ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο ευγενικός, απόμακρος, σπαρακτικός, Παπάζογλου

Ο ευγενικός, απόμακρος, σπαρακτικός, Παπάζογλου

o-eygenikos-apomakros-sparaktikos-papazogloy0
Ο τραγουδοποιός με το τσάκισμα στη φωνή,
που λάτρευε τις θάλασσες και τους ουρανούς

Της Γιωτας Συκκα

«Εγώ δεν είμαι ποιητής / είμ’ ο λυγμός του..» τραγουδούσε ο
Νίκος Παπάζογλου το 1995 και θα ’λεγε κανείς ότι ο Λάζαρος Ανδρέου
που έγραψε τους στίχους είχε συγκινηθεί κι αυτός από τη
χαρακτηριστική φωνή του. Αυτό το περήφανο, ανάλαφρο τσάκισμα, το
γύρισμα που δεν είχε καμία σχέση με το μίζερο λυγμό της παραίτησης,
αλλά περισσότερο με την ποίηση στο τραγούδι.

Του άρεσε του Νίκου Παπάζογλου ο προσεγμένος λόγος. Και πάντα
έλεγε ότι το λαϊκό τραγούδι πρέπει να έχει καλό στίχο. Ετσι κι
αυτοί που τραγούδησε, είτε ήταν άλλων δημιουργών είτε δικοί του,
δεν ήταν λόγος της δισκογραφικής βιασύνης, αλλά των δικών του
ρυθμών. Με αίσθημα και εικόνες. Στίχοι που μιλούν για ναυαγούς της
ιστορίας, που παίνευαν τη Φύση και τον έρωτα, τη γυναίκα: «Φλόγες
ζωηρές που τρεμοπαίζουνε/τα ρούχα, τα μαλλιά της στον αέρα» ή «Πώς
μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά/την άμμο που σαν καταρράχτης
έλουζε…».

Μουσαφίρης

Λυρικός τραγουδοποιός, διορατικός παραγωγός, ευαίσθητος
άνθρωπος, ερμηνευτής με ιδιαίτερη φωνή αγαπήθηκε κι ας μη
συμμετείχε ποτέ στο αθηναϊκό μουσικό κατεστημένο. Επισκέπτης της
Αθήνας, δεν παραδόθηκε στους ρυθμούς και τον τρόπο της, ξεσήκωνε
παρ’ όλα αυτά το θέατρο Λυκαβηττού αν και παρέμεινε ένας καλός
μουσαρίφης που τιμούσε τον τόπο του: τη Θεσσαλονίκη.

Κι όσο κι αν αναλύουν αυτές τις ημέρες οι παράταιρες τηλεοπτικές
εκπομπές και οι παραγωγοί του ραδιοφώνου, κανείς τελικά δεν μπορεί
να εξηγήσει με βεβαιότητα τι είχε αυτή η φωνή που σε έκανε να
ριγείς στα 25 σου, αλλά και τώρα στο κατώφλι των 50 να ’χεις αυτόν
τον ανεξήγητο κόμπο στον λαιμό.

Υπό έλεγχο

Το ιδίωμα, εξηγούσε ο ίδιος με το πέρασμα των χρόνων που είχε
γίνει πιο ομιλητικός, το ’χε πάρει από τα οικογενειακά γλέντια και
τη μάνα του. Εκείνη «ό, τι κι αν έλεγε έκλαιγε. Γινόταν κομμάτια,
διαλυόταν». Εκείνος ήθελε τη συγκίνηση αλλά και τον έλεγχο και
κατέληγε συνήθως στα λόγια του Μανώλη Ρασούλη (σε σαράντα ημέρες
έφυγαν και οι δύο): «Συγκίνηση μεν, συνείδηση δε».

Οι συναυλίες του κατέληγαν πάντα σε γλέντι. Σε ένα γλέντι που
έβγαζε στην επιφάνεια το «αχ». Και το ντύσιμό του, η στολή όπως
σάρκαζαν πολλοί στην Αθήνα, όταν οι ίδιοι γοητεύονταν πια από το
στήσιμο των γιάπηδων και τη λαϊφστάιλ αισθητική, ήταν επιλογή και
ένα πείσμα. Τζιν πάντα, το ίδιο πουκάμισο και εκείνο το κόκκινο
μαντίλι που έγινε μόδα για χρόνια στον λαιμό και τον καρπό αγοριών
και κοριτσιών.

