ΠΡΟΣΩΠΑ

Μ. Χατζηγιάννης: «Ολοι έχουμε δικαίωμα στην αλλαγή»

xatzigiannis1

Το αγόρι που είχα δει αρχές της περασμένης δεκαετίας πάλευε ακόμη με την εφηβική ακμή και τραβούσε αμήχανα τα μανίκια τού πουλόβερ του, καθώς τραγουδούσε ντροπαλά μπροστά στη θερμή ανταπόκριση του κοινού. «Εχει ταλέντο, γράφει και ρουφάει σαν σφουγγάρι μαθαίνοντας» μου είπε η Δήμητρα Γαλάνη τότε. «Αν στρωθεί στη δουλειά, θα πάει ψηλά» πρόβλεψε.

Ο 38χρονος που έχω απέναντί μου δεν θυμίζει καθόλου εκείνο τον νεαρό που γνώρισα τότε στον «Ζυγό». Ούτε το «σίγουρο χαρτί» της εποχής του λαϊφστάιλ, που φωτογραφιζόταν, άνετος πλέον, με τους φορτικούς θαυμαστές του στην πίστα της «Ιεράς Οδού». Το «παιδί-θαύμα» που καμάρωναν οι Κύπριοι, ο «χαρισματικός» όπως επικροτούσαν οι Ελληνες συνάδελφοί του όταν ήρθε στην Ελλάδα, έγινε «το φαινόμενο Χατζηγιάννης» που μεσουράνησε επί μια δεκαετία. Δεν έλεγε να ξεκουραστεί από την κορυφή.

Ομως, εδώ και πέντε χρόνια προσπαθεί να γυρίσει το τιμόνι αλλιώς. Οι μεγάλες πίστες κόπηκαν με δική του επιλογή κι ας τον πιέζουν με επιμονή μαγαζάτορες μεγάλων χώρων να επιστρέψει εδώ και στην Κύπρο. Οι συνεργασίες άλλαξαν. Η συναυλία με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μελβούρνης στην Αυστραλία και βέβαια τα ρεσιτάλ με τον κιθαρίστα Παναγιώτη Μάργαρη (όταν συμπίπτουν οι χρόνοι τους), δείχνουν μια διαφορετική διάθεση.

Αυτά σκέφτομαι έξω από την πόρτα του σπιτιού του στη Γλυφάδα και ξαφνιάζομαι σαν ανοίγει η Ζέτα Μακρυπούλια. Κούκλα! Ταιριαστό ζευγάρι, τους παρατηρώ μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές, στον άνετο, ενιαίο χώρο όπου δεσπόζει το πιάνο και μια χαρούμενη ποπ κατασκευή με φωτογραφίες τους στον τοίχο.

«Σαν να συγκατοικούμε»

Η καινούργια του δουλειά –αφορμή για αυτή τη συνέντευξη– είναι ακόμη στα σπάργανα. Ενα «ταξίδι από το άγνωστο στο άπειρο» αστειεύεται και ο Μιχάλης Χατζηγιάννης. Εχει ωστόσο ένα δυνατό χαρτί: τη Λίνα Νικολακοπούλου. «Ονειρο που ενσαρκώνεται με τη γυναίκα που άλλαξε το ελληνικό τραγούδι. Μια ιέρεια που κρατάει τη φιλοσοφική λίθο της τέχνης του λόγου». Και οι συνθέσεις, δικές του οι περισσότερες, αλλά και του Χρυσόστομου Μουράτογλου. Ενα τραγούδι του τελευταίου σε στίχους του Ν. Μωραΐτη «Θα χαθώ πριν φύγω» έχει βρει από τον Δεκέμβριο χώρο σε κάποια ραδιόφωνα.

