ΣΤΙΛ

Η νέα ελληνική μόδα

cinnamon
karavan
leda
somf
zeus
moda

Μπορεί μέχρι πριν από λίγα χρόνια να ήταν κανείς στη μόδα μονάχα αν φορούσε φίρμες από το εξωτερικό, όμως η τάση αυτή στις μέρες μας έχει αλλάξει. Μέσα στα συντρίμμια της κρίσης, που από το 2009 έως το 2012 οδήγησε την αγορά ένδυσης σε πτώση του τζίρου της σε ποσοστό 70%, έχουν εμφανιστεί νέοι άνθρωποι με πολύ ταλέντο και καλές σπουδές, που φέρνουν καινούργιες ιδέες και τις υλοποιούν εδώ, στην Ελλάδα. Από πέρυσι δε που η αγορά δείχνει να σταθεροποιείται, το ενδιαφέρον στρέφεται στη δουλειά ανερχόμενων Ελλήνων σχεδιαστών και στις δημιουργίες τους.

CINNAMON SIS

Ολα ξεκίνησαν φέτος το καλοκαίρι. Οι αδελφές Κανελλοπούλου -η 25χρονη Εφη και η 21χρονη Λιάνα- είχαν μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές τους στο Λονδίνο (ΜΜΕ, σχέδιο και ιστορία της τέχνης η πρώτη και θέατρο η δεύτερη) όταν αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα και να δημιουργήσουν μια γυναικεία σειρά κομψών και ευκολοφόρετων ρούχων για όλες τις ηλικίες αλλά και ώρες της ημέρας. Μέσα σε λίγους μήνες, με τη βοήθεια των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που λειτούργησαν ως πλατφόρμα προώθησης του νεοσύστατου brand, είδαν την πρώτη τους κολεξιόν να απογειώνεται. Αντλώντας έμπνευση από τα χρώματα του καλοκαιριού και την αύρα των ελληνικών νησιών, σχεδίασαν κομμάτια τα οποία οι ίδιες περιγράφουν ως «ρούχα που φοριούνται σαν αξεσουάρ και μεταμορφώνουν ακόμη και το πιο απλό σύνολο». Δηλαδή πουκαμίσες, γιλέκα, πόντσο, εσάρπες, παρεό, καφτάνια διακοσμημένα με έθνικ λεπτομέρειες – τρέσες, κορδέλες, φτερά, πομ πομ, τρουκς ή κρόσσια.

«Ακούγεται κλισέ, όμως υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας στο ότι η κρίση δημιουργεί ευκαιρίες και ευνοεί τους τολμηρούς. Πώς αλλιώς να εξηγήσεις ότι την ίδια στιγμή που ο κλάδος της ένδυσης στη χώρα μας θεωρείται είδος πολυτελείας, έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό στην αγορά που πρέπει να καλυφθεί; Η Ελληνίδα εξακολουθεί να είναι κοκέτα, μόνο που τώρα αναζητά άριστη ποιότητα σε προσιτές τιμές», εξηγεί η Εφη. Σε αυτές τις γυναίκες απευθύνονται οι χειροποίητες δημιουργίες τους: εκείνες που δεν μπορούν πλέον να ψωνίζουν επώνυμα ρούχα ξένων σχεδιαστών, αλλά παράλληλα δεν ικανοποιούνται από τα εισαγόμενα που προσφέρουν με το κιλό οι μεγάλες αλυσίδες. «Ψάχνουν κάτι ιδιαίτερο. Κάτι που να μην το έχει και η διπλανή τους. Και όταν το βρουν, είναι διατεθειμένες να το αποκτήσουν», προσθέτει η Λιάνα.

Η αγάπη τους για τη μόδα πέρασε στο… DNA τους χάρη στην καλλιτεχνική φύση της μητέρας τους Μαριτέλας, η οποία διατηρεί σήμερα ρόλο-κλειδί στο brand ως υπεύθυνη προμηθειών. Ηταν εκείνη που τις προέτρεψε να κάνουν την αρχή με μικρή παραγωγή (τα ρούχα τους διατίθενται online και σε επιλεγμένα καταστήματα στην Αθήνα, την Αντίπαρο και την Αράχωβα), να τα πωλούν σε προσιτές τιμές (από 30 έως 200 ευρώ), να προμηθεύονται υλικά εγχώριας προέλευσης και να συνεργάζονται αποκλειστικά με μικρές ελληνικές βιοτεχνίες. Είχε δίκιο, μια και πλέον οι περισσότεροι έμποροι, καταστηματάρχες και καταναλωτές φαίνεται πως επενδύουν σιγά-σιγά στους ανερχόμενους Ελληνες σχεδιαστές που στηρίζουν τον τόπο τους. «Οι πελάτισσες ρωτούν με ενδιαφέρον πού ράβονται τα ρούχα και χαίρονται πολύ όταν μαθαίνουν πως όλη η διαδικασία παραγωγής γίνεται στην Ελλάδα», λέει η Εφη.

