ΠΡΟΣΩΠΑ

Ζωγραφίζω για μένα και τους άλλους

Ζωγραφίζω για μένα και τους άλλους

«Να σου πω κάτι; Σχεδόν δεν μπορώ να δουλέψω από την ομορφιά». Η φωτογράφος της «Κ», Ελισάβετ Μωράκη, μου ψιθύριζε στο μέσον της αίθουσας του Μουσείου Μπενάκη, λίγο πριν απαθανατίσει τον Χρήστο Μποκόρο για τις ανάγκες της συνέντευξης.

Περιτριγυρισμένες και οι δύο από τα έργα του, είχαμε την ίδια αυθόρμητη αντίδραση. Μέσα στην ασχήμια που ζούμε, στον αφρόντιστο δημόσιο χώρο, στη δυστοπική πόλη με τους κατηφείς κατοίκους της, η πύκνωση του κάλλους προκαλεί ένα μικρό δέος. Είναι βάλσαμο.

Δεν το νιώθαμε μόνο εμείς. Μια παρέα πρωτοετών της Αρχιτεκτονικής με τα σκέιτμπορντ να εξέχουν από τα σακίδιά τους, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, μια συντροφιά από μεσήλικες γυναίκες, όλοι μας ενωνόμασταν στον ίδιο σφυγμό. Στο τέλος, μια κυρία πλησίασε τον ζωγράφο και του είπε ντροπαλά: «Χαίρομαι που είστε εδώ. Θέλω να σας ευχαριστήσω».

Είμαι σχεδόν σίγουρη ότι ακόμα και οι Μοσχοβίτες που είχαν την ευκαιρία να δουν τη ζωγραφική του σε μια έκθεση που μόλις ολοκληρώθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της ρωσικής πρωτεύουσας, θα συμφωνούσαν. Δεν είναι η δεξιοτεχνία του που συγκινεί, αλλά η ακατάβλητη ανάγκη για να αποτυπώσει τη δική του αλήθεια. Και η αλήθεια δεν μπορεί να υποταχθεί στη μόδα, στη φιλοδοξία, στον ναρκισσισμό, αλλά μόνο στο βίωμα.

Τα κλαδιά της ανθισμένης αμυγδαλιάς που έχει ζωγραφίσει είναι τόσο ζωντανά που όταν τα είχε κρεμάσει σε έναν τοίχο του εργαστηρίου του, κάποιοι περαστικοί νόμιζαν ότι έβλεπαν από το παράθυρο τη θέα ενός κήπου. Αποκλείεται να τα ζωγράφιζε έτσι αν πρώτα δεν τα είχε χαϊδέψει, δεν είχε μετρήσει με τα ακροδάχτυλά του τους κόμπους των κλαδιών και τα άνθη.

Τα πρόσφορά του είναι σαν να βγήκαν μόλις από τον φούρνο, τα κορμιά των εραστών είναι ακόμη ζεστά από τον ύπνο, οι φλογίτσες του σιγοκαίνε πάντα, τα δένδρα του θροΐζουν. Είναι μια πινακοθήκη πραγματικών εγγραφών από την παιδική του ηλικία και τη μετέπειτα ζωή του.

Αν κάποιοι ζωγράφοι έσπευσαν να αποκηρύξουν την καταγωγή τους, ο Μποκόρος αξιοποίησε την ελληνική επαρχία ως ένα σπάνιο, πολύτιμο κοίτασμα. Δεν θέλησε να γίνει κάποιος άλλος. Αισθανόταν πολύ καλά στο πετσί του.

Μου λέει: «Μεγάλωσα μακριά από το υγρό στοιχείο, κοντά στο χώμα. Καπνοθάλασσα λέγαμε εμείς τα χωράφια του παππού μου με τα καπνά στο Αγρίνιο. Η αγαπημένη μου ώρα ήταν αυτή του ποτίσματος. Είχαμε μια μεγάλη, βαθιά στέρνα με μια παλιά αντλία που όταν έπαιρνε μπρος έκανε τρομερό σαματά.

Αυτός ο επαναλαμβανόμενος θόρυβος έμοιαζε με τη μηχανή που είχαν οι ψαρόβαρκες. Ετσι καθόμουν τα απογεύματα χαζεύοντας ένα καταπράσινο πέλαγος που μύριζε χορτάρι και άκουγα στο βάθος αυτόν τον ήχο που με έκανε να πιστεύω ότι πλέω».

Ο πατέρας του σε ηλικία 20 χρόνων ήταν καπετάνιος στον ΕΛ.ΑΣ. Ανθρωπος με αρχές και μπέσα. Αγαπούσε πολύ την αρχαιολογία και μαζί με τον γιο του έκαναν ατέλειωτες βόλτες σε αρχαιολογικές τοποθεσίες, όπου του εξηγούσε κάθε λεπτομέρεια.

