ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Ξ. Καλογεροπούλου: Απαράδεκτο και σκοτεινό ό,τι συνέβη στον Λούκο

x-kalogeropoyloy-aparadekto-kai-skoteino-o-ti-synevi-ston-loyko-2117561

Επί χρόνια ήθελε να γράψει ένα βιβλίο. Οχι μυθοπλασία, ούτε αυτοβιογραφία. Μια συνέντευξη ήθελε να πάρει… από τον εαυτό της και να την καταγράψει. «Για τις περισσότερες συνεντεύξεις από όσες είχα δώσει μετάνιωνα. Δεν με αντιπροσώπευαν. Είτε οι ερωτήσεις δεν με ενέπνεαν είτε οι δικές μου απαντήσεις δεν έβγαιναν όπως θα ήθελα» εξηγεί. «Σκεφτόμουν, λοιπόν, να ρωτάω τον εαυτό μου αυτά που εγώ θεωρούσα σημαντικά και να απαντάω η ίδια!». Τελικά, η ιδέα δεν ευοδώθηκε. Αλλά το πρώτο της βιβλίο βρίσκεται εδώ και λίγο καιρό στα βιβλιοπωλεία. «Γράμμα στον Κωστή» είναι ο τίτλος του, αφού αποδέκτης του είναι ο σύζυγός της, Κωστής Σκαλιόρας, κριτικός θεάτρου/κινηματογράφου και μεταφραστής. Θα ήταν αποδέκτης, για να είμαστε ακριβείς, αν δεν είχε φύγει από τη ζωή τον Οκτώβριο του 2013 σε ηλικία 86 ετών.

Ομως, αν και απών, ο επί 37 χρόνια «δικός της» Κωστής έγινε αφορμή να αφηγηθεί, με λόγο χειμαρρώδη και καθηλωτικό, τη ζωή της και ταυτόχρονα την ιστορία μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια. Αστικά σαλόνια, παρέες καλλιτεχνών και διανοουμένων, λαϊκοί θίασοι, τα «ανέγγιχτα» από τον τουρισμό ελληνικά νησιά της δεκαετίας του ’40 και του ’50, η λαμπερή εμπορική κινηματογραφική παραγωγή και το μη εμπορικό θέατρο του ’60, η περίοδος της Χούντας, όπως την έζησαν κυρίως οι θεατράνθρωποι – όλα περνούν μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της. «Για να είμαι ειλικρινής, εγώ ξεκίνησα απλώς να γράψω κάτι στον Κωστή, αλλά πήρα φόρα και βυθίστηκα στη διαδικασία της γραφής για ενάμιση χρόνο. Στην αρχή ήταν πολύ οδυνηρό. Με τον καιρό έγινε παρηγορητικό και προς το τέλος σχεδόν ευχάριστο» λέει η Ξένια Καλογεροπούλου.

Αυτό το βιβλίο έγινε η αφορμή να συναντηθούμε. Αλλά η επικαιρότητα διεκδικεί το δικό της μερτικό σ’ αυτή τη συζήτηση. «Είμαι πολύ στενοχωρημένη με το θέμα του Λούκου, δεν μπορούν να του φέρονται έτσι» μου λέει θυμωμένη. «Να το γράψεις, σε παρακαλώ! Αυτό που συνέβη είναι σκοτεινό και απαράδεκτο, σαν τις δίκες της Σοβιετικής Ενωσης. Ο τρόπος που λειτουργεί το υπουργείο Πολιτισμού με πικραίνει πολύ. Οσο καμάρωνα όταν πρωτοήρθε στην Ελλάδα κι ανέλαβε το Φεστιβάλ, τόσο ντρέπομαι σήμερα». Είναι αισιόδοξη για το μέλλον; Πιστεύει ότι ως χώρα θα καταφέρουμε να βγούμε κάποια στιγμή από την κρίση; «Παρακολουθώ τα πάντα μετά μανίας, σχεδόν μαζοχιστικά. Κι όσο ενημερώνομαι, τόσο στενοχωριέμαι. Δεν βλέπω τι θα μπορούσε να μας κάνει να βγούμε από τον βάλτο όπου έχουμε πέσει. Δυστυχώς, από τους κυβερνώντες, όπως και από τους προκατόχους τους, λείπουν οι ικανότητες και η ειλικρίνεια, η ειλικρινής και έντιμη αντιμετώπιση του προβλήματος. Μας ξεγελούσαν πάντα. Το ίδιο κάνουν τώρα. Ανέλαβαν θέσεις άνθρωποι που δεν είναι ικανοί και τίποτα δε γίνεται σωστά. Βέβαια, φταίμε κι εμείς γιατί μας άρεσε που μας χάιδευαν τα αυτιά, είμαστε επιρρεπείς στον λαϊκισμό».

