ΠΡΟΣΩΠΑ

Έστερ Φρόιντ «Δεν πιστεύω στην ψυχανάλυση»


Έστερ Φρόιντ «Δεν πιστεύω στην ψυχανάλυση»

ester-froint-den-pisteyo-stin-psychanalysi0
Συναντήσαμε τη Βρετανίδα συγγραφέα, κόρη
ενός από τους σημαντικότερους ζωγράφους της εποχής μας, του Λούσιαν
Φρόιντ, και δισεγγονή του Σίγκμουντ Φρόιντ στο σπίτι της, στο
Λονδίνο. Η κουβέντα μαζί της απέδειξε ότι τα 150 χρόνια από τη
γέννηση του προπάππου της και το διάσημο όνομά της ήταν μόνον η
αφορμή…

Της Τασούλας Επτακοίλη

Θυμάται με νοσταλγία τις πρώτες «ενήλικες» διακοπές της, με ένα
φίλο, στη Φολέγανδρο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80. «Τότε που
κοιμόμαστε στην παραλία και το δέρμα μας είχε βγάλει φουσκάλες από
τον ήλιο.» Αλλά και το όμορφο καλοκαίρι που πέρασε στην Κεφαλονιά,
για τα γυρίσματα της ταινίας «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι»,
όπου συμμετείχε ο σύντροφός της, ηθοποιός Ντέιβιντ Μορισέι. Αυτές
οι τρυφερές αναμνήσεις φαίνεται ότι έπαιξαν το ρόλο τους στο να
καμφθούν οι αρχικοί ενδοιασμοί της συγγραφέως Εστερ Φρόιντ και να
δεχτεί να μας συναντήσει για την πρώτη συνέντευξή της σε ελληνικό
έντυπο. «Περνώ μια φάση εσωστρέφειας, γιατί ετοιμάζω το επόμενο
μυθιστόρημά μου, κι έχω δώσει ήδη πολλές αρνητικές απαντήσεις,
ειδικά φέτος που διανύουμε το έτος Φρόιντ και… είχα μεγάλη
ζήτηση. Ομως, σε σας, για κάποιον περίεργο λόγο δεν μπόρεσα να πω
όχι», μας είπε μόλις φτάσαμε στη μονοκατοικία της οικογένειας, στο
Χάμπστεντ του βορειοδυτικού Λονδίνου.

Στη φωτεινή κουζίνα του σπιτιού, με τους βεραμάν τοίχους
γεμάτους από ζωγραφιές των παιδιών της -οι περισσότερες «στη μαμά
με αγάπη»-, η Εστερ, κόρη του μεγαλύτερου ίσως εν ζωή παραστατικού
ζωγράφου, του Λούσιαν, και δισεγγονή του θεμελιωτή της ψυχανάλυσης,
Σίγκμουντ, έφτιαξε τσάι, κάθισε απέναντί μου στο μεγάλο τραπέζι με
το εμπριμέ τραπεζομάντιλο και πριν το μαγνητόφωνο αρχίσει να γράφει
είχε ήδη καταφέρει, με το ζεστό της χαμόγελο και την ήρεμη
γκριζογάλανη ματιά της, να σπάσει τον πάγο…

Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1963, αλλά μεγάλωσε στο Σάσεξ. Εκεί
μετακόμισε η μητέρα της μετά το χωρισμό της από τον Λούσιαν Φρόιντ.
Ανθρωπος της περιπέτειας η Μπερναρντίν Κάβερλι ανέθρεψε τις κόρες
της με ένα μάλλον μποέμικο τρόπο… Η Εστερ ήταν μόλις 6 ετών όταν
με τη μητέρα και τη μεγαλύτερη αδελφή της Μπέλα -η οποία σήμερα
είναι σχεδιάστρια μόδας- έφυγαν για μια πολύμηνη, περιπετειώδη
περιπλάνηση στο Μαρόκο. Το ταξίδι αυτό έγινε θέμα του πρώτου
μυθιστορήματός της, το οποίο κυκλοφόρησε το 1992 και έβαλε τέλος
στη σύντομη καριέρα της ως ηθοποιού που είχε προηγηθεί.

