ΠΡΟΣΩΠΑ

Π. Τέτσης: Με ανησυχεί η μανία του καινούργιου

tetsis1

Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αφορμή για να σε δεχθεί ο Τέτσης στο –πάντοτε ανοιχτό για τους φίλους– σπίτι του. Είναι αυτή η ιδιοσυγκρασία του νησιώτη, η ζεστή και ανυπόκριτη φύση του, που αντλεί χαρά όταν δέχεται, όταν μοιράζεται με απλοχεριά. Και παρότι ορισμένα θέματα υγείας δεν τον αφήνουν να ζωγραφίζει τελευταία, τα ξεπερνά μ’ ένα στωικό χαμόγελο. Αντέχει. Οπως τα γερά βράχια που μας έδειξε την άνοιξη, στην έκθεση του Ιδρύματος Θεοχαράκη. Φρεσκοζωγραφισμένοι πίνακες μεγάλων διαστάσεων με την ακτογραμμή της Υδρας (που σημαίνει ότι πρέπει να ανεβοκατέβαινε πάνω σε μια σκάλα) γέμισαν τις αίθουσες.

Κάθομαι απέναντί του και αναρωτιέμαι αν του λείπουν τα πινέλα του και η απάντησή του με ξαφνιάζει: «Ζωγραφική ίσον σωματική ρώμη. Τώρα δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να κάνω ένα μεγάλο έργο σαν και αυτά που τέλειωσα πριν από λίγους μήνες. Συνεπώς, όχι, δεν μου λείπει, όσο και αν σου φαίνεται περίεργο», λέει ο Τέτσης που δεν τον κατέβαλλε ούτε ο αυγουστιάτικος μεσημεριανός ήλιος όταν έστηνε το τελάρο του στην ταράτσα του Μουσείου της Υδρας και πάλευε με τα χρώματα μέσα στην ανελέητη ζέστη και το δυνατό φως· σωστό θηρίο. Και στην πρόσφατη έκθεσή του, πάλι στράφηκε στη γενέτειρά του για έμπνευση: «Τη Σίφνο και την Υδρα δεν τις εγκατέλειψα ποτέ. Ηταν πάντα μέσα μου. Δεν μπορείς να ξεκόψεις από τον εαυτό σου. Δεν σημαίνει ότι επαναλαμβάνεσαι αλλά ότι καταφέρνεις μόνος σου να δώσεις τη λύση της συνέχειας. Στην Υδρα λ.χ. παρατηρούσα προσεκτικά αυτούς τους πέτρινους όγκους, τις συστάδες από τα γιγαντιαία βράχια δίπλα στη θάλασσα και ένιωθα τρομερή ηδονή που τους αποτύπωνα στον καμβά, ακόμα και το τρομακτικό Ζάστανι, από το οποίο λέγεται ότι τα παλιά χρόνια πετούσαν τους ηλικιωμένους για να μην είναι βάρος στους νεότερους», συμπληρώνει.

Τρυφερός δάσκαλος

Πλάι του μαθήτευσαν πολλοί από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους μας. Και τον θεωρούν ακόμα δάσκαλό τους παρότι αυτή η σχέση έχει πια ολοκληρωθεί. Μένει όμως κάτι από τον θαυμασμό προς την προσωπικότητά του αλλά και από την αγάπη που τους έδωσε, γιατί δεν στάθηκε ποτέ στο βάθρο αλλά δίπλα τους. Ηταν στοργικά επάνω από το κεφάλι τους, όρθιος στο καβαλέτο: «Εμένα δεν με έμαθε μονάχα να ζωγραφίζω αλλά και να σβήνω, να εξαφανίζω, να θυσιάζω κάτι σε έναν πίνακα ώστε η τελική εικόνα να είναι αυτή που πρέπει, τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο», λέει συχνά για εκείνον ο Γιώργος Ρόρρης.

Τι χρειάζεται σήμερα ένας νέος καλλιτέχνης; Ο δάσκαλος απαντά: «Εκτός από το ταλέντο πρέπει να έχει και θέληση. Εχω δει πολλούς ταλαντούχους να εξαφανίζονται και άλλους που ξεκίνησαν δειλά, εργάστηκαν πολύ και πίστεψαν στον εαυτό τους, όχι μόνον να επιβιώνουν αλλά και να ανθούν αργότερα».