Πουκάμισα φυλακής που έκανε παραγγελία επί χρόνια στην Αμερική.
Ανάγκη στην αρχή, μόλις είχε απολυθεί από τον στρατό, τα χρήματα
δεν περίσσευαν και οι γνωστοί τον απέφευγαν γιατί πήγαινε στα
καλέσματα με το ίδιο πουκάμισο που ξέμεινε από τη στολή αγγαρείας.
«Πιτσιρικάς, για να βγάζω ένα χαρτζιλίκι, είχα ένα κόκκινο μάλλινο
πανί στην τσέπη του μπλουτζίν μου και τριγυρνούσα στους πάγκους των
εμπόρων γυαλίζοντας τα φρούτα τους για να ’χουν ωραία μόστρα.
Μάλλον από κει ’μου έμεινε η συνήθεια με την μπαντάνα κι απ’ το
γεγονός ότι η μητέρα μου δεν μ’ άφηνε ποτέ να φύγω απ’ το σπίτι
χωρίς μαντίλι», εξηγούσε αυτή την επιμονή του το 2007 σε συνέντευξή
του στην Γιούλη Επτακοίλη.

Περίεργος, απόμακρος αν και πολύ ευγενικός, έλεγαν όσοι δεν
καταλάβαιναν τις επιλογές του. Οπως πολλά χρόνια πριν, στα μέσα της
δεκαετίας του ’80 σε ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη με τη Γλυκερία και
τον Στέλιο Φωτειάδη. Εκείνη στα ντουζένια της, αυτός είχε μόλις
πάρει τη μεγάλη φόρα στην Αθήνα και η Ομογένεια ζητούσε να μάθει
περισσότερο για την καινούργια φωνή.

Οι συναυλίες γέμιζαν τις αίθουσες, όμως πολλοί δεν καταλάβαιναν
γιατί αυτός ο χαμογελαστός μακρυμάλλης με την ωραία φωνή «φοράει
πάντα τα ίδια», ακόμη και στις γυαλιστερές αίθουσες όπου οργάνωναν
τις δεξιώσεις. Φιλικός, καταδεκτικός μιλούσε σε όλους αλλά πάντα
έβρισκε τρόπο να φεύγει πρώτος. Οσο για τις λίμο που του έστελναν
για τις μετακινήσεις, προτιμούσε την ανεξαρτησία του μετρό.

Δεν του πήγαινε οτιδήποτε ήταν έξω από τις δικές του συνήθειες.
Διάλεγε αυτοελεγχόμενες συναυλίες στα δύσκολα νησιά στα οποία
πήγαινε επί είκοσι και πλέον χρόνια, προτιμούσε να συστήνει τα
τραγούδια με τον τρόπο που έμαθε από την «Εκδίκηση της Γυφτιάς»
όταν οι ειδικοί τα είχαν αποκηρύξει, δεν ήθελε χορηγούς και
κρατικούς προστάτες, φρόντιζε πάντα να έχει ανοιχτούς χώρους και τη
«Λοξή φάλαγγα». Ιδιοι μουσικοί, φίλοι κολλητοί, επί τρεις
δεκαετίες.

Κάτι έλειπε

Μοναδική εξαίρεση ο «Κεραμεικός» όπου τον κάλεσε ο Διονύσης
Σαββόπουλος το 2005. Ο πρώτος μεγάλος χώρος που εμφανίστηκε, πολύ
μεγαλύτερος από το «Ζουμ» όπως έλεγε. «Νίκο, έλα σε παρακαλώ για
ένα γρήγορο πέρασμα την εικόνα Ε», τον φώναξε εκείνο το βράδυ λίγες
ημέρες πριν από την πρεμιέρα, στον γεμάτο από μουσικούς εξώστη. Ο
Παπάζογλου χαμένος με τους ηλεκτρολόγους και τα καλώδια, αφήνει τη
γωνία και το τσιγάρο που δεν αποχωριζόταν και συνδυάζει το «Στο
Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι» με το «Black is black», το «Φυσάει
βοριάς» με το «Στο τηλέφωνο σε παίρνω από τη γωνία» σε ρυθμό φανκ
και τσάμικο μαζί. Οι μουσικοί επιδοκιμάζουν, αλλά εκείνος ήταν
φανερό ένιωθε κάπως άβολα. Ελειπαν οι δικοί του συνεργάτες.

Ο Παπάζογλου ήταν ολιγαρκής και ευαίσθητος. Πιστός στην παρέα «η
οικογένεια» έλεγε, στις θέσεις και τις αρχές του, τον τρόπο ζωής
του. Στην Αθήνα έμενε πάντα στο ίδιο μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα,
δεν εξέφραζε παράπονα, δεν του πήγαινε η μεγαλούπολη και οι
συνήθειές της, η τηλεόραση, οι συνεντεύξεις.