«Πέρασα μια συναρπαστική παιδική ηλικία, που με έκανε όμως να
λαχταρώ τη σταθερότητα και τη συνεχή επιβεβαίωση της αγάπης από
τους γύρω μου.» Και φαίνεται πως τα βρήκε και τα δύο στο πρόσωπο
του Ντέιβιντ Μορισέι, του εδώ και 15 χρόνια συντρόφου της. Μαζί
έχουν αποκτήσει τρία παιδιά: τον 11χρονο Αλμπι, την 8χρονη Αννα και
τον 20 μηνών Τζιν. Τον Αύγουστο, θα γιορτάσουν την επέτειο της
γνωριμίας τους με μια γαμήλια τελετή. «Για τον Ντέιβιντ, εμένα και
τα παιδιά, η νομιμοποίηση της σχέσης μας δεν σημαίνει τίποτα.
Αποφασίσαμε όμως ότι ήρθε η ώρα να κάνουμε ένα δώρο στους γονείς
μας…»

Σε ποια ηλικία συνειδητοποιήσατε τη σημασία του ονόματος
Φρόιντ;

Συνέβη αργά, στα 27 μου, όταν άρχισα να δίνω τις πρώτες μου
συνεντεύξεις ως συγγραφέας. Τότε συνειδητοποίησα πόσο ενδιαφέρονταν
οι άνθρωποι εκτός Βρετανίας για την οικογένειά μου. Οσο ήμουν
ηθοποιός κανείς δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται. Φέτος, δεκάδες
δημοσιογράφοι απ’ όλο τον κόσμο ζήτησαν να με συναντήσουν, με
αφορμή τα 150 χρόνια από τη γέννηση του προπάππου μου. Από τη χώρα
μου, όμως, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε.

Τονίζετε συνεχώς το «εκτός Βρετανίας»… Γιατί;

Γιατί δεν θέλω να ωραιοποιήσω την κατάσταση. Ξέρετε, ίσως σας
φανεί περίεργο, αλλά οι περισσότεροι Βρετανοί δεν καταλαβαίνουν καν
το όνομα Φρόιντ. Δυσκολεύονται ακόμη και να το προφέρουν. Συνεχώς
με ρωτούν πώς ακριβώς γράφεται το επίθετό μου. Στην υπόλοιπη
Ευρώπη, όπου οι άνθρωποι είναι πιο φιλοσοφημένοι, για να μην πω
περισσότερο καλλιεργημένοι και παρεξηγηθώ, αυτό δεν ισχύει. Ακόμη
κι ένας υπάλληλος καθαριστηρίου σε μια μικρή πόλη στην Ιταλία, όπου
η αδελφή μου βρέθηκε πριν από λίγα χρόνια για διακοπές, μόλις
άκουσε το όνομά της, ήξερε για τον Σίγκμουντ και τα σχετικά με την
ψυχανάλυση. «Α, λοιπόν, τώρα μπορώ να πω τον καημό μου σε σένα και
θα με βοηθήσεις να λύσω όλα τα προβλήματά μου;», τη ρώτησε.

Εσείς πώς νιώθετε ως το νεότερο μέλος μιας τόσο διάσημης
οικογένειας;

Αισθάνομαι υπερήφανη που είμαι κόρη του πατέρα μου, αλλά μου
είναι δύσκολο να αισθανθώ το ίδιο για τη συγγένειά μου με τον
Σίγκμουντ, γιατί για μένα εκείνος ήταν ένας ξένος. Είχε πεθάνει
πριν γεννηθώ και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε μιαν
άλλη χώρα. Ετσι, δεν αντλώ καμία αίσθηση σημαντικότητας από το
όνομά μου και μόνο…


«Ο Σίγκμουντ ήταν τόσο κυρίαρχη προσωπικότητα που όλα τα
υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τράβηξαν επαγγελματικά προς την
εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Μάλλον υποσυνείδητα ήθελαν να
αποδείξουν ότι έχουν τη δική τους ταυτότητα.»