Δεν παλιώσαμε

«Πολλοί βιάστηκαν να προαναγγείλουν τον θάνατο της ζωγραφικής, όλες αυτές τις δεκαετίες που εγώ ζωγράφιζα ή δίδασκα», επισημαίνει ο Τέτσης. «Κι όμως, αυτή επιβιώνει μέσα από το βλέμμα των καλλιεργημένων και ευαίσθητων ανθρώπων και το δικό μας πείσμα απέναντι σε όλους όσοι θέλουν να επιβάλουν τη δήθεν ανανέωση. Ο,τι και να λένε οι τελευταίοι, δεν παλιώσαμε. Μόνο αν κυνηγάς το εφήμερο παλιώνεις. Με ανησυχεί αυτή η μανία του καινούργιου. Υπό αυτήν την έννοια δεν συμφωνώ καθόλου με την επιλογή του Ολιβιέ Ντεκότ για το Μουσείο Μπενάκη. Τι μπορεί να ξέρει ο σαραντάχρονος Γάλλος από αυτόν τον ωκεανό των αντικειμένων που ξεκινούν από την προϊστορία της Ελλάδος και φτάνουν μέχρι τη ζώσα παράδοση; Εκτός και αν τον πάρει δίπλα του ο Αγγελος Δεληβορριάς και του διδάξει κάποια πράγματα. Ισως έτσι κάτι γίνει. Νομίζω πάντως ότι ακολουθούμε και εμείς αυτήν τη μόδα στα μουσεία της Ευρώπης με τους ξένους διευθυντές. Λες και δεν έχουμε καλούς Ελληνες».

Να βρεθεί ένας πρωθυπουργός με πυγμή

Στο τραπεζάκι δίπλα του, η «Καθημερινή», πιστή σύντροφος εδώ και δεκαετίες, αναπόσπαστο μέρος της πρωινής ρουτίνας. Και σε δεύτερο πλάνο, τα βάζα με τα φρεσκοκομμένα άνθη και βέβαια τα έργα του, όπου τα γαιώδη χρώματα σμίγουν με τα μπλε και τα πράσινα. Στεριά και θάλασσα, μονοιασμένες από την παλέτα του. Ποτέ δεν έχασε την πίστη του στην ομορφιά του τοπίου. Στη χώρα όμως; «Και ποιος δεν ανησυχεί σήμερα με όλα αυτά που ζούμε;», απαντά. «Για να ανορθωθεί η χώρα, θα πρέπει να περάσει πολύς χρόνος και κυρίως να βρεθεί ένας πρωθυπουργός με πυγμή ώστε να προωθήσει τις σωστές αλλαγές που θα μας πάνε μπροστά, θα εξυγιάνουν την κατάσταση. Θεωρώ ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αποδείξει από τότε που ήταν υπουργός ότι δουλεύει πολύ σκληρά, έχει θέληση και κυρίως δεν υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες ή στις αντιδράσεις. Χάρηκα πολύ που εξελέγη και θεωρώ ότι είναι μια ελπίδα για το μέλλον».

«Ξέρω πότε άρχισε η ηθική κατάπτωση του τόπου», συνεχίζει ο ακαδημαϊκός και ζωγράφος, γυρίζοντας το ρολόι πίσω στις πρώτες τετραετίες του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’80. «Το σύνθημα “Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα” μάς στοίχειωσε και η συμπεριφορά που παγιώθηκε τότε επιβιώνει μέχρι σήμερα στον πολιτικό κόσμο και την κοινωνία. Δυστυχώς γίναμε καλοπερασάκηδες και τώρα δεν μπορούμε να προσαρμοστούμε σε πιο δύσκολες συνθήκες». Του επισημαίνω ότι, όλα αυτά τα χρόνια, σπάνια ακούγαμε πνευματικούς ανθρώπους να ορθώνουν τη φωνή τους. Ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, πιστεύει ότι ο θεσμός αυτός είναι δύσκολο να κάνει παρεμβάσεις, αλλά ακόμα και αν κάποιος τολμήσει να μιλήσει, μπορεί να βρεθεί στο στόχαστρο ορισμένων, όπως η ποιήτρια Κική Δημουλά.

Να πώς με αποχαιρετά: «Σημασία έχει τώρα να βάλουμε όλοι μυαλό και να μπορέσουμε να ανασυγκροτήσουμε την πατρίδα ο καθένας από το δικό του μετερίζι. Μόνο με συλλογική δουλειά και πίστη θα βγούμε από το αδιέξοδο»…