ΠΡΟΣΩΠΑ

Π. Βουρλούμης: Η ακυβερνησία οδηγεί την Ελλάδα σε διάλυση

panaghs-voyrloymhs-ka8hmerinh-geyma-28-2-16-titina-chalmatzi

Ο Παναγής Βουρλούμης δεν συνηθίζει να ωραιοποιεί τα πράγματα. Η ευθύτητά του και η αλλεργία του σε ισορροπιστικές προσεγγίσεις τον έκαναν αντιπαθή σε πολλούς. Ισως ήταν σοφή η επιλογή του να αρνηθεί την πρόταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή να θέσει υποψηφιότητα για τη Βουλή (οι ψηφοφόροι των τελευταίων δεκαετιών έδειξαν ότι προτιμούν τα χάδια στα αυτιά παρά τις αιχμηρές αλήθειες).

Ωστόσο, ως γόνος προβεβλημένης βενιζελικής οικογένειας -ο παππούς του, ως υπουργός του Βενιζέλου, προώθησε το 1928-32 τη νομοθεσία που θεμελίωσε την κοινωνική ασφάλιση στην Ελλάδα- δεν μπορούσε να αγνοήσει τα δημόσια πράγματα. Ετσι, όταν ο Καραμανλής τον κάλεσε εκ νέου, έξι μήνες μετά την άρνησή του να γίνει βουλευτής, και του πρότεινε να αναλάβει διοικητής της Εμπορικής Τράπεζας, δέχθηκε.

«Ηταν μεγάλη τιμή και πρόκληση για μένα» θυμάται ο κ. Βουρλούμης, καθώς καθόμαστε στα ενδότερα του «Καφενείου» στην οδό Λουκιανού, ένα ακόμα ηλιόλουστο μεσημέρι του Φεβρουαρίου. Φορώντας ένα ανοιχτόχρωμο tweed σακάκι, με περιεργάζεται με τα διαπεραστικά γκριζογάλανα μάτια του, η αυστηρότητα της έκφρασης των οποίων ενίοτε μετατρέπεται σε ευθυμία, όταν αγγίζουμε κάποια ιλαρή πτυχή της ζοφερής επικαιρότητας. Στην αρχή της συνάντησής μας με ανέκρινε για τις δημοσιογραφικές μου προθέσεις. Μου επέτρεψε να πατήσω το κουμπάκι της μαγνητοφώνησης μόνο όταν πείστηκε ότι δεν σκόπευα να του θέσω… εντελώς ανόητες ερωτήσεις.

Ο κ. Βουρλούμης είναι περήφανος για τη σύντομη θητεία στην Εμπορική, όπου, έχοντας μόλις πατήσει τα 40, διοικούσε ένα τεράστιο χαρτοφυλάκιο με τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες, ναυπηγεία και βιομηχανικές επιχειρήσεις. Ωστόσο, η εμπειρία του άφησε μία πικρή γεύση. «Πήγαιναν όλα ρολόι» θυμάται, αλλά «μετά ήρθε το ΠΑΣΟΚ και μέσα σε ένα χρόνο είχε διαλύσει την τράπεζα. Εδιωξε όλους τους καλούς – αυτά που κάνει τώρα ο Τσίπρας, αυτοί τα έκαναν στον κύβο». Γι’ αυτό, όταν δέχθηκε σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα να αναλάβει τον ΟΤΕ, ήταν αποφασισμένος: «Είπα ότι αυτή τη φορά η δουλειά μου δεν θα πάει χαμένη. Γι’ αυτό πολέμησα για να φύγει από το Δημόσιο και να πάει στο απάγκιο μιας μεγάλης πολυεθνικής».

Ο ίδιος τονίζει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας για την επίτευξη των στόχων που είχε θέσει ως επικεφαλής του Οργανισμού. Πέρα από τη διάρκεια, σημειώνει ότι υπήρχε και η απαραίτητη πολιτική στήριξη.