Ο πατέρας σας, Λούσιαν Φρόιντ, έζησε με τον παππού του,
Σίγκμουντ, για αρκετό καιρό. Τι σας έχει διηγηθεί;

Ο πατέρας μου τον θυμάται καλά, γιατί ήταν 16 ετών όταν ο
Σίγκμουντ ήρθε στο Λονδίνο και τον επισκεπτόταν κάθε Κυριακή στο
σπίτι του στο Maresfield Gardens. Αλλά ποτέ δεν τον άκουσα να
υπερηφανεύεται για τον παππού του. Δεν είναι ιδιαίτερα
συναισθηματικός. Δεν μιλάει για την περίοδο εκείνη, όπως άλλωστε
δεν μιλάει για τίποτα! (Γελάει)

Οι οικογενειακές ρίζες φτάνουν στη Γερμανία. Εκεί γεννήθηκε ο
πατέρας σας. Πόσο Γερμανίδα αισθάνεστε;

Μάλλον καθόλου. Ο πατέρας μου ήρθε στη Βρετανία όταν ήταν 10
ετών και μέχρι σήμερα λέει ότι αυτό ήταν το καλύτερο πράγμα που του
συνέβη ποτέ. Εγώ άρχισα να μαθαίνω Γερμανικά στα επτά μου χρόνια.
Ταξίδεψα για πρώτη φορά στη Γερμανία ως μαθήτρια και έμεινα 3
μήνες. Να σκεφτείτε, εκεί ανακάλυψα ότι έχω ένα εβραϊκό όνομα – η
μητέρα μου δεν είναι Εβραία.

Υπάρχουν ψυχαναλυτές στην οικογένεια;

Απ’ όσο ξέρω, όχι. Αλλά αν χρειαστεί ποτέ να βγάλω χρήματα,
μπορεί να σκεφτώ να χρησιμοποιήσω το όνομά μου! Ο Σίγκμουντ ήταν
τόσο κυρίαρχη προσωπικότητα που όλα τα υπόλοιπα μέλη της
οικογένειας τράβηξαν επαγγελματικά προς την εντελώς αντίθετη
κατεύθυνση. Μάλλον υποσυνείδητα ήθελαν να αποδείξουν ότι έχουν τη
δική τους ταυτότητα. Ετσι, μπορεί να μην προέκυψαν άλλοι
επιστήμονες με το όνομα Φρόιντ, βγήκαν όμως πολλοί καλλιτέχνες.

Εσείς έχετε κάνει ποτέ ψυχανάλυση;

Ποτέ! Αν και νομίζω ότι είναι σημαντικό να απελευθερώνεσαι
μιλώντας για τα προβλήματά σου, θεωρώ αστεία την εικόνα τού να
μιλάω σε έναν σιωπηλό άνθρωπο, απέναντί μου, που θα κρατάει
σημειώσεις όσο εγώ θα του λέω τον πόνο μου και θα κουνάει το κεφάλι
του συγκαταβατικά. Προτιμώ τον διάλογο με κάποιον που θα αντιδρά σε
όσα του εξιστορώ, ακόμη και με έντονο τρόπο του τύπου «Μα τι λες;
Αυτό είναι γελοίο!». Αυτή είναι η θεραπεία που εκτιμώ
περισσότερο.

Πότε και πώς ξεκινήσατε να γράφετε;


«Oι περισσότεροι Βρετανοί δεν καταλαβαίνουν καν το όνομα
Φρόιντ. Δυσκολεύονται ακόμη και να το προφέρουν. Στην υπόλοιπη
Ευρώπη, όπου οι άνθρωποι είναι πιο φιλοσοφημένοι, για να μην πω
περισσότερο καλλιεργημένοι και παρεξηγηθώ, αυτό δεν
ισχύει.»

