ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα 24ωρο με τον ζωγράφο Δημήτρη Αναστασίου

ena-24oro-me-ton-zografo-dimitri-anastasioy-2156701

06.15 – 07.00

Στις έξι και τέταρτο χτυπάει πρώτη φορά το ξυπνητήρι. Δεν το ακούω σχεδόν ποτέ. Καταφέρνω να σηκωθώ περίπου μισή ώρα αργότερα. Και για ποιο λόγο να βασανίζομαι έτσι; Είμαι ένας ζωγράφος του ατελιέ. Δεν ζωγραφίζω στην ύπαιθρο, δεν κυνηγώ το φως. Τις περισσότερες φορές δεν χρησιμοποιώ ούτε μοντέλο, ώστε να έχω κάποιο ραντεβού να τηρήσω. Θα μπορούσα να πάω στο ατελιέ όποια ώρα θέλω, αλλά, ακριβώς επειδή κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν με εξαναγκάζει να έχω συγκεκριμένο πρόγραμμα, έχω την τάση να γίνομαι ένας χαμαιλέων του προγράμματος των ανθρώπων με τους οποίους ζω. Oταν συγκατοικούσα με νυκτόβια όντα, ήμουν νυκτόβιος. Εδώ και πολλά χρόνια, ξυπνώ μαζί με τη Νόρα, που πρέπει στις οκτώ να βρίσκεται στην Ομόνοια, οπότε έχω γίνει πρωινός. Και ομολογώ πως μου ταιριάζει.

07.00 – 17.00

Ξεκινάμε, η Νόρα, εγώ και η Αλίκη –το γέρικο, τυφλό από το ένα μάτι, κουφό από το ένα αυτί και ανάπηρο γαλλικό μπουλντόγκ μας– γύρω στις εφτά από το σπίτι. Η Νόρα μάς αφήνει στο ατελιέ και συνεχίζει για το μετρό. Στις εφτά και κάτι ανοίγω τα παντζούρια, ταΐζω το γατομάνι που έχει μαζευτεί στη βεράντα, φτιάχνω καφέ, χαζεύω λίγο στο Ιντερνετ κι έπειτα πιάνω δουλειά. Συνήθως ξεκινώ με το να καθίσω στην πολυθρόνα απέναντι από το καβαλέτο και να αποφασίσω τι θα προσπαθήσω να ολοκληρώσω μέχρι το απόγευμα. Από εκεί και μετά, τα πράγματα είναι ρευστά και η κάθε μέρα εξαρτάται από το στάδιο στο οποίο βρίσκεται ο πίνακας με τον οποίον ασχολούμαι. Υπάρχουν μέρες που οι οκτώ – εννιά ώρες που εργάζομαι περνούν σαν να ήταν λεπτά, και υπάρχουν άλλες που νιώθω ότι μέχρι να φτάσει το απόγευμα θα έχω γεράσει. Παλιά μου άρεσε να λέω: «Δεν δουλεύω σχεδόν καθόλου, εργάζομαι όμως πολύ». Τώρα δεν το λέω πια. Υπάρχουν μέρες που η ζωγραφική μοιάζει όντως με δουλεία.

Ενόσω ζωγραφίζω ακούω μουσική, διαλέξεις, συνεντεύξεις, μαθήματα φιλοσοφίας ή ιστορίας και πολλά ομιλούντα βιβλία. Με βοηθά πολύ αυτό, συγκεντρώνομαι καλύτερα τόσο στη ζωγραφική, όσο και σε αυτό που ακούω, όταν τα κάνω παράλληλα. Στο σχολείο δεν με άφηναν να ζωγραφίζω κατά τη διάρκεια του μαθήματος, γι’ αυτό ήμουν κακός μαθητής. Ετσι τουλάχιστον έλεγα στους γονείς μου. Στις πέντε έρχεται η Νόρα να μας παραλάβει. Κλείνω το ατελιέ, παίρνω την Αλίκη αγκαλιά, χαιρετώ τις γάτες και μπαίνω στο αμάξι.

17.00 – 19.00

Κάνουμε μια στάση στους γονείς της Νόρας, παίρνουμε φαγητό και πάμε σπίτι για μεσημεριανό. Κατά τις έξι – έξι και μισή, ξαπλώνω (απαραιτήτως), έως τις επτά.

19.00 – 22.00

Επειτα κάθομαι στην τραπεζαρία και ξαναπιάνω δουλειά, τη δεύτερη βάρδια, όπως την αποκαλώ. Στο σπίτι δουλεύω τα μολύβια μου – απαγορεύονται ελαιοχρώματα, μελάνια, ακρυλικά και άλλα υλικά που λερώνουν! Συνήθως έχω παρέα τη Νόρα, κάνει κι εκείνη τα δικά της, ζωγραφίζει ή ράβει ή κάνει τις δουλειές του σπιτιού και μου γκρινιάζει πως της κάνω το σαλόνι ατελιέ. Παλιότερα δεν υπήρχε δεύτερη βάρδια, το απόγευμα το αφιέρωνα σε ό,τι κάθε φορά μού έκανε κέφι. Συνήθιζα μάλιστα να επικαλούμαι τον Βαλερί, ο οποίος έλεγε: «Εχοντας αφιερώσει ολόκληρο το πρωινό μου στο πνεύμα, κερδίζω το δικαίωμα να είμαι ηλίθιος για το υπόλοιπο της ημέρας». Αλλά εδώ κι ένα χρόνο περίπου, που προσπαθώ να ολοκληρώσω το «Α=-Α» (το πρότζεκτ που δουλεύω από το 2012), δεν έχω την πολυτέλεια να χαλαρώνω. Θα πω κάτι που ίσως φανεί υπερβολικό, αλλά είναι πέρα για πέρα αλήθεια: Για μεγάλο διάστημα είχα καταφέρει να δουλεύω και στον ύπνο μου. Το «Α=-Α» είναι ένα ονειρικό εικονιστόρημα, που πραγματεύεται το συνειδητό ονείρεμα. Προσπαθώντας, λοιπόν, να γράψω το σενάριό του, που ήθελα να βασίζεται σε αληθινές ονειρικές εμπειρίες, έκανα κατά τη διάρκεια της ημέρας ειδικές ασκήσεις, ώστε τη νύχτα να μπορώ να ορίζω τα όνειρά μου ανάλογα με την ιστορία του graphic novel μου. Και το κατάφερα ουκ ολίγες φορές!

22.00 – 00.00

Στις δέκα σταματώ τη δουλειά. Από εκεί κι ύστερα δεν κάνω τίποτε άλλο, σβήνει η μηχανή, δεν μπορώ ούτε να μιλήσω. Βολεύομαι στον καναπέ, χαζεύω τηλεόραση, παίζω ράλι στο λάπτοπ και Juice Jam στο κινητό και, πριν αλλάξει η μέρα, βρίσκομαι ήδη στο κρεβάτι μου, ελπίζοντας να δω ενδιαφέροντα όνειρα που θα τα θυμάμαι το πρωί.