«Η συνεργασία μου με τον πρωθυπουργό και με τον [υπουργό Οικονομίας Γιώργο] Αλογοσκούφη ήταν πολύ καλή. Οι αλλαγές που ζήτησα, στο καταστατικό του ΟΤΕ και στη νομοθεσία σε ό,τι αφορούσε την εθελουσία, έγιναν. Επίσης, ούτε ο Καραμανλής ούτε ο Αλογοσκούφης δεν παρενέβησαν ποτέ με πελατειακό τρόπο. Πότε δεν μου ζήτησαν τίποτα». Προσθέτει, ωστόσο, ότι υπήρξαν πολλοί βουλευτές, αλλά και υπουργοί, που του ζήτησαν ρουσφέτια, ενώ υπογραμμίζει ότι «δυστυχώς» οι αλλαγές που προωθήθηκαν στον ΟΤΕ «δεν επεκτάθηκαν και στις υπόλοιπες ΔΕΚΟ». Οι σχέσεις του με το προσωπικό πώς ήταν; Πώς υποδέχθηκαν έναν διοικητή που ήλθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα; «Υπάρχουν δύο επίπεδα προσωπικού: οι συνδικαλιστές και οι υπόλοιποι. Με τους συνδικαλιστές, παρότι βρήκα πολλούς καλούς ανθρώπους ανάμεσά τους, είχαμε συνεχή πόλεμο, διότι ήταν πολύ καλά βολεμένοι κι εγώ ήθελα να αλλάξω τα πράγματα. Οι υπόλοιποι, όταν κατάλαβαν ότι ήμουν εκεί για να μείνω και ότι έδινα μάχη για να πηγαίνει καλά η εταιρεία αντί για να εξυπηρετεί άλλα συμφέροντα, έδειξαν τον καλύτερο εαυτό τους. Αλλά υπήρξε και σκληρή αντιμετώπιση όσων δεν ήταν διατεθειμένοι να συμμορφωθούν. Εφυγε πολύς κόσμος».

Η θητεία Βουρλούμη στον ΟΤΕ ήταν κάθε άλλο παρά ανέφελη. Οι επιθέσεις από τα ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα αριστερόστροφα, ήταν συνεχείς, ενώ υπήρξαν και δικαστικές διώξεις εναντίον του (αρχειοθετημένες πια) – που αποτελούν τη μοίρα των περισσότερων διοικητών ΔΕΚΟ, αλλά ιδιαίτερα εκείνων που επιχειρούν να αλλάξουν τα πράγματα. Θα συμβούλευε ένα επιτυχημένο στέλεχος επιχειρήσεων να αναλάβει, παρ’ όλ’ αυτά, μία τέτοια θέση;

«Χρειάζεται μία δόση τρέλας» λέει. «Πρέπει να το πάρεις απόφαση ότι θα βρεθείς, για ένα διάστημα, νομικά εκτεθειμένος, πολύ περισσότερο από έναν υπουργό ή έναν βουλευτή, ακόμα και σε προσωπικό κίνδυνο». Κατά τα άλλα, επανέρχεται στο θέμα της πολιτικής στήριξης. «Εγώ όταν πήγα στον ΟΤΕ, το πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας προέβλεπε την ιδιωτικοποίησή του. Ισως να μην το εννοούσαν 100%, αλλά το έκαναν» λέει. Το ξανασκέφτεται: «Δεν το έκαναν, έγινε». Τι εννοεί; «Οπως έλεγε και ο Πάγκαλος, μαζί το κάναμε!» απαντά γελώντας συνωμοτικά.

Οι ευθύνες των πολιτικών και των δημοσιογράφων

Συζητώντας για την επικαιρότητα, η κουβέντα πάει αναπόφευκτα στο Ασφαλιστικό, με το οποίο ο κ. Βουρλούμης, ίσως και λόγω οικογενειακής ιστορίας, έχει ασχοληθεί εις βάθος. Εχει γράψει βιβλίο για το θέμα («Το Ασφαλιστικό με Απλά Λόγια», Εκδόσεις Ποταμός) και συνεχίζει να αρθρογραφεί γι’ αυτό. Αναμενόμενα, δεν είναι αισιόδοξος για τις προοπτικές του. «Το σύστημα έχει διαλυθεί» λέει. «Το νέο συνταξιοδοτικό δεν μπορεί να στηθεί εκ νέου στα χνάρια του παλιού», το οποίο, όπως «όλο το οικοδόμημα από το 1981 ώς την κρίση, βασίστηκε στον εξωτερικό δανεισμό».

Εχουμε καταλάβει, μετά την τεράστια δοκιμασία της τελευταίας εξαετίας, ότι η κρίση προκλήθηκε επειδή ζούσαμε πέρα από τις δυνατότητές μας; Εχουμε καταλάβει ότι πρέπει να αλλάξουμε εκ βάθρων τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η οικονομία και ασκείται η πολιτική στη χώρα; «Δεν μπορώ να το απαντήσω. Αν κρίνω από τα μπλόκα των αγροτών πάντως, συμπεραίνω ότι υπάρχει μία μεγάλη μερίδα του κόσμου που εξακολουθεί να πιστεύει ότι με τον τσαμπουκά θα μπορέσει να αποσπάσει αυτό που θέλει».