Ημουν γύρω στα 25 όταν διάβασα ένα βιβλίο που αποδείχθηκε
«μοιραίο» για μένα. Ηταν το Voyage in the dark της Jean Rhys, μια
πολύ συναρπαστική ιστορία. Μέχρι τότε δεν είχα διαβάσει κάποιο
μυθιστόρημα που να μη στηρίζεται τόσο στην πλοκή, αλλά στα
συναισθήματα των ανθρώπων και στις αναμνήσεις τους. Σκέφτηκα: «Κι
εγώ έχω συναισθήματα και αναμνήσεις. Δεν έχω βέβαια πλοκή αλλά
μπορεί και να μην είναι πολύ μεγάλο πρόβλημα τελικά». Ετσι ξεκίνησα
δειλά-δειλά. Κι όποτε μπλοκάρω, ανατρέχω στο μυθιστόρημα αυτό, όπως
και στο Slow train to Milan της Lisa St Aubin De Teran, που επίσης
αγαπώ πολύ – αυτά τα βιβλία μου θυμίζουν γιατί ήθελα να γίνω
συγγραφέας.

Πώς κατάφερε το γράψιμο να σας αποκόψει από την ηθοποιία;

Ευκολότερα απ’ όσο υπολόγιζα. Οταν ήμουν 14 ετών πήγα με τη
μητέρα μου σε μια παράσταση του «Μάκβεθ» με τον Ιαν ΜακΚέλεν και
την Τζούντι Ντενς. Κεραυνοβολήθηκα! Οταν τελείωσα το σχολείο
σπούδασα υποκριτική μέχρι τα 20 και μετά άρχισα να δουλεύω.
Προσπαθούσα, δηλαδή, γιατί με την ανεργία που υπάρχει στους
ηθοποιούς, τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα όσο νομίζουν οι έξω
από το χώρο αυτό. Μόλις τέλειωσα το πρώτο μου βιβλίο
συνειδητοποίησα ότι έπαψα πια να είμαι ερωτευμένη με τη σκηνή. Ηταν
μια μεγάλη απελευθέρωση για μένα. Ενιωσα ακριβώς όπως όταν βγαίνεις
από μια άσχημη σχέση, που ανακουφίζεσαι όταν τελειώνει. Αισθάνομαι
τυχερή, πάντως, που πέρασα από το θέατρο, γιατί μετά από αυτήν την
εμπειρία όλα μου φαίνονταν πιο εύκολα.

Το πρώτο σας βιβλίο, το Hideous Kinky του 1992, ήταν ένα
ταξίδι στο άγνωστο, χωρίς προορισμό. Στο πιο πρόσφατο, το The sea
house, οι ήρωες δείχνουν ότι θέλουν πια να ανήκουν κάπου, να
συνδέονται με τον τόπο τους και τους ανθρώπους του. Είναι μια
αλλαγή που συνέβη και σε σας;

Σίγουρα ναι! Είμαι διαφορετικός άνθρωπος τώρα. Αλλά και το θέμα
του, η περιπλάνησή μας με τη μητέρα μας στο Μαρόκο, θα ήταν σήμερα
ένα ξεπερασμένο θέμα. Δεν θα είχα ανάγκη να τη μοιραστώ, όπως τότε.
Ο κόσμος έχει αλλάξει πια. Το Μαρόκο είναι σχεδόν όπως μια
ευρωπαϊκή χώρα. Οι περισσότεροι γνωστοί μου έχουν τη δυνατότητα να
πεταχτούν εκεί για Σαββατοκύριακο.

«Γράφοντας, χάνομαι σε ένα μυστικό κόσμο», έχετε πει. Αυτόν
τον κόσμο δεν αισθάνεστε την ανάγκη να τον μοιραστείτε με
κάποιους άλλους;

Συνήθως όχι. Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, μόνο όταν φτάνω στη
σελίδα 170 αισθάνομαι την ανάγκη να διαβάσει τα χειρόγραφα κάποιος
από τους πολύ στενούς ανθρώπους μου. Θέλω όμως να είναι
γενναιόδωροι μαζί μου. Δεν αντέχω να διαβάζουν και να αρχίζουν τους
μορφασμούς αποδοκιμασίας. (Γελάει)

Ποιος νομίζετε πως είναι ο μέσος αναγνώστης σας;

Α, δεν το έχω σκεφτεί ποτέ μέχρι τώρα. Λένε ότι οι γυναίκες
διαβάζουν σε μεγαλύτερο ποσοστό απ’ ό,τι οι άνδρες λογοτεχνία –
διαβάζουν περισσότερο έτσι κι αλλιώς. Πιθανολογώ ότι το ίδιο
συμβαίνει και με τα δικά μου βιβλία.

