ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Καναπές, τηλεόραση και τσιπς…

kanapes-tileorasi-kai-tsips-amp-8230-2040636

Κακή φυσική κατάσταση, περιορισμένη σωματική άσκηση και, όπως είναι επόμενο, βάρος που σε μεγάλο ποσοστό υπερβαίνει το φυσιολογικό. Αυτό είναι το τρίπτυχο που συνθέτει το «προφίλ» των σημερινών Ελληνόπουλων, όπως προκύπτει από πρόσφατη επιστημονική δημοσίευση για τον τρόπο ζωής και τις φυσικές επιδόσεις παιδιών από 9 διαφορετικές ευρωπαϊκές χώρες. Η δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Pediatrics με τον εύγλωττο τίτλο «Ανισότητες στην υγεία ανήλικων που ζουν σε αστικά κέντρα» και συμπεραίνει πως τα παιδιά στην Ελλάδα (μαζί με την Ισπανία και την Ιταλία) κατατάσσονται στη χειρότερη τριάδα ως προς την παχυσαρκία, την έλλειψη φυσικής δραστηριότητας και τη σωματική κατάσταση.

«Οπως και πολλά ακόμη επιστημονικά άρθρα τα τελευταία χρόνια, έτσι και το συγκεκριμένο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου τόσο στην πολιτεία όσο και στους γονείς, όσον αφορά την υγεία των μελλοντικών γενιών στη χώρα μας», λέει χαρακτηριστικά στην «Κ» ο κ. Αντώνης Καφάτος, ομότιμος καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής του Πανεπιστημίου Κρήτης και ένας από τους συντάκτες της δημοσίευσης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του πρότζεκτ Helena, μιας σχεδόν πανευρωπαϊκής προσπάθειας να «ακτινογραφηθούν» όσο το δυνατόν πιο εξονυχιστικά οι παράμετροι που επηρεάζουν την υγεία των παιδιών στη Γηραιά Ηπειρο, όπως ο τρόπος ζωής τους, η κληρονομικότητα ή η διατροφή.

Πανευρωπαϊκή μελέτη

«Η συγκεκριμένη μελέτη έγινε με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας στην Ισπανία και σε αυτήν πήραν μέρος 3.528 παιδιά, ηλικίας 12,5-17,5 ετών. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που συμμετείχε με δύο πόλεις, το Ηράκλειο της Κρήτης και την Αθήνα, αφού στα 25 ακαδημαϊκά ιδρύματα που πήραν μέρος συγκαταλεγόταν και το Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο», συμπληρώνει ο κ. Καφάτος. Και μία από τις τρεις χώρες όπου οι ανήλικοι έχουν τη χειρότερη φυσική κατάσταση, όπως αποδείχθηκε από τεστ με τα οποία μετρήθηκε η ταχύτητα, η αντοχή και η καρδιοαναπνευστική τους λειτουργία.

«Το αποτέλεσμα αυτό δικαιολογείται από το δεύτερο συμπέρασμα της έρευνας, το γεγονός δηλαδή ότι τα Ελληνόπουλα κατέλαβαν πάλι μια από τις τρεις τελευταίες θέσεις, ως προς τον χρόνο που αφιερώνουν σε σωματική άσκηση», συμπληρώνει ο ομότιμος καθηγητής. Σε αυτή την περίπτωση, οι μετρήσεις έγιναν με τη βοήθεια μιας συσκευής που λέγεται επιταχυνσιόμετρο και την οποία οι ανήλικοι φορούσαν στη μέση τους για επτά ημέρες.

Από τα δεδομένα του επιταχυνσιόμετρου, οι επιστήμονες μπορούσαν να καταλάβουν πόσες ώρες αθλήθηκαν και πόσες πέρασαν σε καθιστικές δραστηριότητες, για παράδειγμα μπροστά από την τηλεόραση. Το ίδιο απογοητευτικά ήταν όμως και τα αποτελέσματα για την παχυσαρκία, με βάση τις μετρήσεις για την εναπόθεση λίπους τόσο σε όλο το σώμα όσο και την κοιλιακή χώρα ειδικά. «Σε αυτή την περίπτωση, μάλιστα, τα παιδιά από την Κρήτη είχαν τα μεγαλύτερα ποσοστά παχυσαρκίας σε όλο το δείγμα».

