρωπιάς. Αυτές είναι πολύ πιο σημαντικές για το μέλλον του ανθρωπίνου γένους, γιατί δεν αναφέρονται ούτε ανακυκλώνουν τη βία και τη θυματοποίηση αλλά εστιάζουν στην υπέρβαση, τη συμπόνια, την αξία της ανθρώπινης ζωής.

Η Γκόβριν μαζί με καλλιτέχνες, ιστορικούς, μουσικούς, συγγραφείς, επιμελητές εκθέσεων και επιστήμονες που ειδικεύονται στη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου και τη νευροβιολογία συναπάρτισαν μια ομάδα στο Ισραήλ, που εργάστηκε εντατικά πάνω σε αυτό το ζήτημα για τρία ολόκληρα χρόνια. Το αποτέλεσμα της δουλειάς τους έγινε προσβάσιμο στο ευρύ κοινό μέσα από μια πρωτότυπη έκθεση στο Ινστιτούτο Van Leer στην Ιερουσαλήμ, με τίτλο «Τι είναι μνήμη; Εβδομήντα χρόνια μετά».

Η ίδια η προσωπική ιστορία της Γκόβριν έχει ενδιαφέρον: είναι κόρη ενός από τους πρωτοπόρους ιδρυτές του κράτους του Ισραήλ από την Ουκρανία και μιας επιζήσασας του Αουσβιτς από την Κρακοβία. Η μητέρα της δεν μιλούσε για τον εγκλεισμό της και μάλιστα είχε αφαιρέσει με πλαστική επέμβαση το νούμερο στο χέρι της. Και η συγγραφέας καταπιάστηκε με το θέμα αυτό μετά τον θάνατο της μητέρας της και αφού η ίδια είχε αποκτήσει δύο κόρες.

«Ανακάλυψα ότι υπήρξε ηρωίδα, αφού έφυγε από τη ζωή. Οχι μόνον για τη στάση της μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου έχασε τον πρώτο της άνδρα και τον πρωτότοκο γιο της, αλλά και τις προσπάθειες που έκανε μεταπολεμικά για πολλούς συμπατριώτες της, που αναζήτησαν ασφαλές καταφύγιο από τις τέως εμπόλεμες ζώνες. Συγκέντρωσα όλα αυτά τα στοιχεία διότι αποφάσισα να γράψω ένα βιβλίο για τη ζωή της και το βίωμα αυτό υπήρξε αποκαλυπτικό για εμένα. Για εκείνη τη γενιά που έζησε τη φρίκη, η σιωπή και η έναρξη μιας νέας πορείας ήταν πιο ζωτικές από τη μνημοσύνη», είναι οι πρώτες κουβέντες της Γκόβριν.

Αν όμως όσοι επέζησαν ήθελαν να αφήσουν τη φρίκη πίσω τους, τι οφείλουν να κάνουν όσοι ακολουθούν; Στο Ισραήλ υπάρχουν αυτήν τη στιγμή περίπου 190.000 επιζήσαντες με μέσο όρο ηλικίας τα 85 έτη: «Τα στοιχεία αυτά κάνουν πιο πιεστικά τα ερωτήματα για το πώς θα διαχειριστούμε τη μνήμη. Από την ομαδική μας δουλειά προέκυψε πως ο σωστότερος τρόπος, αυτός που δίνει στην τραγωδία ένα νόημα οικουμενικό, είναι πως δεν πρέπει να δοξολογούμε τον θάνατο και τη βία», υπογραμμίζει η Γκόβριν.

«Αντιθέτως, οφείλουμε να θυμόμαστε την εξέγερση στο Γκέτο της Βαρσοβίας. Οι εξεγερθέντες δεν είχαν πιθανότητες να νικήσουν. Ομως θεώρησαν ότι είναι το χρέος τους απέναντι στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Αυτό είναι πιο σπουδαίο παράδειγμα από το να αναφερόμαστε συνέχεια στα κρεματόρια».

Απώθηση

Η συγγραφέας θεωρεί ότι οι ενοχές που δημιουργεί η μνήμη για τα στρατόπεδα μπορεί ακόμα και να οδηγήσει σε αντισημιτισμό, στην άρνηση ή την απώθηση. «Για μένα, όλες αυτές οι μορφές είναι πάλι ένας τρόπος να θυμάσαι, μια ανεστραμμένη διαδικασία της μνήμης που συνθλίβεται από το βάρος, την αδυναμία διαχείρισης, την αλλοτρίωση. Συνεπώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από την ερώτηση: πώς πρέπει να θυμόμαστε; Είναι αναπόφευκτη».