Τι ονειρεύεστε για τα παιδιά σας;

Θα ακουστεί κλισέ, αλλά θέλω μόνο την υγεία και την ευτυχία
τους. Τίποτε άλλο.

Τι σας λένε όταν κλείνεστε στο γραφείο ετοιμάζοντας το επόμενο
μυθιστόρημα;

Ρωτούν με έκπληξη και παράπονο μαζί: «Μαμά, γράφεις ακόμα αυτό
το βιβλίο; Το ίδιο βιβλίο;»

Αισθάνεστε τυχερή;

Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο. Από παιδί ονειρευόμουν να κάνω
κάτι δημιουργικό, να έχω μια καλή σχέση -κι είμαι «ευλογημένη» που
γνώρισα τον Ντέιβιντ-, να φτιάξω οικογένεια κι ένα όμορφο σπιτικό.
Εγιναν όλα πραγματικότητα.

Θα αγοράσετε εισιτήρια για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του
Λονδίνου;

Προσωπικά, δεν ενδιαφέρομαι. Με απωθούν τα μεγάλα πλήθη. Υποθέτω
όμως ότι ο μεγάλος γιος μας θα θέλει να παρακολουθήσει κάποια
αγωνίσματα.

Τι σας θυμώνει;

Οι τόνοι πλαστικών που μας περιβάλλουν. Και η παράνοια που
προκαλεί στους Αμερικανούς ο φόβος της τρομοκρατίας. Κάθε φορά που
ταξιδεύουμε στο Λος Αντζελες, για τις δουλειές του Ντέιβιντ, μας
ψάχνουν άγαρμπα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Είναι τόσο
εξευτελιστικό.

Ποια ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής σας;

Ως μητέρα τριών παιδιών δεν μπορώ παρά να ξεχωρίσω τρεις μέρες.
Ως συγγραφέας, θα θυμάμαι πάντα τη μέρα που μου τηλεφώνησαν από τις
εκδόσεις Penguin για να με ενημερώσουν ότι θα εξέδιδαν το βιβλίο
μου.

Θα θέλατε να μου πείτε κάτι για το οποίο δεν σας ρώτησα;

Ναι, θα ήθελα να σας μιλήσω για τον Σάμουελ και τη Νίμα. Είναι
13 και 8 ετών, αντίστοιχα, ζουν σε ένα χωριό της Τανζανίας και
είμαστε ανάδοχοι γονείς τους, ο Ντέιβιντ κι εγώ. Τα παιδιά μας
αλληλογραφούν συχνά μαζί τους. Μοιράζονται τις μικρές χαρές και τα
προβλήματά τους, τους διηγούνται ιστορίες από το σχολείο και τις
παρέες τους. Από μετάφραση βέβαια, γιατί τα γράμματα που έρχονται
από την Αφρική είναι γραμμένα στη Σουαχίλι. Θέλω να μιλάω για την
εμπειρία μας αυτή γιατί με έχει διδάξει μια μεγάλη αλήθεια: ενώ οι
ενήλικες συνηθίζουν να επικεντρώνονται στις διαφορές των ανθρώπων,
τα παιδιά έχουν ένα μαγικό τρόπο να βλέπουν μόνο αυτά που μας
ενώνουν.

Info: Τα βιβλία της Εστερ Φρόιντ, Hideous Kinky, Peerless
Flats, Gaglow, The Wild, The Sea House, κυκλοφορούν από τις
εκδόσεις Penguin και έχουν μεταφραστεί σε 16 γλώσσες. Στα Eλληνικά
μεταφράστηκε μόνο το πρώτο – αρκετά υποδεέστερο, όμως, των
επόμενων.