ΠΡΟΣΩΠΑ

Χ. Σμίτινγκ: Η παράταση της αβεβαιότητας διώχνει τους επενδυτές από την Ελλάδα

smitingh1

Οι πολιτικές και οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα έχουν βελτιωθεί αρκετά από τον Αύγουστο, καθώς η χώρα έχει μια κυβέρνηση που συνεργάζεται με τους πιστωτές της και μια αντιπολίτευση που, επίσης, είναι διατεθειμένη να πράξει το ίδιο, δηλώνει στην «Κ» ο επικεφαλής οικονομολόγος της γερμανικής Berenberg Bank, Χόλγκερ Σμίτινγκ.

Ακριβώς ένα χρόνο από την προηγούμενη επίσκεψή του στην Αθήνα, ο κ. Σμίτινγκ δείχνει αυτή τη φορά λιγότερο ανήσυχος για την κατάσταση στη χώρα μας, καθώς, όπως εκτιμά, φαίνεται να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον σταθερότητας που αυτή τη στιγμή είναι κάτι παραπάνω από αναγκαίο αγαθό για την εξέλιξη της οικονομίας. Ολη η ενέργεια της Ελλάδας και των πιστωτών της θα πρέπει να διοχετευθεί πιο πολύ στην εφαρμογή της εργαλειοθήκης του ΟΟΣΑ, δίνοντας μιαν ανάσα από τη μεγάλη πίεση που ασκείται στο μέτωπο της δημοσιονομικής πολιτικής, τονίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.

Από τον Αύγουστο, η Ελλάδα αποκαθιστά σταδιακά τη ζημία που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών, αλλά δεν έχει ακόμη επιστρέψει στις συνθήκες που επικρατούσαν ένα χρόνο πριν, τονίζει. «Δεν έχω ξαναδεί τόσο απότομη πτώση των δεικτών οικονομικού κλίματος, όπως αυτή που παρουσιάστηκε το διάστημα από τη μικρή ανάκαμψη που είχε επιτευχθεί το φθινόπωρο του 2014 μέχρι το καλοκαίρι του 2015», παρατηρεί ο ίδιος. Η ζημία για το κράτος μόνον από την τραπεζική κρίση στη χώρα μπορεί να φθάνει και τα 10 δισ. ευρώ, όπως υπολογίζει.

Ο κ. Σμίτινγκ θεωρεί πως πρωτίστως η Ελλάδα χρειάζεται ένα περιβάλλον σταθερότητας για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη που έχασαν έως ένα βαθμό οι επιχειρηματίες της χώρας και οι εξωτερικοί συνεργάτες της. «Θα ήταν καλό να εφαρμόσει τις δεσμεύσεις της και να μη βρεθεί ξανά στην κόψη του ξυραφιού σ’ ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές της, όπως γίνεται όλα αυτά τα χρόνια». Κρίνοντας από το παρελθόν, κάθε αξιολόγηση οδηγεί σε επιδείνωση του πολιτικού σκηνικού και οδηγεί σε εκλογές, κάτι που τελικά δεν αποφέρει κανένα θετικό αποτέλεσμα στην πραγματική οικονομία. Οσο παρατείνεται η αβεβαιότητα τόσο διστάζουν επενδυτές και επιχειρηματίες να δεσμεύσουν κεφάλαια στη χώρα και να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας. «Γι’ αυτό η Ελλάδα θα πρέπει να απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο από την επικαιρότητα και έτσι να επιστρέψουν τα χρήματα που είναι κρυμμένα κάτω από το στρώμα στην οικονομία».

Το πρόβλημα

Ο κ. Σμίτινγκ συμφωνεί πως οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των φόρων αποθαρρύνουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες είναι η ραχοκοκαλιά μιας οικονομίας, να επεκταθούν και να αυξήσουν το προσωπικό τους, δημιουργώντας θέσεις εργασίας στην πραγματική οικονομία. «Είναι ένα μεγάλο πρόβλημα», τονίζει. «Οι οικονομικές συνθήκες στην Ελλάδα είναι πολύ δύσκολες, διότι αντί να υπάρχει ρυθμός ανάπτυξης της τάξεως του 3% όπως αναμενόταν, είχαμε μικρή συρρίκνωση». Θα ήταν, παράλληλα, προτιμότερο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να έδινε μεγαλύτερο βάρος στην ευελιξία των εργασιακών σχέσεων ή στην «εργαλειοθήκη» του ΟΟΣΑ και όχι τόσο στις ομαδικές απολύσεις ή σε πρόσθετα φορολογικά μέτρα.

Μια ακόμη λύση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι να απλουστευθεί ο φορολογικός κώδικας, αλλά αυτό είναι ένα δύσκολο πολιτικό δίλημμα, διότι η κυβέρνηση θα πρέπει να αποκρούσει ισχυρισμούς ότι ωφελεί τους πλούσιους. «Με την απλοποίηση της φορολογικής πολιτικής επωφελούνται κάποια από τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα και κάποιοι άλλοι χάνουν φοροαπαλλαγές που τους αναλογούσαν. Παράλληλα, όμως, ένας απλός φορολογικός κώδικας είναι πιο αποτελεσματικός, ευκολότερος στην εφαρμογή και βοηθάει στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Οπότε είναι και αυτή μια δύσκολη πολιτική επιλογή», καταλήγει.