Πέρυσι, ωστόσο, με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου από τους πρωταίτιους του αντιμνημονιακού λαϊκισμού, δεν έγινε ευρύτερα αντιληπτό ότι δεν υπάρχουν εύκολοι δρόμοι αν θέλουμε να παραμείνουμε στο ευρώ; «Το υπογράψαμε αλλά δεν το εφαρμόζουμε» λέει ο κ. Βουρλούμης. «Υπάρχει μια άρνηση της πραγματικότητας στη χώρα, την οποία καλλιεργούν μεθοδικότατα ορισμένοι πολιτικοί – και όχι μόνο πολιτικοί, αλλά και δημοσιογράφοι και άλλες φυσιογνωμίες που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Γιατί –κακά τα ψέματα– η πραγματικότητα είναι πάρα πολύ δυσάρεστη».

Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους, όπως εκτιμά, εξαιτίας των οποίων η χώρα, παρότι εισήλθε πρώτη σε καθεστώς μνημονίου, είναι η μόνη που εξακολουθεί σήμερα να είναι εξαρτημένη από τους επίσημους δανειστές της. Ενας δεύτερος σημαίνων λόγος είναι ότι «η μηχανή – δημόσια διοίκηση– δεν δουλεύει».

Εχοντας εμπλακεί στα γρανάζια της μηχανής στα πρώτα χρόνια μετά τη χούντα και μετά ξανά στα ύστερα χρόνια της ευδαιμονίας, λίγο πριν από τη μεγάλη κρίση, πώς συγκρίνει τη λειτουργία στις δύο περιόδους;

«Υπήρχε καλύτερη διοίκηση τότε. Υπήρχαν ακόμα στα υπουργεία μόνιμοι γενικοί διευθυντές, οι οποίοι γνώριζαν το αντικείμενο, ήταν πρακτικοί και επέβαλλαν πειθαρχία. Και επίσης οι πολιτικοί τον φοβούνταν τότε τον Καραμανλή».

Η ανώτατη εκπαίδευση να σταματήσει να είναι μονοπώλιο κρατικό

Οπου κι αν αποδώσει κανείς τις αιτίες, για τον κ. Βουρλούμη, μετά έξι χρόνια μνημονίων, η χώρα παρουσιάζει φαινόμενα διάλυσης. «Υπάρχει το προσφυγικό, η ανεργία, η απουσία κάθε επένδυσης, και φυσικά η ακυβερνησία» εξηγεί. «Ο καθένας έχει αυτονομηθεί και τραβάει τον δρόμο του» λέει. Κάνει μάλιστα ειδική αναφορά στους ανώτατους δικαστικούς, που «νομοθετούν ερήμην οικονομίας και προσπαθούν να επιβάλουν τη δική τους οικονομική πολιτική», αποκαθιστώντας μισθούς και συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων – «και από σπόντα και τις δικές τους» προσθέτει γελώντας.

Κατά την άποψή του, η κατάσταση δεν διορθώνεται χωρίς αλλαγή του Συντάγματος. «Από τότε που έγινα συνειδητός μάνατζερ, άρχισα να δίνω μεγάλη σημασία στα καταστατικά των εταιρειών και στη νομιμοποίηση της διοίκησης» εξηγεί. «Δεν λέω ότι έτσι θα γλιτώσουμε όλα τα κακά. Αλλά είναι ένα από τα πράγματα που μπορούν να αλλάξουν».

Ως προτεραιότητες της αναθεώρησης θέτει τον περιορισμό της δυνατότητας προσφυγής σε πρόωρες εκλογές, τη συνταγματική κατοχύρωση του εκλογικού νόμου και μόνιμων γενικών διευθυντών (καταργήθηκαν το 1982 από τον Ανδρέα Παπανδρέου), την κατάργηση του εκλογικού σταυρού και την αλλαγή του άρθρου 16. «Πρέπει οπωσδήποτε η ανώτατη εκπαίδευση να ανοίξει, να σταματήσει να είναι μονοπώλιο κρατικό» τονίζει.

Του θυμίζω ότι ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας έχει ταχθεί κι αυτός υπέρ της άμεσης αναθεώρησης του Συντάγματος. «Ναι, και είναι προς τιμήν του». Πώς βλέπει την εκλογή Μητσοτάκη γενικότερα;

«Είναι ένας άνθρωπος που βλέπει σωστά και είναι καλής θελήσεως» λέει, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στην εκλογική σημασία της επιλογής του να μην ψηφίσει πέρυσι τον Προκόπη Παυλόπουλο για την προεδρία. «Είχε το θάρρος και έτσι ξεχώρισε από το κοπάδι» λέει.