Θυμάμαι…

Από εκείνον κληρονόμησε ίσως την ανάγκη να μην ξεχνάει το παρελθόν, ούτε το μακρινό ούτε το πρόσφατο, να αισθάνεται τη χωμάτινη σύνδεση με την πατρίδα και τη φύση. Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, ο Μποκόρος σπούδασε αρχικά νομική αλλά αργότερα στράφηκε στην πραγματική του κλίση, τη ζωγραφική. «Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια να πηγαίνω σε μουσεία του εξωτερικού και να βλέπω αυτό που αποκαλούμε μεγάλη τέχνη. Δεν μπορούσα να αισθανθώ καμιά ταύτιση, δεν ένιωθα ότι ήταν κάτι που απευθυνόταν σε εμένα. Και έτσι άρχισα να ζωγραφίζω πράγματα απλά, καθημερινά. Ακόμα και στη Σχολή Καλών Τεχνών που έπρεπε να κάνουμε μαθήματα με μοντέλα, εγώ ως επαρχιώτης ήθελα να κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Μου ήταν πιο εύκολο να αποτυπώσω στον καμβά την εικόνα μιας φίλης μου που είχε αποκοιμηθεί ένα μεσημέρι παρά το μοντέλο που ήταν απέναντί μου».

Η ζωή κύλησε σαν το νερό και από το φοιτητικό σπίτι της οδού Καλλιδρομίου, ο Μποκόρος έκανε τη δική του πορεία. Η έκθεση «Οψεις Αδήλων» έχει πάνω από 100 έργα του από εκείνη την εποχή μέχρι τα πιο φρέσκα, δύο μισοζωγραφισμένα πορτρέτα των παιδιών του. Ολα λαμποκοπούν από την ομορφιά και δημιουργούν ένα είδος φωτοτροπισμού στον θεατή, σαν μεγάλα ξέφωτα στη φύση.

«Σκέφτομαι πως οι άνθρωποι εργάζονται όλη την εβδομάδα και η ανάγκη τους είναι να φύγουν το Σαββατοκύριακο, να κάνουν μια βόλτα μακριά από την πόλη, στην ύπαιθρο. Ισως γιατί εκεί μας περιμένει η φύση, αφτιασίδωτη και αληθινή. Αποζητάμε ξανά αυτήν την επαφή με το χώμα, αποζητάμε την άφεσή μας, διότι ο κόσμος είναι πολύ ευρύτερος από τον πολιτισμό έτσι όπως τον ορίζουμε σήμερα».

Ισως λοιπόν αυτή η ευεξία που προκαλούν τα έργα του να πηγάζει και από τη θεματολογία του. Αν και βρίσκεσαι δίπλα στην οδό Πειραιώς, αισθάνεσαι ότι κάνεις εκδρομή κάπου μακριά στον χώρο και στον χρόνο, σε ένα μέρος πιο ήσυχο και στοχαστικό.

Ο Μποκόρος δεν περιφρονεί την τεχνολογική πρόοδο. Ξέρει όμως να τη φέρνει στα μέτρα του. Προσφάτως οι εκδόσεις Αγρα κυκλοφόρησαν ένα πολύ ωραίο βιβλίο με σημειώσεις και σκέψεις που «ανέβασε» ο ζωγράφος στο Facebook. Μικρά κειμενάκια με φωτογραφίες ή ζωγραφικά έργα εν είδει ημερολογίου (ο τίτλος είναι άλλωστε «eμερολογιο»).

Το ερώτημα

«Οι άνθρωποι δεν λειτουργούν μόνοι τους. Εχουν ανάγκη την κοινότητα. Και εγώ δεν ζωγραφίζω μόνο για εμένα αλλά και για το βλέμμα των άλλων. Το θέμα μας είναι σήμερα, ως κοινωνία, σε τι ομονοούμε; Τι μας συνδέει; Τι είναι αυτό που μπορεί να νοηματοδοτήσει εκ νέου τη ζωή μας σε συλλογικό επίπεδο; Αυτό είναι το μεγαλύτερο ερώτημα για την πατρίδα στις ημέρες μας…».

​​Ο Χρήστος Μποκόρος γεννήθηκε το 1956 και μεγάλωσε στο Αγρίνιο. Σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Καστέλλα. Εχει επανειλημμένως εκπροσωπήσει την Ελλάδα και διακριθεί σε διεθνείς διοργανώσεις, έχει εκθέσει σε πολλές χώρες του κόσμου και έργα του βρίσκονται σε δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές εντός και εκτός της Ελλάδας.

Η έκθεσή του στο Μουσείο Μπενάκη (Πειραιώς και Ανδρονίκου) θα διαρκέσει μέχρι και τις 26 Φεβρουαρίου. Κείμενο του Σταύρου Ζουμπουλάκη για τη συγκεκριμένη έκθεση δημοσιεύεται στη σελ. 10.