Σε προσωπικό επίπεδο, τι περιμένει από τη νέα χρονιά; «Είμαι γριούλα πια, το βλέπω στον καθρέφτη. Αλλά δεν με πειράζει, είμαι καλά. Εχω τα παιδιά του Κωστή και τα εγγόνια μας –μαζί τους η λέξη “μητριά” έχει γίνει πιο γλυκιά-, έχω φίλους που με αγαπούν πραγματικά και με νοιάζονται. Εχω και μια γάτα, την Τιτίνα. Εχει κωλοχαρακτήρα, με δαγκώνει, τη φοβάμαι, αλλά ζούμε μαζί εδώ και δέκα χρόνια. Αυτή μου έτυχε, τι να κάνω; Το σπίτι είναι… πιο σπίτι με μια γάτα. Το μεσημέρι έρχεται και ξαπλώνει δίπλα μου. Είναι παρηγοριά να αισθάνομαι το βάρος της, καθώς ακουμπάει στα πόδια μου…».

Επιστροφή στις σελίδες του βιβλίου… Για τον αναγνώστη, είναι εντυπωσιακό πόσο λεπτομερείς ξεδιπλώνονται οι περιγραφές της, ακόμη και για πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα από τα οποία απέχουμε πολλές δεκαετίες. Γράφει για το πατρικό της στο Ψυχικό, σε στυλ Μπαουχάους, σχεδιασμένο από τον αρχιτέκτονα Μανώλη Βουρέκα, ο οποίος αργότερα σχεδίασε το ξενοδοχείο Χίλτον. Για το ατελιέ της μαμάς της που μύριζε λαδομπογιά και νέφτι και είχε ένα μεγάλο ραδιογραμμόφωνο με τρεις μόνο δίσκους: το «Θα σε πάω, κυρά μου, στο παζάρι», τον «Γαλάζιο Δούναβη» του Γιόχαν Στράους και κάποια κομμάτια του Σούμαν. Για το μπάνιο των ξένων, που στα ντουλάπια του είχε θησαυρούς: παλιά γαλλικά περιοδικά και μια μάσκα από αυτές που φορούσαν για τα αέρια στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμo. Για τoν κήπο με τις «δύο μεγάλες ελιές και μια μικρούλα», το κυπαρίσσι, τα πεύκα, τις πασχαλιές και τις σπιρέες. «Αλήθεια, δεν τις ακούω πια. Κάποτε άνθιζαν μαζί» γράφει. Τη στέρνα όπου έπαιζε με τον ξάδελφό της – τον γνωστό αρχιτέκτονα Μιχάλη Φωτιάδη.

Τα βιβλία και όχι οι άνθρωποι διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου

Πολύ έντονα θυμάται και τη βιβλιοθήκη των γονιών της με τα εκατοντάδες βιβλία. Εκεί πρωτοδιάβασε όλα τα έργα του Μολιέρου σε μια παλιά έκδοση με πολλές γκραβούρες.«Τα βιβλία διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα μου, όχι οι άνθρωποι» τονίζει. «Επειδή ήμουν μοναχοπαίδι κι αισθανόμουν μοναξιά, έπεφτα με τα μούτρα στην ανάγνωση: από παραμύθια μέχρι βιβλία μεγαλίστικα και ακατάλληλα για ανηλίκους. Κανείς δεν με ήλεγχε. Πήγαινα στο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν, που ήταν νονός μου και μου είχε μεγάλη αδυναμία, και γέμιζα σακούλες με όποια βιβλία ήθελα. Λάτρεψα τους συγγραφείς του 19ου αιώνα. Μπορεί να βαριόμουν τις μακροσκελείς περιγραφές, όπως του Μπαλζάκ, αλλά με ενδιέφεραν τα πρόσωπα και η ιστορία. Σε αυτά εστίαζα». Τα περισσότερα βιβλία από εκείνη την εντυπωσιακή σε μέγεθος βιβλιοθήκη πωλήθηκαν, σε περιόδους που η οικογένεια είχε ανάγκη για χρήματα. Κάποια, όμως, όπως τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, δεν τα αποχωρίστηκε ποτέ. Υπάρχουν ακόμα στο διαμέρισμα της οδού Αλκμάνος, όπου η Ξένια Καλογεροπούλου έζησε τα πιο ευτυχισμένα της χρόνια, με τον Κωστή Σκαλιόρα.