Παραδέχεται, όμως, ότι δεν ξέρει αν θα τα καταφέρει. «Είναι πάρα πολύ δύσκολο το έργο που έχει μπροστά του» παρατηρεί. «Κατ’ αρχάς, αντιπροσωπεύει ένα κόμμα με ορισμένες τάσεις πελατειακές, αντίθετες σε κάθε πρόοδο. Αλλά και αν πείσει το κόμμα, μετά θα πρέπει να πείσει και τους υπόλοιπους. Το ξαναλέω: για να θέλεις να κυβερνήσεις την Ελλάδα όπως είναι σήμερα –και όχι απλά για να καταγραφεί ότι κάθισες στην καρέκλα, αλλά για να κάνεις πράγματα– θέλει τρέλα! Η γνώμη μου πάντως είναι ότι δεν χάνει τίποτα αν ρισκάρει».

Η οικονομική και κοινωνική κακοδαιμονία, ωστόσο, δεν μαστίζει μόνο την Ελλάδα (αν και καμία άλλη ανεπτυγμένη χώρα δεν βρίσκεται σε εξίσου τραγική κατάσταση). Ρωτάω το συνδαιτυμόνα μου πώς βλέπει το κύμα του λαϊκισμού που έχει ξεσπάσει στη Δύση και την αποστροφή των ψηφοφόρων απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα.

«Μεταπολεμικά στη Δύση, βλέπουμε μία συνεχή άνοδο του βιοτικού επιπέδου» απαντά. «Επίσης, μετά το 1975-80, βλέπουμε ένα φοβερό άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στους πλούσιους και τους λιγότερο πλούσιους». Με τέτοια επίπεδα ανισότητας και με τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου να έχει ανασταλεί ή και αντιστραφεί για πολλούς μετά το 2008, «βρίσκω αυτήν την έξαρση του ριζοσπαστικού λαϊκισμού απολύτως φυσιολογική. Το κοκτέιλ δημοκρατίας και μεγάλης ανισότητας είναι πραγματικά εκρηκτικό».

Οι μύθοι για τη βιομηχανία

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του στην Ελλάδα, ο Παναγής Βουρλούμης ασχολήθηκε –είτε ως πρόεδρος εταιρειών είτε ως τραπεζίτης– με την ελληνική βιομηχανία. Ηταν μία περίοδος κατά την οποία το μερίδιο της βιομηχανίας στο ΑΕΠ συρρικνώθηκε δραματικά και πολλές κραταιές επιχειρήσεις εξαφανίστηκαν από τον χάρτη. Τι έφταιξε; Ηταν νομοτελειακό σύμπτωμα της παγκοσμιοποίησης ή προϊόν των ασφυκτικών κανόνων της ΕΟΚ και της Ε.Ε.;

«Δεν συμφωνώ καθόλου ότι φταίνε οι έξω» απαντά χωρίς περιστροφές. «Μας δόθηκε μεγάλο διάστημα προσαρμογής αφού μπήκαμε στην ΕΟΚ, το οποίο εμείς το σπαταλήσαμε». Η ευθύνη δεν ανήκει μόνο στις κυβερνήσεις, σημειώνει, αλλά και στη «νοοτροπία του Ελληνα επιχειρηματία». «Αντί να δημιουργηθούν λίγες βιώσιμες, μεγάλες μονάδες, οι οικογενειακές επιχειρήσεις φαγώθηκαν μεταξύ τους, δημιουργήθηκε υπερπροσφορά για τα δεδομένα της εσωτερικής αγοράς. Από την άλλη, η αναζήτηση ξένων αγορών ήταν δύσκολη, γιατί δεν είμαστε ανταγωνιστικοί. Για παράδειγμα στον χάλυβα, το κόστος ενέργειας είναι απαγορευτικό. Στην κλωστοϋφαντουργία μείναμε προσκολημμένοι στο νήμα, αντί να πάμε σε προϊόντα προστιθέμενης αξίας, όπως έκαναν οι Ιταλοί».

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση, του ζητώ να κάνει μία γενικότερη αποτίμηση της Μεταπολίτευσης. Δεν υπάρχει μία τάση συλλήβδην απόρριψης της περιόδου λόγω της βαθιάς κρίσης των τελευταίων ετών; Στην απάντηση διακρίνεται η θλίψη ενός πατριώτη που πάλεψε για το κοινό καλό αλλά νιώθει ότι δεν τα κατάφερε. «Πέρασα καλά όλα αυτά τα χρόνια, στον τόπο μου. Εγώ και πολλοί άλλοι. Αλλά κάθε φορά που μπαίνω σε μια δημόσια υπηρεσία νιώθω ότι πρέπει θωρακιστώ ψυχολογικά. Δεν είμαι περήφανος για τη χώρα μου».