«Οι καλλιτέχνες αλλάζουν, μπορούν να προσπαθήσουν και για κάτι άλλο απ’ αυτό που τους έχουν κατηγοριοποιήσει» λέει ο Μιχ. Χατζηγιάννης, δείχνοντας το πιάνο: «Με τη Λίνα εδώ δοκιμάζουμε, τραγουδάμε, μου φωνάζει, αλλάζει μελωδίες, είναι σαν να συγκατοικούμε». Τραγούδι καινούργιο δεν άκουσα. Το πρώτο τραγούδι θα βγει τον Απρίλιο, και ολόκληρο το cd θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο. Είναι ειλικρινής «βρισκόμαστε στην αρχή».

Το όνειρο του εξωτερικού μάλλον ξεχάστηκε. Το πρότζεκτ «Michalis» συνέπεσε με την εποχή του πρώτου μνημονίου. Οι ερωτήσεις των Γερμανών δημοσιογράφων στις πόλεις που πήγε: Βερολίνο, Κολωνία, Φρανκφούρτη, Λειψία τον τσάκισαν.«Πέντε με δέκα συνεντεύξεις την ημέρα, οι οκτώ στις δέκα ερωτήσεις ήταν αν θα πάρουν τα χρήματά τους πίσω. Δυο τρεις ξεχώρισαν και ήταν αυτοί που είχαν έρθει στην Ελλάδα για διακοπές. Κατανοούσαν, αλλά οι άλλοι…».

Δεν φταίει βέβαια αυτό που δεν έκανε καριέρα έξω: «Δεν είναι εύκολο αλλά ούτε και απίθανο» απαντά για όσους το ονειρεύονται.

Η συζήτηση στρέφεται στην επικαιρότητα, «στα κουρασμένα βλέμματα, στους άστεγους στις εσοχές των κτιρίων», που συναντά όταν ανεβαίνει στο κέντρο της Αθήνας από τη Γλυφάδα. Αυτή η ματιά θα υπάρχει στα τραγούδια, θα αφουγκράζονται τις ανησυχίες της εποχής και πώς θα ταιριάξουν με τον ήχο που ξέρουμε; Το χιτ του «Χέρια ψηλά» τον κυνηγάει παντού. «Τα κοινωνικά φαινόμενα δεν μπορούν να καταγραφούν απόλυτα στο τραγούδι. Ο βουβός πόνος δεν χρειάζεται να είναι κραυγαλέος με ηχηρά τσιτάτα» απαντά, υπονοώντας ότι θα μοιάζει με στρατευμένο. «Φυσικά, όλοι κλονίζονται απ’ όσα συμβαίνουν. Στην ίδια πραγματικότητα ζω κι εγώ. Η οικογένειά μου έπαθε τεράστια ζημιά στην Κύπρο. Προέρχομαι από οικογένεια προσφύγων, ξέρω τι σημαίνει δράμα. Οσο βασανίζεται η Ελλάδα άλλο τόσο βασανίστηκε και η Κύπρος η οποία έπεσε στη δαμόκλειο σπάθη των μνημονίων τιμωρητικά. Την κρίση την έζησα στην Ελλάδα και παράλληλα στην Κύπρο. Οι ίδιοι άνθρωποι που το 1974 έφυγαν κυνηγημένοι από τα σπίτια τους και ορθοπόδησαν στην πορεία, είναι οι ίδιοι που έχασαν συντάξεις, ταμεία πρόνοιας, αποθέματα για τις σπουδές των παιδιών τους».

Πρόσφυγες από την Κερύνεια οι δικοί του, «τους βοήθησε πολύ» λένε όσοι τον γνωρίζουν καλά. Ο πατέρας εργαζόταν στο Δημόσιο, η μητέρα φιλόλογος, η αδερφή επίσης καθηγήτρια. «Κανένας πρόσφυγας, όσο άνετη ζωή κι αν είχε πριν, δεν περνάει εύκολα. Ο ξεριζωμός αφήνει ανεξίτηλα σημάδια ακόμη κι αν ορθοποδήσεις. Η πρώτη γενιά πονάει κι αυτή». Είναι η μόνη στιγμή στη δίωρη συνάντηση που ανεβαίνει ο τόνος της φωνής: «Το προσφυγικό αν δεν λυθεί στη ρίζα του, στις εστίες πολέμου, θα υπάρχουν πάντα πρόσφυγες στον κόσμο. Η Ελλάδα παρά τις δυσκολίες στέκεται στο ύψος της. Ειδικά οι άνθρωποι των ακριτικών περιοχών που δείχνουν τρομερή αυτοθυσία».