Η μνήμη είναι ευλογία ή κατάρα, τελικά; «Μπορεί να είναι και τα δύο. Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που δεν θα ήθελα να θυμάμαι. Αλλά τις περισσότερες αναμνήσεις μου τις νιώθω ευλογία. Για παράδειγμα, δεν ξέχασα ποτέ τον αριθμό του τηλεφώνου μας στο Ψυχικό: 77190. Περίεργο δεν είναι; Τον φυλάω στο μυαλό μου λες και υπάρχει περίπτωση να τηλεφωνήσω στην παιδική μου ηλικία! Κάποιοι ίσως πουν ότι δεν ήταν απαραίτητο στο βιβλίο να απαριθμήσω όλα τα φυτά που υπήρχαν στον κήπο του πατρικού μου. Εγώ όμως είχα ανάγκη να το κάνω: για να αναπλάσω τον χαμένο παράδεισο εκείνων των χρόνων…».

Μέχρι να έρθουν τα πιάτα μας, πίνοντας λευκό κρασί και τσιμπολογώντας τα ορεκτικά, με παροτρύνει να δω μια παράσταση που είδε πρόσφατα και την εντυπωσίασε: «Το γήρας – Ενα χρονικό», στο Εθνικό Θέατρο. «Ηρωες είναι γέροι που θυμούνται τη ζωή τους και σκέφτονται τον θάνατο. Βλέποντάς την συνειδητοποίησα ότι εγώ καθόλου δεν φοβάμαι το να πεθάνω αλλά τη διαδικασία. Το μετά δεν με ενδιαφέρει. Απλώς δεν θέλω ομιλίες. Μόνο να ακουστεί το τραγούδι μου, “Το βλέφαρό μου”. Ναι, ξέρω, θα μου πείτε πως είναι ίσως πρώιμη μια τέτοια συζήτηση. Το λένε και πολλοί φίλοι μου αυτό. Ξεγελιέστε, επειδή στέκομαι καλά στα πόδια μου, είμαι πολύ ενεργή και, ευτυχώς, έχω καλή υγεία. Ομως, υπάρχει μια αριθμητική πραγματικότητα, την οποία δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς: μπαίνω πια στα 80…».

Η Ξένια των κινηματογραφικών ταινιών είναι μια άλλη Ξένια

Η κουβέντα γυρνάει ξανά στα παιδικά της χρόνια. Οι γονείς της χώρισαν όταν εκείνη τέλειωνε το Δημοτικό. Το σοκ ήταν μεγάλο. «Πίστευα ότι ζούσα στο πιο όμορφο σπίτι που υπήρχε, ότι οι γονείς μου ήταν οι καλύτεροι του κόσμου – και ξαφνικά όλο αυτό γκρεμίστηκε. Από το Ψυχικό βρέθηκα στην οδό Κυψέλης, σ’ ένα δωμάτιο, μόνο του, στη μέση μιας ταράτσας. Για μπάνιο και για να μαγειρέψουμε κατεβαίναμε στο διαμέρισμα των ιδιοκτητών. Ηταν αβάσταχτο. Βίωσα μια απότομη ενηλικίωση». Κράτησε κακία στους γονείς της για τον χωρισμό τους; «Νόμιζα πως όχι. Αλλά αρκετά χρόνια μετά, κάτι αναδύθηκε από μέσα μου, και μια μέρα είπα ξαφνικά στη μητέρα μου: “Δεν έπρεπε να χωρίσεις!” Ηταν χαζό και άδικο, αφού δεν έφταιγε εκείνη, ο πατέρας μου ήταν αυτός που έφυγε. Και για την ίδια ήταν πολύ οδυνηρό».

