ΕΠΙΣΤΗΜΗ

«Πόσο θα ζήσω;», η απάντηση ίσως να βρίσκεται στα γονίδια

poso-tha-ziso-i-apantisi-isos-na-vrisketai-sta-gonidia-2101160

Η ερώτηση του πόσο θα ζήσει ο καθένας από εμάς δεν είναι απλά υπαρξιακή.

Αν γνωρίζαμε πόσο θα ζήσουμε, θα μπορούσαμε να αποφασίσουμε αν αξίζει τον κόπο να αποταμιεύσουμε ή να σπαταλήσουμε όλες μας τις οικονομίες μέσα σε λίγες ημέρες. Τι γνωρίζουμε, λοιπόν, για τη μακροζωία; Είναι όλα θέμα γονιδίων ή αποτέλεσμα των επιλογών μας όσο ζούμε;

«Γνωρίζουμε εδώ και μία δεκαετία ότι οι ευφυέστεροι άνθρωποι ζουν περισσότερο. Η κοινή λογική λέει ότι όσο πιο ευφυής είναι κάποιος, τόσο θα αποφύγει τις επικίνδυνες δουλειές και θα ζήσει σχετικά προστατευμένη ζωή», λέει η δρ Ρόζαλιντ Αρντεν του βρετανικού πανεπιστημίου LSE.

Πρόσφατες μελέτες σε διδύμους, όμως, έδειξαν ότι οι περιβαλλοντικοί εξωγενείς παράγοντες δεν επηρεάζουν τη σχέση ευφυΐας και μακροζωίας. Η μελέτη της δρος Αρντεν έδειξε ότι σε δίδυμους διαφορετικών ωαρίων, ο ευφυέστερος δίδυμος είχε μεγαλύτερες πιθανότητες να ζήσει περισσότερο. «Οφείλουμε ωστόσο να αντιμετωπίσουμε το πόρισμα της μελέτης με ταπεινοφροσύνη. Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι η ευφυΐα είναι κυρίως γενετική και ότι έχει επιπτώσεις στην εμφάνιση γεροντικής άνοιας και στη γήρανση. Παρότι η ευφυΐα είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομική, ο χρόνος ζωής εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, με την ευφυΐα να αποτελεί πολύ μικρό ποσοστό αυτών», λέει η δρ Αρντεν.

Γιατί λοιπόν η αυξημένη ευφυΐα σχετίζεται με τη μακροζωία;

«Ισως όσοι διαθέτουν γονίδια, που τους καθιστούν εξυπνότερους, έχουν επίσης γονίδια που τους εξασφαλίζουν υγιέστερο σώμα, ίσως τα όργανά τους λειτουργούν πιο αποτελεσματικά, ίσως πάλι η ευφυΐα και η μακροζωία να εξαρτώνται και οι δύο από επιμέρους γενετικές μεταλλαγές, με όσους εμφανίζουν λιγότερες μεταλλαγές να είναι ευφυέστεροι και να ζουν περισσότερο.

Το επόμενο βήμα για να διαπιστώσουμε τα αίτια του φαινομένου είναι οι ενδελεχείς μελέτες σε ζώα. Αν διαπιστώσουμε ότι το πρότυπο των ευφυών ατόμων που ζουν περισσότερο εμφανίζεται σε πολλά ζωικά είδη, αυτό θα είναι εκπληκτικό» λέει η δρ Αρντεν.

«Μέχρι τη μέση ηλικία, παραδοσιακοί παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η υψηλή αρτηριακή πίεση, η υψηλή χοληστερίνη και ο διαβήτης, έχουν μεγάλη σημασία. Καθώς, όμως, γερνάμε, οι παράγοντες αυτοί χάνουν τη σημασία τους. Αυτό που παίζει μεγαλύτερο ρόλο, είναι να παραμένει κανείς σωματικά, πνευματικά και κοινωνικά δραστήριος.

Οι ηλικιωμένοι πρέπει να χρησιμοποιούν τα ακουστικά βαρυκοΐας και να εγχειρίζουν τον καταρράκτη στα μάτια τους, γιατί η ικανότητα της ακοής και της καλής όρασης είναι κρίσιμοι παράγοντες αποφυγής της απομόνωσης» λέει ο δρ Τζέρεμι Τζέικομπς, του Ιατρικού Κέντρου Χαντασά. Το αίσθημά του να είναι κάποιος χρήσιμος, η ανάγνωση και η καθημερινή έξοδος από το σπίτι, συντελούν στη μακροζωία.

«Εχουμε περιορίσει εντυπωσιακά τη θνησιμότητα στους κάτω των 65 ετών. Τώρα περιορίζουμε τη θνησιμότητα των άνω των 65. Εχουμε λιγότερες πιθανότητες από ποτέ άλλοτε να πεθάνουμε από ανακοπή ή εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά ολοένα και περισσότεροι από εμάς θα εμφανίσουν καρκίνο και γεροντική άνοια, όσο η ζωή μας επιμηκύνεται» λέει ο Ντέιβιντ Σινκλέρ, επικεφαλής του Διεθνούς Κέντρου Μακροζωίας της Βρετανίας.