ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιάννης Κυριακίδης: Λύγισε στα 92 του ο γερο-πλάτανος του φωτορεπορτάζ

tsiol

Ο γερο-πλάτανος του φωτορεπορτάζ λύγισε. Ο Γιάννης Κυριακίδης απέδρασε χθες στα 92 του χρόνια, χωρίς να υλοποιήσει την απειλή (του), ότι δηλαδή θα ζήσει 100+ ΦΠΑ. Ηταν, ο χθεσινός, ο δεύτερος θάνατος του Γιάννη Κυριακίδη.

Ο πρώτος τον βρήκε πριν από επτά χρόνια, όταν, εξαιτίας ενός εγκεφαλικού, δεν μπορούσε πλέον να φωτογραφίσει και σιγά σιγά καθηλώθηκε. Κάπου εκεί, με τον αποχωρισμό της μεγάλης του ερωμένης, της φωτογραφικής μηχανής, τελείωσε. Η φλόγα στο καντήλι της ζωής του που τον «πυράκτωνε» στα δύσκολα ρεπορτάζ και τις μνημειώδεις «πλάκες», στις οποίες πρωτοστατούσε, άρχισε έκτοτε να τρεμοπαίζει, και χθες το πρωί τού έδωσε την ύστατη ώθηση: τον βοήθησε να απογειωθεί από το μπαλκόνι του σπιτιού στην παλιά παραλία και να πετάξει πάνω από τον Θερμαϊκό, που με τόσο πάθος φωτογράφισε, παρέα με τα αγαπημένα του «γλαροπούλια» και συντροφιά με μια μηχανή, για «εκεί ψηλά».

Δεν υπάρχει «πέτρα» στη Θεσσαλονίκη αλλά και στον κόσμο της δημοσιογραφίας, της πολιτικής, της οικονομίας των γραμμάτων και τεχνών που να μην έχει αποτυπώσει μια εικόνα για τον άνθρωπο που δεν απουσίαζε από κανένα σημαντικό γεγονός στη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο. Ο Γιάννης Κυριακίδης έγραψε ιστορία με τον φακό και τη θρυλική σκάλα του. Ηταν το 2014, όταν εξέφρασε την επιθυμία να γιορτάσει «με αρκουδολόγους» τα 90στά του γενέθλια. Πήγαμε τρεις όλοι κι όλοι. Ο επιχειρηματίας Νώντας Οχονος, ο οικονομολόγος Νίκος Συμεωνίδης και ο γράφων.

«Ηρθες να με δεις;» με ρώτησε. «Οχι, ήρθα να μου πεις πού έχεις κρυμμένες τις λίρες από την Κατοχή», του απάντησα, υπενθυμίζοντας την «κατηγορία» που τον συνόδευε στις πλάκες, που μετά το ρεπορτάζ ήταν η καθημερινή του ανάσα. «Δεν διορθώνεστε εσείς…», είπε γελώντας. Ξαπλωμένος στο αναπαυτικό του κρεβάτι, ατένιζε από το παράθυρο τον ορίζοντα στον Θερμαϊκό αναπολώντας τις στιγμές που αποθανάτιζε τα συνήθως μελαγχολικά δειλινά και τον χιονισμένο Ολυμπο.

Στους τέσσερις τοίχους, προσωπογραφίες του με τη μηχανή και το αιώνιο πούρο, πίνακες με ηλιοβασιλέματα στον Θερμαϊκό, έργα του Κώστα Λούστα, τα τρένα του Σφακιανάκη, παλιά βιβλία και θυμητάρια από τα ανά την υφήλιο ταξίδια στα ράφια και αιωρούμενες στην ατμόσφαιρα οι χιλιάδες αναμνήσεις μιας συναρπαστικής διαδρομής που επαγγελματικά έφτασε στο τέλος της.

Είπαμε πολλές ιστορίες, όπως για το παιδάκι που βάφτισε στην Ουγκάντα και μετά «το έφαγε», το χτίσιμο της πόρτας της «σπηλιάς» του από τους «αρκουδολόγους», τις δήθεν λίρες στην Κατοχή, τις χαιρετούρες με τον Γκορμπατσόφ, τον Κόλιν Πάουελ, τον Μιλόσεβιτς, τις στιχομυθίες με τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου, τους βασιλιάδες αλλά και τον Γεώργιο Παπαδόπουλο. Και υπήρχαν άπειρες τέτοιες να θυμηθεί. Το μυαλό του όμως δεν ξεκόλλαγε από το ρεπορτάζ. «Μόλις ανακάμψω λίγο, θα κάνουμε κανένα θέμα…» Μας ζήτησε να του οργανώσουμε ένα γλέντι στο μπαλκόνι του σπιτιού «προτού φύγω». Πώς μπορούσαμε να του το αρνηθούμε; Μια γλυκιά βραδιά με μπουζούκια, κιθάρες, μεζέδες, τσίπουρα έγινε «της αρκούδας». Καθισμένος στο καροτσάκι, ήπιε, έφαγε, τραγούδησε. Ωσπου κάποια στιγμή από την ομήγυρη ακούστηκε φωνή που ζητούσε να βάλουν όλοι το χέρι στην τσέπη γιατί περιέργως εξαφανίστηκαν από τα πιάτα σουτζουκάκια.

Πρώτος υπάκουσε εκείνος. Κάτι ήξερε, γιατί βρέθηκαν έξι επτά «κομμάτια» στην τσέπη του, έργο του διπλανού του. Ακολούθησε «ξεφωνητό» και, με το που η σύζυγός του Χρύσα, σωστός κέρβερος, διέταξε «τους ζυγούς λύσατε», εξέφρασε την τελευταία επιθυμία του: «Δεν θέλω τίποτ’ άλλο από τον Πανάγαθο. Την ώρα που θα με κατεβάζετε στον τάφο και θα κλαψουρίζετε πάνω από το φέρετρο, να μου δώσει ένα δευτερόλεπτο ζωής, να σηκώσω το καπάκι και να φωνάξω ουστ παλιόπαιδα, αφήστε με ήσυχο…». Μένει να δούμε αν θα υλοποιήσει την απειλή του αύριο στις 4 το απόγευμα στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και στη συνέχεια στα κοιμητήρια της Αναστάσεως του Κυρ