Οι φίλοι του λένε πως μπορεί να σκαρώσει τις πηγαίες μελωδίες του σ’ ένα μόνο δεκάλεπτο. Oπως το 12μετρο ροκ εν ρολάκι «Και αντίστροφα ο χρόνος περνάει». «Συνήθως δουλεύω υποσυνείδητα κάποιες μελωδίες που τις εξελίσσω κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ευτυχώς τις θυμάμαι και όταν νιώσω ότι είναι ώρα να καταγραφούν στο χαρτί, αυτό κρατάει λίγα λεπτά». Τα τραγούδια που παίρνουν περισσότερο «δεν αξίζουν τον κόπο» λέει αφοριστικά. «Οταν χαθεί ο αυθορμητισμός που αναζητάω, χάνεται η έκπληξη».

Τα χρόνια που μιλούσαμε για «το φαινόμενο Χατζηγιάννη» πολλοί τον αντιμετώπιζαν σαν μηχανή των σουξέ. «Δεν νομίζω ότι έγινα ακόλουθος αυτής της προσδοκίας. Εχω αυτογνωσία». Ωστόσο, τώρα ποιος τον βεβαιώνει ότι θα είναι επιτυχημένη η αλλαγή που επιζητεί; «Πρόκληση είναι και η αποτυχία» απαντά.

Καθαρές μελωδίες

«Τι βρήκε το κοινό σε σας;», τον ρωτάω; «Μια στοργική και τρυφερή μελωδία που τότε δεν τους θύμιζε κάτι άλλο. Δεν ήταν μουσικός αταβισμός, ούτε πρόσβαλαν κανέναν. Είχαν ευγένεια και ξεκάθαρες μελωδίες».
«Και τι  δεν  βρίσκει  το  κοινό  πια σ’ αυτές;»  «Αγαπήθηκαν,  καταγράφηκαν,  ρίζωσαν  σε  μια γενιά  που μεγάλωσε  όπως  κι εγώ.  Τώρα  αν μπορούμε να αφουγκραστούμε  τη νέα εποχή  και  να  μιλήσουμε διαφορετικά  είναι  πρόκληση  για  μένα».

Τα ακούσματά του στην Κύπρο ήταν ετερόκλητα. «Είχαν τα σημάδια της διχοτόμησης, το ρεύμα λαϊκού πατριωτισμού, της προσφυγιάς, της πατρικής ανάτασης που επικράτησε την 20ετία μετά την εισβολή». Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Φαραντούρη, Χατζιδάκις ήταν οι συνθέτες που ακούγονταν και βέβαια οι φωνές των Μητροπάνου, Νταλάρα, Διονυσίου, Καζαντζίδη, Αλεξίου. «Η κοινωνία διψούσε για τραγούδια που δήλωναν έντονη ελληνικότητα και πατριωτισμό. Παράλληλα άκουγα ροκ, ποπ και πολύ trash 80’ς που στιγμάτισε τη γενιά μου. Ηταν η δεκαετία που τα καλά τραγούδια συνυπήρχαν με τα σκουπίδια. Δεν υπήρχε ξεκάθαρο τοπίο μέσα μου. Είχε μεγάλες αντιθέσεις σε ό,τι άκουγα. Αγαπούσα όμως πολύ τη μουσική του Γιώργου Νταλάρα».

