ΠΡΟΣΩΠΑ

«Χρειάζεται σφοδρή επιθυμία για να γίνεις καλός»

epithumia1

Το τελευταίο του άλμπουμ, «Country for old men», που κυκλοφόρησε μόλις τον περασμένο μήνα, του απέφερε δύο βραβεία Grammy (καλύτερου ορχηστρικού τζαζ δίσκου και καλύτερου τζαζ σόλο αυτοσχεδιασμού), είναι «αφιερωμένο» στην τρίτη ηλικία, όμως ο Τζον Σκόφιλντ σε καμία περίπτωση δεν μοιάζει έτοιμος να συνταξιοδοτηθεί. Υστερα από τέσσερις δεκαετίες ζωντανών εμφανίσεων και ηχογραφήσεων, ο 65χρονος, σήμερα, κιθαρίστας και συνθέτης, παραμένει γεμάτος ενέργεια και όρεξη για πειραματισμούς, ενώ εξακολουθεί να κυκλοφορεί ένα νέο δίσκο κάθε ένα με δύο χρόνια.

«Δανείστηκα τον τίτλο του άλμπουμ από το βιβλίο του Κόρμακ Μακ Κάρθι “No country for old men” και το ομώνυμο φιλμ των αδελφών Κοέν. Σκέφτηκα πως ήταν ένα ενδιαφέρον λογοπαίγνιο… αφού παίζω κάντρι, αφού δεν είμαι πια τόσο νέος», λέει στην «Κ» ενόψει της προγραμματισμένης συναυλίας του στο Gazarte, το επόμενο Σάββατο. «Η φράση προέρχεται από το ποίημα του Γέιτς “Tαξίδι στο Βυζάντιο”, ένα έργο για τις δυσκολίες του γήρατος και αυτά που πρέπει να κάνει ένας άνθρωπος για να διατηρήσει το μυαλό και το πνεύμα του σε καλή κατάσταση καθώς το σώμα του τον εγκαταλείπει», συνεχίζει. Η δική του ενέργεια, πάντως, πηγάζει κυρίως από το πάθος του για τη μουσική.

«Εχω συνηθίσει να παίζω κιθάρα καθημερινά και θα μου έλειπε αν έπρεπε να σταματήσω. Είναι πολύ σημαντικό για μένα το να παίζω, να γράφω και να δίνω συναυλίες. Φαντάζομαι ότι είμαι τυχερός, γιατί έχω βρει κάτι που πραγματικά με ενδιαφέρει», υπογραμμίζει, αν και παραδέχεται ότι πλέον οι περιοδείες τον κουράζουν περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν. Τo «Country for old men» αποτελείται αποκλειστικά από τζαζ αυτοσχεδιαστικές εκδοχές κάντρι τραγουδιών. «Ενα κομμάτι πρέπει να έχει ορισμένα χαρακτηριστικά για να μπορεί να μετατραπεί σε ένα είδος τζαζ, σε ένα όχημα αυτοσχεδιασμού. Χωρίς αυτό, είναι απλώς μια διασκευή», εξηγεί. «Θέλω τα κομμάτια μου να είναι κάτι περισσότερο και το “κλειδί” γι’ αυτό είναι ο ρυθμός».

Γεννημένος το 1951, ο Σκόφιλντ μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη του Κονέκτικατ και απέκτησε την πρώτη του κιθάρα σε ηλικία 11 ετών. Η πρώτη του αγάπη ήταν τα μπλουζ, «ο BB King, ο Οτις Ρας, ο Ερικ Κλάπτον, ο Τζίμι Χέντριξ…», αλλά στα 16 του τον κέρδισε η τζαζ. Εκτοτε, κινείται κυρίως στον ευρύτερο χώρο της αυτοσχεδιαστικής τζαζ, αντλώντας έμπνευση από τη φανκ, τη σόουλ, την μπλουζ, τη ροκ και την κάντρι. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Μπέρκλεϊ, είχε την τύχη να συνεργαστεί με αρκετούς από τους «μεγάλους» του χώρου, όπως ο Τζορζ Ντιουκ και ο Χέρμπι Χάνκοκ, ενώ από το 1982 και για τριάμισι χρόνια υπήρξε μέλος της μπάντας του Μάιλς Ντέιβις. «Ηταν τέλειο να περνάω χρόνο με τον Μάιλς γιατί ήταν ο αγαπημένος μου μουσικός και ένας από τους μεγαλύτερους τζαζίστες όλων των εποχών», παραδέχεται. «Παρακολουθούσα τον τρόπο που δούλευε και τον άκουγα κάθε βράδυ. Ηταν μια τρομερά εποικοδομητική εμπειρία για μένα το Πανεπιστήμιο Μάιλς Ντέιβις».

Εκτός από βραβευμένος μουσικός που διαβάζει Μακ Κάρθι και Γέιτς, ο «Σκο», όπως τον ξέρει το κοινό του, είναι επίσης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Ενα από τα συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει ύστερα από χρόνια αλληλεπίδρασης με νεαρούς κιθαρίστες, είναι πως, για όσους θέλουν να ξεχωρίσουν, η σκληρή δουλειά είναι εξίσου σημαντική με το ταλέντο. «Υποθέτω ότι πρέπει να έχεις κάποιο ταλέντο για να γίνεις πολύ καλός στη μουσική, αλλά ξέρω πως το βασικό συστατικό είναι η σφοδρή επιθυμία να γίνεις καλός, να δουλεύεις ακούραστα για να εξελιχθείς. Χωρίς αυτά, δεν νομίζω πως το ταλέντο αρκεί», αναφέρει. «Η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν αν θέλουν. Μπορεί να μη γίνεις ο καλύτερος –εκεί παίζει ρόλο το έμφυτο ταλέντο–, αλλά μπορείς να μάθεις να παίζεις.

Και παρότι θα πρέπει να μάθεις μόνος σου, οι άλλοι μπορούν να σε εμπνεύσουν και να σε βοηθήσουν να κατανοήσεις τις τεχνικές λεπτομέρειες».

​​Ο Τζον Σκόφιλντ εμφανίζεται στο Gazarte το Σάββατο 11 Μαρτίου.