Εχει ζήσει και η ίδια έναν επώδυνο χωρισμό, με τον επίσης σπουδαίο ηθοποιό Γιάννη Φέρτη. Αιτία ήταν τότε μια άλλη γυναίκα, η Τάνια Τσανακλίδου. Στο «Γράμμα στον Κωστή», η Ξένια Καλογεροπούλου περιγράφει ακομπλεξάριστα πώς οδηγήθηκαν στο διαζύγιο έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια γάμου. Πώς σκέφτεται εκείνα τα γεγονότα σήμερα; «Ο χρόνος αλλάζει τη σχέση μας με τα πράγματα. Τα τραύματα δεν πονάνε πια όπως στην αρχή. Ο Γιάννης μου τηλεφώνησε για να μου πει πόσο άρεσε το βιβλίο στον ίδιο και στη σύζυγό του, τη Μαρίνα. Και με την Τάνια είμαστε συγχωριανές πια, έχουμε κι οι δυο σπίτι στις Μηλιές Πηλίου. Δεν κάνουμε παρέα, γιατί είμαστε πολύ διαφορετικές, αλλά έχουμε αμοιβαία συμπάθεια. Παλιότερα, δεν ήθελα ούτε τα τραγούδια της ν’ ακούω! Τώρα τα ακούω και μονολογώ: Αχ, βρε Τάνια, τι έχουμε περάσει και οι δυο…».

«Μόνο τον Κωστή…»

Λίγο μετά τον χωρισμό της με τον Γιάννη Φέρτη, μπήκε στη ζωή της ο Κωστής Σκαλιόρας. «Ηταν περίεργο, γιατί γνωριζόμασταν καιρό, κάναμε ήδη παρέα. Αλλά ερωτευτήκαμε. “Ξαφνικά, ήταν σαν να είχα κλειστά τα μάτια μου, να τα άνοιξα και να είδα την Ξένια”, είχε εξομολογηθεί εκείνος σε φίλους του. Ηταν τόσο δυνατή η αγάπη του για μένα! Κανείς δεν με αγάπησε ποτέ έτσι. Δεν ήταν άνθρωπος από αυτούς που μπορείς να ακουμπήσεις πάνω τους, γιατί ήταν πολύ ευαίσθητος και ευάλωτος, αλλά ο τρόπος που με αγαπούσε μου έδινε απίστευτη σιγουριά…». Από όλους τους ανθρώπους που γνώρισε, ποιους νοσταλγεί περισσότερο; «Κανέναν, μόνο τον Κωστή. Ολοι έπαιξαν τον ρόλο τους, αλλά τους θυμάμαι απλώς».

Δεν μπορώ να μην την ρωτήσω, όμως, και για τις σπουδές της στο Λονδίνο, στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης («Εδωσα εξετάσεις μπροστά στον σερ Κένεθ Μπαρνς, που ήταν διευθυντής της από το 1909 με έναν μονόλογο από την “Αντιγόνη” στα αγγλικά») και τη θητεία της στον ελληνικό κινηματογράφο. Από το 1958 μέχρι το 1972 είχε πρωταγωνιστήσει σε δεκάδες ταινίες. Εχει… λύσει τους λογαριασμούς της μ’ αυτό το κομμάτι του παρελθόντος της; «Η Ξένια αυτών των ταινιών είναι μια άλλη Ξένια. Πρόσφατα ξαναείδα την “Κυρά μας τη μαμή” του Αλέκου Σακελλάριου. Μου άρεσε, ήταν η πρώτη μου ταινία κι ήμουν νέα και ανέμελη. Μετά μπήκα σε καλούπι και δεν αντιμετώπιζα πια τις ταινίες με την ίδια χαρά». Είχε από νωρίς συνειδητοποιήσει την ομορφιά της; «Είναι αλήθεια πως από παιδί είχα συνηθίσει να με λένε όμορφη. Τα καλοκαίρια που πηγαίναμε διακοπές στη Μύκονο, η Μελίνα Μερκούρη με χάζευε από μακριά -δεν γνωριζόμασταν τότε- και έλεγε: “Τι ωραία κοπέλα!”. Αλλά από την άλλη, όπως όλες οι έφηβες, είχα παράπονα από την εμφάνισή μου: θεωρούσα ότι τα αυτιά μου ήταν πολύ μεγάλα, ότι ήμουν υπερβολικά αδύνατη χωρίς καμπύλες και άλλα πολλά, τα οποία εγώ θεωρούσα πολύ σημαντικά».