Ηθελε τα ταξίδια, τις αγαπημένες του θάλασσες και τα νησιά,
προπάντων τη Νίσυρο, το σκαρί του, το συνεταιρικό με τους φίλους
Τσένα που πιλοτάριζε κι ας είχε υψοφοβία, το κτήμα του με το
περιβόλι και τα ζώα, τα άλογα, τη δημιουργία στο χειροποίητο
«Αγροτικόν», το οποίο παραχωρούσε δωρεάν για ηχογραφήσεις όταν
μυριζόταν παιδιά με αίσθημα και ταλέντο.

Το πρώτο βήμα, η «Εκδίκηση της Γυφτιάς»

Η «Εκδίκηση της Γυφτιάς» των Ρασούλη-Ξυδάκη ήταν η αρχή μετά τα
νεανικά γκρουπ, τα αγγλόφωνα τραγούδια και τα σχέδια για το
εξωτερικό, αλλά και ο δρόμος για τα δικά του τραγούδια με τον νέο
ήχο. Και το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι τον ρωτήσαμε την τελευταία
φορά; «Ο ήχος που κυριαρχεί (σήμερα) είναι πολύ ελαφρύς. Αυτή η
επανάληψη των ρεφρέν, αυτή η πιπίλα, είναι τόσο απονευρωτικά για το
λαϊκό τραγούδι. Ενα κατασκεύασμα για να καταναλωθεί σε
συγκεκριμένους χώρους». Είχε όμως και το παράπονο της Θεσσαλονίκης.
«Δυστυχώς τα μικρά στέκια στα οποία ξεπηδούσαν φωνές με ενδιαφέρον,
έχουν σβήσει. Εχουμε μια αιμορραγία ταλέντων στην Αθήνα. Ο καθένας
έρχεται μόνος. Είναι και η τηλεόραση που έχει αναλάβει τον ρόλο του
φυτωρίου ταλέντων. Δεν υπάρχουν πια δημιουργικές παρέες ή κι αν
υπάρχουν μοιάζουν αδύναμες, χωρίς φωνή».

Προς την Ανατολή

«Ακούς μόνο κάτι σαχλαμάρες του τύπου ’’χέρια ψηλά’» έλεγε και
στη Γ. Επτακοίλη. Ηταν η εποχή που ο ίδιος ψάχνεται όλο και πιο
πολύ με την παράδοση. Το δημοτικό τραγούδι και το παλιό λαϊκό όπως
έχει αποτυπωθεί στον τελευταίο του δίσκο. «Εχω λίγο απ’ όλα» δήλωνε
σε συνέντευξή του στον Ορφέα.

Τα τελευταία χρόνια είχε επιλέξει πια την ανατολή, αντίθετα από
τα τραγούδια του Μπομπ Ντύλαν και τα ροκ γκρουπ στα χρόνια του ’60.
Τη δεκαετία του ’80 μπόλιασε το λαϊκό με το ροκ, μας παρέσυρε: «σ’
ένα μεικτό και νόμιμο μουσικό είδος» όπως μας πρωτοείπε στο
«Χαράτσι», προτείνοντας «να συγκεράσουμε τις μουσικές μας
αντιθέσεις». Κι αφού μας έπεισε συνέχισε «Μέσω Νεφών», στα
«Σύνεργα», την «Επιτόπια Ηχογράφηση», «Οταν κινδυνεύεις παίξε την
Πουρούδα» και το σάουντρακ «Νοσταλγός» κάνοντας σχολή. Με ξεχωριστά
πάντα εξώφυλλα της Βαρβάρας Williams, «της κυράς μου». Η φωνή της
«Εκδίκησης της Γυφτιάς», έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.
Ετσι και τα τραγούδια που έγραψε και είπε. Αισιόδοξα, ελεύθερα,
βιωματικά, γεμάτα συναισθήματα, εμπειρίες, αξιοπρέπεια.
Απενοχοποίησαν το σώμα από τη μεταπολιτευτική σοβαροφάνεια, το
έγδυσαν από τη στερημένη αριστερίλα, το προέτρεψαν να λικνιστεί
στην ποίηση. Κι όσο κι αν τσάκισε από τα χρόνια και το τσιγάρο η
φωνή, «Είναι κάτι στιγμές/ τρυφερές και λεπτές/ σαν κλωστές
τυλιγμένες σ’ αδράχτι/ σε γυρνούν απαλά/σε μεθούν σιωπηρά/ σε
γεμίζουν με πείσμα και άχτι…», όπως του έγραψε η Πολυξένη Βελένη.
Αυτές δεν ξεχνιούνται στην ελαφρότητα της εποχής.


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