ΠΡΟΣΩΠΑ

Κ. Μαραγκού: «Δεν μπορώ να κάνω πλαστική στο βλέμμα»

k-maragkoy-den-mporo-na-kano-plastiki-sto-vlemma-2116554

Η Κατερίνα Μαραγκού ήταν στη Σύρο όταν τη βρήκε η Αναστασία Ρεβή, καλλιτεχνική διευθύντρια της ομάδας Theatre Lab Company που ζει και εργάζεται εδώ και 20 χρόνια στο Λονδίνο, και την έπεισε όχι μόνο να επιστρέψει στη σκηνή αλλά με μια ηρωίδα που κάθε πρωταγωνίστρια ποθεί να παίξει. «“Αρκετά κάθισες δύο χρόνια”, μου είπε, θεωρώντας ότι ήταν η κατάλληλη ώρα για την Αλεξάντρα ντελ Λάγκο, από το “Γλυκό πουλί της νιότης”, μια από τις πιο αγαπημένες ηρωίδες μαζί με την Μπλανς Ντιμπουά, του Τενεσί Ουίλιαμς», λέει στην «Κ» η πρωταγωνίστρια.

Ενώ η ίδια αναρωτιόταν κατά πόσο το έργο αφορά το σημερινό κοινό, η Ρεβή την παρότρυνε να το αντιμετωπίσει σαν έναν πίνακα ζωγραφικής που θαυμάζεις στην Πινακοθήκη. «Δεν είχε άδικο», παραδέχεται η Κατερίνα Μαραγκού. «Αλλωστε η καταστροφική φθορά του χρόνου και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται από τη γυναίκα και τον άνδρα είναι αγωνίες διαρκείς». Τώρα χαίρεται σαν βλέπει στην πλατεία τα βράδια ένα ανάμεικτο κοινό, με πολλούς νέους ανάμεσα, να ξαφνιάζονται με τη ροκ εν’ ρολ ατμόσφαιρα της παράστασης.

Με τον Βίλη Ανδρέου (από τους παλαιότερους έμπειρους παραγωγούς και σύζυγό της), πήραν το ρίσκο για άλλη μια φορά. Οπως έκαναν και το 2004, επενδύοντας σε μια περιοχή που δύσκολα κανείς ανοίγει καινούργιο θέατρο. Το «Αλμα» στην Αγίου Κωνσταντίνου πέτυχε και έγινε θεατρικό στέκι, δύο στενά κάτω από το Εθνικό Θέατρο.

Μετά τις ηρωίδες του Ιψεν, του Ουίλιαμς, του Αλμπι, του Αρμπούζοφ, του Κοκτό, του Στρίντμπεργκ κ.ά. στο θέατρο «Αθηνών», το δικό της θέατρο, και πριν σε άλλες σκηνές, καταπιάστηκε και με την Αλεξάντρα ντελ Λάγκο. «Η ηρωίδα, μια διάσημη ηθοποιός αλαφιασμένη μπροστά στον χαμό της νιότης, είναι μια γυναίκα που γεννήθηκε στα φώτα, στη δόξα, στο σελοφάν του Χόλιγουντ της εποχής, όπου όλα ήταν ροζ και στηρίζονταν στη λάμψη και στο χρήμα. Μεγαλώνοντας και συνειδητοποιώντας τη μοναξιά της, αναζητάει την ψευδαίσθηση της νιότης σε πληρωμένους έρωτες όπως του Τσανς Γουέιν (Ομηρος Πουλάκης). Αλλά κι όταν καταλαβαίνει ότι δεν τελείωσε στο Χόλιγουντ, πως είναι μεγάλη ηθοποιός αλλά όχι σταρ, παρατάει τα πάντα, χάνεται στο φως και σαν χρυσαλλίδα καίγεται. Είναι όλο το βάσανο που κουβαλάει ο Τενεσί Ουίλιαμς πάνω στη φθορά του χρόνου. Κατά βάθος είναι ο φόβος του θανάτου».

Πρωταγωνίστρια σε μεγάλους ρόλους σχεδόν επί 40 χρόνια στο θέατρο αλλά και σε τηλεοπτικές σειρές «Η αρχαία σκουριά», «Η ζωή του Αττίκ», «Κλειστοί δρόμοι», «Θυσία» κ.ά., η Κ. Μαραγκού συνδυάζει τη γλύκα με τη σοβαρότητα. Αντίθετα με τις ηρωίδες του Ουίλιαμς που ζουν σε φαντασιώσεις προκειμένου να ξεγελάσουν τον χρόνο, εκείνη έμαθε νωρίς ότι «όλα αρχίζουν κι όλα τελειώνουν». Της το έμαθε ο πατέρας της στη Σύρο, εκεί όπου, όπως λέει, «είναι ακουμπισμένες όλες οι παιδικές μνήμες».

«Ηταν έμπορος φρούτων αλλά είχε τελειώσει τους Φρερ, ένα σχολείο στη Σύρο όπου τα παιδιά αποκτούν άλλη καλλιέργεια. Ηταν ποιητής της ζωής. Καθολικός. Εμαθα απ’ αυτόν, νωρίς, ότι όλα κάποια στιγμή τελειώνουν. Ετσι και το πέρασμα του χρόνου, που δεν μπορείς να το σταματήσεις ούτε με πλαστικές ούτε με τίποτα. Ο τρόπος που θα σε κοιτάξω κουβαλάει την πείρα της ζωής που έχω σε αυτή την ηλικία. Δεν μπορώ να κάνω πλαστική στο βλέμμα. Οι ρυτίδες είναι η ζωή».

Ενοχλείται με την τάση αποδόμησης των κλασικών κειμένων που υπάρχει στο ελληνικό θέατρο. «Το να προσπαθείς να αποδομήσεις τον αρχαίο λόγο ή να αλλοιώσεις ένα κλασικό έργο νομίζοντας ότι κάνεις κάτι πρωτοποριακό, ενώ στην ουσία δεν κάνεις τίποτα. Μπορεί να το κάνουν κάποιες νέες ομάδες που θέλουν μια διαφορετική φρεσκάδα, άλλωστε πρέπει να υπάρχει και το εναλλακτικό. Αλλά δεν μπορεί όλα να τα αντιμετωπίζουμε μέσα από την αποδόμηση μόνο και μόνο για να θεωρούμαστε μοντέρνοι».

Παρ’ όλα αυτά πιστεύει στο θέατρο. «Με φοβίζει μόνο το πολιτικό πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί. Φοβάμαι την ψυχολογία των ανθρώπων που διαρκώς δοκιμάζονται. Θεατές που σκέφτονται τα 10 και 12 ευρώ μπροστά στους φόρους που τους πιέζουν. Η κατάσταση στο θέατρο είναι οριακή. Βέβαια ο Ελληνας το έχει στο DNA του, ακόμη και στις δύσκολες εποχές, στον πόλεμο, πάντα το υποστήριζε».