Επιβλαβείς συνήθειες

Οπως επισημαίνει ο κ. Καφάτος, τα στοιχεία που προέκυψαν από τη μελέτη γίνονται ακόμη πιο δυσοίωνα, αν συνδυαστούν με τις επιβλαβείς διατροφικές συνήθειες των Ελληνόπουλων, όπως έχουν δείξει άλλες έρευνες. «Συγκριτικά με τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, στην Ελλάδα καταναλώνονται περισσότερο τρόφιμα με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη (π.χ. πατατάκια), κορεσμένα λίπη (όπως κόκκινο και επεξεργασμένο κρέας) και μεγάλη περιεκτικότητα σε αλάτι». Τροφές που έχουν ήδη αφήσει το «αποτύπωμά» τους στον οργανισμό των ανήλικων, όπως στη χοληστερόλη και την αρτηριακή πίεση.

«Είναι πια επιστημονικά αποδεδειγμένο πως για τα χρόνια νοσήματα, όπως τα καρδιαγγειακά, ο καρκίνος και ο σακχαρώδης διαβήτης, τα οποία είναι η πρώτη αιτία θανάτων στις δυτικές κοινωνίες, παίζει κρίσιμο ρόλο ο τρόπος ζωής και η διατροφή από τη βρεφική και παιδική ηλικία. Με την πρωτογενή πρόληψη, όπως ονομάζεται, έχει αποδειχθεί από διεθνείς έρευνες πως θα μπορούσε να αποφευχθεί το 80-90% των πρόωρων θανάτων από τέτοιες νόσους. Εμείς ανατρέφουμε τις νέες γενιές στη χώρα μας με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά υπονομεύουμε το μέλλον και την υγεία τους όταν θα γίνουν 40 και 50 ετών», τονίζει ο επιστήμονας.

Πρωταθλήτρια μεταξύ 33 χωρών του ΟΟΣΑ η Ελλάδα σε υπέρβαρα αγόρια και κορίτσια

Ειδικά όσον αφορά την παιδική παχυσαρκία, το γεγονός ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας στη χώρα μας έρχεται να επιβεβαιώσει πρόσφατη μελέτη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η οποία δείχνει πως η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια» σε ποσοστό υπέρβαρων αγοριών και κοριτσιών, ανάμεσα στα 33 κράτη-μέλη του Οργανισμού. Η μελέτη επικεντρώνεται στις ηλικίες 5-17 ετών, όπου το ποσοστό παχύσαρκων αγοριών στην Ελλάδα αγγίζει το 44% και των κοριτσιών το 38%.

Στην περίπτωση των αγοριών, μάλιστα, το ποσοστό στην Ελλάδα απέχει σημαντικά ακόμη και από τη δεύτερη χειρότερη χώρα, την Ιταλία, όπου τα παχύσαρκα αγόρια φτάνουν το 36%, ενώ τα κορίτσια το 34%. Οι μέσοι όροι για τα κράτη-μέλη είναι 23% και 21% για τα δύο φύλα αντίστοιχα, ενώ μετά την Ιταλία ακολουθούν η Νέα Ζηλανδία, η Σλοβενία και οι ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Καφάτο, για την πρωτογενή πρόληψη είναι απαραίτητη η ευαισθητοποίηση των γονέων, που πρέπει να τα ενθαρρύνουν να ασκούνται και να τα συνηθίσουν σε έναν υγιεινό τρόπο διατροφής. «Σημαντικό ρόλο θα πρέπει να παίξει επίσης το σχολείο μέσω κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραμμάτων, κάτι στο οποίο υστερούμε δραματικά σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στην Κεντρική και τη Βόρεια Ευρώπη. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης είχαμε αναπτύξει έντυπο και ηλεκτρονικό ενημερωτικό υλικό για όλες τις σχολικές βαθμίδες, το οποίο δεν αξιοποίησε ποτέ το υπουργείο Παιδείας, σε αντίθεση με την Κύπρο».

Οσον αφορά πάντως τη χώρα μας, αξιοσημείωτο είναι επίσης πως η εικόνα που παρατηρείται στα παιδιά δεν συμβαδίζει με ό,τι ισχύει για τους Ελληνες ενήλικες, όπου με βάση τη μελέτη τα ποσοστά είναι 18,5% και 17,7%, για τους άνδρες και τις γυναίκες, τα οποία μας κατατάσσουν στις μεσαίες θέσεις της λίστας και χαμηλότερα από τους κάτω από τους αντίστοιχους μέσους όρους. Η έκθεση αναφέρει πως, ειδικά για τους ανήλικους ηλικίας 15 ετών, από το 2000 αυξάνεται ο αριθμός των ανηλίκων στα μέλη της που είναι υπέρβαρα. Ετσι, παρόλο που σε ορισμένες χώρες παρατηρούνται ελαφρώς πτωτικά ποσοστά, όπως για παράδειγμα στο Μεξικό και την Αγγλία, δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση δικαιολογία για εφησυχασμό σε παγκόσμιο επίπεδο.