ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Ενας «βρώμικος» διατροφικός πόλεμος

enas-vromikos-diatrofikos-polemos-2101159

Παρότι οι πωλήσεις γενετικά τροποποιημένων σπόρων σημείωναν σταθερή άνοδο, τα στελέχη στο αρχηγείο της Monsanto στο Σεν Λούις εξέφραζαν κατ’ ιδίαν την ανησυχία τους για τις επιθέσεις, που δέχονταν σχετικά με την ασφάλεια των προϊόντων τους.

Η εταιρεία, που είναι η μεγαλύτερη παραγωγός σπόρων στον κόσμο, αναμόρφωσε έτσι τη στρατηγική της στον τομέα των δημόσιων σχέσεων και του λόμπινγκ, στρατολογώντας πανεπιστημιακούς.

«Ο ακαδημαϊκός τομέας έχει ιδιαίτερο βάρος στη συζήτηση αυτή, ενώ απολαμβάνει της στήριξης κάθε κοινωνικής ομάδας, από πολιτικούς μέχρι παραγωγούς. Συνεχίστε έτσι!» έγραφε σε μήνυμα email ο Μπιλ Μάσεκ, αντιπρόεδρος της εταιρείας συμβούλων επικοινωνίας Ketchum, με αποδέκτη καθηγητή του Πανεπιστημίου της Φλόριντα. Εταιρείες, όπως η Monsanto, έχουν διοχετεύσει μεγάλα κεφάλαια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα για τη χρηματοδότηση της πρωτογενούς έρευνας. Η σημερινή συζήτηση γύρω από την ασφάλεια των γενετικά μεταλλαγμένων τροφών, όμως, έχει λάβει διαστάσεις πραγματικού πολέμου δισεκατομμυρίων δολαρίων, με εταιρείες όπως η Monsanto να αντιπαρατίθεται με τους μεγάλους παραγωγούς οργανικών προϊόντων, όπως η βιομηχανία γιαουρτιού Stonyfield Farm, με τις δύο πλευρές να στρατολογούν με επιθετικό τρόπο πανεπιστημιακούς. Μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που εξασφάλισαν οι «Times», προσφέρουν μία σπάνια εικόνα της στρατηγικής και της τακτικής μιας εκστρατείας λόμπινγκ, που μεταμόρφωσε τις πανεπιστημιακές ελίτ σε πανίσχυρους παίκτες της αντιπαράθεσης.

Οι εκστρατείες των δύο πλευρών έχουν ενταθεί, εν όψει της ψήφισης από τη Γερουσία νομοσχεδίου, που εγκρίνεται από τη βιομηχανία τροφίμων και θα απαγορεύει στις πολιτείες των ΗΠΑ να απαιτούν την αναγραφή των γενετικά τροποποιημένων συστατικών στις συσκευασίες τροφίμων.

Οι προσπάθειες των βιομηχανιών πέτυχαν επίσης να πεισθεί η αρμόδια ομοσπονδιακή υπηρεσία να εγκρίνει νέο γενετικά τροποποιημένο σπόρο, μετά τη μεσολάβηση πανεπιστημιακών υπέρ του αιτήματος των εταιρειών.

Μετανιώνουν…

Ακόμη, όμως, και ορισμένοι πανεπιστημιακοί, οι οποίοι αποδέχθηκαν ειδικές δωρεές για έρευνες ή συμμετείχαν σε ταξίδια χρηματοδοτημένα από βιομηχανίες στην Ουάσιγκτον για να προωθήσουν την έγκριση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων, δηλώνουν σήμερα ότι μετανιώνουν για τη συμμετοχή τους σε αυτό το βρώμικο διατροφικό πόλεμο.

«Αν περάσεις πολύ καιρό με ασβούς, αρχίζεις να μυρίζεις σαν κι αυτούς», λέει ο Τσαρλς Μπένμπρουκ, μέχρι πρότινος ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Πολιτείας της Ουάσιγκτον.

Η βιομηχανία βιολογικών προϊόντων χρηματοδότησε την έρευνά του και πλήρωσε τα ταξίδια του στην ομοσπονδιακή πρωτεύουσα των ΗΠΑ, όπου προώθησε την υποχρεωτική σήμανση των τροφίμων με γενετικά τροποποιημένα συστατικά.

Η μεγάλη διαμάχη για τα ζιζανιοκτόνα

Η αντιπαράθεση μεταξύ αντίπαλων πανεπιστημιακών σχολών και συγκεκριμένων καθηγητών δεν εστιάζεται τόσο γύρω από το -ιδιαίτερα σημαντικό- ζήτημα της ασφάλειας των γενετικά τροποποιημένων σπόρων για τον άνθρωπο ή για τα άλλα φυτικά είδη.