«Δυστυχώς η είδηση έγινε επιχείρηση»

O ντροπαλός 18άρης τότε, που μας σύστησε ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο σάουντρακ της τηλεοπτικής σειράς «Aγγιγμα ψυχής» και αγάπησε ο κόσμος με τα cd «Παράξενη γιορτή» και «Κρυφό φιλί», μάθαινε γρήγορα. Είχε και τα εφόδια της Μουσικής Ακαδημίας Λονδίνου (πτυχίο πιάνου, κιθάρας και ανώτατων θεωρητικών μαθημάτων). Κατάφερε όμως να υπηρετήσει ακόμα και τους αγοραίους τρόπους της «πίστας». Τελευταία φορά σε μεγάλη πίστα ήταν με τον Πασχάλη Τερζή το 2004. «Ο Τερζής είναι σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής», με διορθώνει ευγενικά. «Στις συνθήκες της πίστας, όσες αντιστάσεις κι αν έχεις, φθείρεται η μουσική σου υπόσταση. Ηταν ένας ρόλος. Αν δεν είχα περάσει από τέτοιους χώρους δεν θα είχα αντιληφθεί ότι δεν μου ταιριάζει ο συγκεκριμένος τρόπος διασκέδασης. Διά της εμπειρίας έμαθα. Αν δεν πάθεις δεν θα μάθεις».

Η αδιαφορία

Αυτό το επιδεικτικό αλισβερίσι της νυχτερινής ψυχαγωγίας άρχισε να τον βαραίνει. Δεν ήταν τα λουλούδια, «αυτά ήταν μια νεοπλουτίστικη υπερβολή της εποχής που δεν την υιοθετούν πολλοί πια». Ηταν η αδιαφορία. «Περίμεναν να ακούσουν τα 4-5 τραγούδια τα οποία έδιναν το σήμα ή πρόσταζαν τον ήχο του μπουζουκιού που έμοιαζε να δίνει εντολή στα ταμπούρλα. Δεν πρόσεχαν την προσπάθεια που γινόταν επί ώρες στο στούντιο. Δεν μου αρέσει να κουνάω το δάχτυλο, γιατί μη ξεχνάμε ότι όλα γίνονταν στον λαμπερό κόσμο του λαϊφστάιλ και της επίδειξης. Αρχισα ωστόσο να λέω στους συνεργάτες μου “μα τα ίδια τραγουδούσαμε και στον Ζυγό με τη Γαλάνη, τι φταίει;”».

Κάπως έτσι άρχισε η έγνοια για μια άλλη έκφραση σε άλλους χώρους. Στο «Κολάζ» το 2009 έκανε διασκευές τραγουδιών των Μικρούτσικου, Πλέσσα, Σπανού, Κραουνάκη… Ενα χρόνο μετά πήρε το βραβείο Best
Selling Artist of the Decade για τα 3,5 εκατομμύρια πωλήσεις που έκανε σε δέκα χρόνια. Επιμένει, ωστόσο, πως «δεν είμαι ματαιόδοξος, δεν κυνηγάω μια χίμαιρα αλλά θέλω πράγματα πιο ουσιαστικά. Γι’ αυτό ακούω, ρωτάω, αναζητώ».

Μήπως όλα αυτά έχουν σχέση με το γεγονός ότι πλησιάζει τα 40; «Είναι κι αυτό ένα καμπανάκι» παραδέχεται. «Μετράω τη ζωή μου σε μουσικά χρόνια γι’ αυτό αισθάνομαι ότι ωριμάζω βίαια. Νομίζω ότι κάπου θα με βγάλει όλο αυτό, σαν πυξίδα».

Η ζωή του αναρτημένη στα περίπτερα, βολικό θέμα στις μεσημεριανές εκπομπές, είναι κάτι που επίσης τον βαραίνει. Γιατί ο φακός δεν «συλλαμβάνει» κι άλλων συναδέλφων του τις ζωές; – ρωτάω αναζητώντας και τη δική του ευθύνη. «Αυτός που μπορεί να το λέει αυτό δεν αποπνέει και ένα ειδεχθή μιντιακό ταρτουφισμό; Δεν έχω μια αρμάδα συνεργατών πίσω μου να τρέχει να κλείνει στόματα. Δυστυχώς, η είδηση έγινε επιχείρηση».