Στο θέατρο έκανε μια δεύτερη, αξιοζήλευτη καριέρα: από τον θίασο που δημιούργησε με τον Γιάννη Φέρτη, μέχρι τη Μικρή Πόρτα, το Λαϊκό Πειραματικό Θέατρο και το Θέατρο Πόρτα – το έως σήμερα αγαπημένο «σπιτικό» της. Εκεί θα επιστρέψει στα τέλη Ιανουαρίου, με τις «Ιδιοτροπίες της Μαριάννας», ένα έργο του Γάλλου Αλφρέ ντε Μυσσέ που έχει μεταφράσει η ίδια. «Σε αυτή την παράσταση είμαι ο τελευταίος τροχός της αμάξης», λέει και γελάει. «Υποδύομαι μια λούμπεν προξενήτρα κι είναι πολύ μικρός ο ρόλος μου, ίσως ο μικρότερος που είχα ποτέ. Αλλά είναι τόσο καλός ο θίασος και το ίδιο το έργο, που δεν με νοιάζει. Δεν λέω ότι είμαι σπουδαία ηθοποιός. Αυτά που κάνω όμως τα χαίρομαι πολύ. Μακάρι ν’ αντέξω μερικά χρόνια ακόμα, να κάνω κι άλλα. Με “παίζουν” ακόμα στον χώρο μου κι είμαι ευτυχισμένη γι’ αυτό. Θα ήθελα να σας αναφέρω όλους τους ηθοποιούς που θα παίξουν σ’ αυτή την παράσταση, αλλά τώρα τελευταία ξεχνάω τα ονόματα. Ολες οι κυρίες της ηλικίας μου το παθαίνουν…».

Η συνάντηση
Φάγαμε στο «Μαύρο Πρόβατο», στο Παγκράτι. Οταν της το πρότεινα, δέχθηκε με ενθουσιασμό. «Σε αυτό τον δρόμο έμενε η μητέρα μου, την ξέρω καλά τη γειτονιά» μου είπε. Μοιραστήκαμε πεντανόστιμες γαρίδες σχάρας και μια τραγανή σαλάτα με μπρόκολο και άλλα λαχανικά. Από τα πιάτα ημέρας επιλέξαμε λιγκουίνι με μύδια. Συνοδεύσαμε το φαγητό μας με αρωματικό Μοσχοφίλερο – χύμα, αλλά από ασκό. Πληρώσαμε 36 ευρώ.

Oι σταθμοί της

1936
Γεννιέται στην Αθήνα.

1954
Σπουδάζει στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου.

1958
Κάνει το ντεμπούτο της στον ελληνικό κινηματογράφο. Εκτοτε έπαιξε σε 36 ταινίες.

1962
Παίζει στην πρώτη της ξένη ταινία, «Συνέβη στην Αθήνα», της 20th Century Fox.

1964
Βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τον «Γάμο αλά ελληνικά». Παντρεύεται με τον ηθοποιό Γιάννη Φέρτη και δημιουργούν τον δικό τους θίασο. Χωρίζουν το 1975.

1972
Ιδρύει τον θίασο παραστάσεων για παιδιά Μικρή Πόρτα.

1981
Γράφει το πρώτο της θεατρικό έργο για παιδιά, τον «Οδυσσεβάχ».

1984
Ιδρύει το Θέατρο Πόρτα.

2001
Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας του Ιδρύματος Ουράνη.

2003
Αρχίζει συνεργασία με άλλα θέατρα (Αμόρε, Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, Εθνικό Θέατρο).