Οι δύο πλευρές αντιπαρατίθενται κυρίως γύρω από την ασφάλεια της χρήσης ζιζανιοκτόνων, που χρησιμοποιούνται ευρέως στις καλλιέργειες των λεγόμενων γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, γνωστών με το κωδικό ακρωνύμιο GMO στις ΗΠΑ.

Οι υποστηρικτές των οργανικών (ή βιολογικών όπως λέγονται στην Ελλάδα) προϊόντων, υποστηρίζουν ότι η χρήση ζιζανιοκτόνων έχει ενταθεί σε πρωτοφανή βαθμό και ότι ορισμένα από τα χημικά αυτά δεν είναι ασφαλή.

Οι εταιρείες βιοτεχνολογίας, από τη μεριά τους, τονίζουν ότι τα στοιχεία για τη χρήση ζιζανιοκτόνων έχουν τύχει παρερμηνείας και ότι οι νέες καλλιέργειες, ανθεκτικότερες σε έντομα και ασθένειες, βοηθούν στην αντιμετώπιση του υποσιτισμού στον κόσμο, χάρη στη μεγάλη τους αποδοτικότητα και το μικρό τους κόστος.

Επιστημονικές μελέτες ή λόμπινγκ εταιρειών;

Η Monsanto και οι άλλες εταιρείες του χώρου των γενετικά τροποποιημένων προϊόντων έχουν διοχετεύσει μεγάλα ποσά με στόχο την προώθηση των θέσεών τους. Δεκάδες επιστημονικές δημοσιεύσεις, που φέρουν τα ονόματα σημαντικών πανεπιστημιακών, συντάχθηκαν ορισμένες φορές από συμβούλους επικοινωνίας.

Ο καθηγητής και διευθυντής της έδρας Φυτολογίας του Πανεπιστημίου της Φλόριντα, Κέβιν Φόλτα, υπήρξε αποδέκτης τέτοιων «δωρεών», με στόχο την προώθηση της άποψης ότι τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα είναι ασφαλή. Ο Φόλτα υποστηρίζει σήμερα ότι συμμετείχε στην εκστρατεία ενημέρωσης, καθώς πίστευε ότι τα τρόφιμα αυτά είναι όντως ασφαλή και ότι όφειλε, λόγω της θέσης του, να μοιρασθεί τις επιστημονικές του απόψεις με το κοινό. «Κανείς δεν μου λέει τι να πω και κανείς δεν μου λέει τι να σκεφτώ. Κάθε επιχείρημά μου βασίζεται σε επιστημονικές μελέτες» λέει ο δρ Φόλτα. Σε συνέντευξή του, όμως, ο Φόλτα παραδέχεται ότι θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει ότι ενήργησε ως λομπίστας της Monsanto και για τον λόγο αυτό το πανεπιστήμιό του αποφάσισε να προσφέρει τις εταιρικές δωρεές σε κοινωφελές ίδρυμα. «Συνειδητοποιώ απόλυτα πως θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί έτσι και αυτό μου προκαλεί μεγάλη ενόχληση» λέει.

Παρότι η δημοσιογραφική έρευνα δεν ανακάλυψε κάποιο κρούσμα δημοσίευσης ψευδών στοιχείων από πανεπιστημιακούς, η αποδοχή δωρεών καθιστά την ακαδημαϊκή κοινότητα κεντρικό παίκτη -και όχι παρατηρητή- στον πόλεμο των λόμπι και τις εκστρατείες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Μέχρι στιγμής, η κοινότητα των αντιπάλων των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων υπερισχύει στον πόλεμο των δημόσιων σχέσεων. Μεγάλοι κατασκευαστές στις ΗΠΑ, όπως η Chipotle και η Cheerios, έχουν περιορίσει ή καταργήσει τη χρήση γενετικά τροποποιημένων συστατικών στα προϊόντα τους, εκτιμώντας ότι αυτό αποτελεί την επιθυμία του αμερικανικού καταναλωτικού κοινού. Η απόφαση αυτή, όμως, αποτελεί απειλή για εταιρείες, όπως η Monsanto, που κατέγραψε παγκόσμιες πωλήσεις ύψους 15,9 δισ. δολαρίων το 2014.

Το 2013, η Monsanto ζήτησε από τον Ντέιβιντ Σο, αντιπρόεδρο έρευνας της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μισισιπί, να μεσολαβήσει στο υπουργείο Γεωργίας, ώστε να πεισθούν οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες να εγκρίνουν νέο τύπο γενετικά τροποποιημένης σόγιας, σχεδιασμένου από τη Monsanto. Ο Σο είχε εξασφαλίσει περισσότερα από 880.000 δολάρια σε δωρεές για έρευνες από τη Monsanto, σε μία δεκαετία. Η εισήγησή του έγινε δεκτή και το υπουργείο ενέκρινε το σπόρο.