Αυτή την εποχή δουλεύουν πυρετωδώς στο ατελιέ τους πάνω στη νέα τους κολεξιόν, δείγματα της οποίας θα παρουσιάσουν τον Ιανουάριο στο Athens Fashion Trade Show Femina 2015. Τι να περιμένουμε; Τα βελούδα και τα μάλλινα θα δώσουν τη θέση τους σε βαμβακερά και μακό – πάντα σε λιτές γραμμές που κολακεύουν τη μεσογειακή σιλουέτα.

NIDODILEDA

Nido di Leda σημαίνει, κατά τον Δάντη, «Φωλιά της Λήδας» κι έτσι κάθε ρούχο με την υπογραφή της 30χρονης σχεδιάστριας Τόνιας Μητρούδη είναι εμπνευσμένο από την ελληνική μυθολογία και φέρει την ονομασία ενός αστεριού από τον αστερισμό των Διδύμων. Οπως το όνομα που σκαρφίστηκε η Τόνια για την εταιρεία της, έτσι και οι κολεξιόν της, που περιλαμβάνουν από καπέλα και κοσμήματα μέχρι μαγιό και κιμονό, μένουν με την πρώτη χαραγμένα στη μνήμη. Κρύβουν πίσω τους, άλλωστε, μια ολόκληρη φιλοσοφία.

«Η ιδέα πίσω από το brand είναι η ελευθερία όχι μόνο των κινήσεων, αλλά και του πνεύματος. Απευθύνομαι σε γυναίκες που έχουν αυτοπεποίθηση, πειραματίζονται με την εικόνα τους και αγαπούν το κορμί τους. Το μαγικό κλειδί για τη διαφορετικότητα είναι η τόλμη και οι Ελληνίδες αναγνωρίζουν την πρωτοτυπία στο καθετί», λέει.

Μέσα σε δύο χρόνια η Nidodileda έγινε γνωστή για την μπόχο-έθνικ αισθητική της και σήμερα μετράει τρεις μόνιμους συνεργάτες (η Αντιγόνη Βιντιάδη στις πωλήσεις, η Αντριάνα Παρασκευοπούλου στις δημόσιες σχέσεις και ο Λευτέρης Ραπτάκης ως υπεύθυνος παραγγελιών – διανομής), 70 σημεία πώλησης σε Ελλάδα και Κύπρο, 26.000 φίλους στο Facebook και περίπου 7.000 followers στο Instagram. Αυτό το τελευταίο θέλει προσοχή. «Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την πορεία μας, αλλά η χρήση τους είναι δίκοπο μαχαίρι: όσο εύκολα σε απογειώνουν, τόσο γρήγορα μπορούν να σε βυθίσουν».

Η σχέση της Τόνιας με τη μόδα ξεκινά από παλιά, αφού σπούδασε σχέδιο στο Μιλάνο, styling στη Βαρκελώνη και έπειτα εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε ελληνικά περιοδικά ως fashion editor. H εξοικείωσή της με το χώρο αλλά και η εκπαιδευμένη ματιά της είναι εμφανείς τόσο στα αέρινα υφάσματα που χρησιμοποιεί -ρεγιόν, ζακάρ, βελούδο, μετάξι, βαμβάκι, μουσελίνα- όσο και στη σχεδόν φιλική σχέση που αναπτύσσει με τις πελάτισσές της, οι οποίες φαίνεται πως εκτιμούν το γεγονός ότι τα «μοντέλα» της εταιρείας δεν είναι παρά απλές κοπέλες της διπλανής πόρτας.

Οσο διευρύνεται το δίκτυο πωλήσεων και εμπλουτίζεται το ηλεκτρονικό κατάστημα, τόσο μεγαλώνει η παραγωγή. Ετσι, στα άμεσα σχέδιά της είναι να «ανοιχτεί» στην Ευρώπη, διατηρώντας τις προσιτές τιμές (από 60 έως 250 ευρώ). «Παρότι αυτή η εποχή βοηθά νέα ταλέντα και λαμπρά μυαλά με όραμα να αναδειχθούν, αφού λόγω κρίσης οι καταναλωτές φαίνεται πως στηρίζουν οτιδήποτε ελληνικό, δεν είναι καθόλου εύκολο να επιβιώσεις από την τέχνη σου. Χρειάζεται πολλή δουλειά και σταθερή πορεία για να καταφέρεις να καταξιωθείς σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον».

Αυτές τις ημέρες η ομάδα εργάζεται καθημερινά στο showroom, σχεδιάζοντας την καλοκαιρινή κολεξιόν και custom made νυφικές δημιουργίες και ετοιμάζοντας συνεργασίες-έκπληξη.

KARAVAN

Ζούμε σαν σύγχρονοι νομάδες. Πηγαίνουμε όπου μας πάνε η εποχή, οι εξελίξεις, τα όνειρα. Δεν σταματάμε ποτέ να περιπλανιόμαστε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, όμως ποτέ δεν χάνουμε το δρόμο μας. Eτσι κάθε κολεξιόν έχει τον δικό της χαρακτήρα ανάλογα με τη διάθεση που έχουμε όταν την ετοιμάζουμε. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να παραμείνουμε δημιουργικοί», λέει η 29χρονη Μαριλού Κατσώνη, η ταλαντούχα σχεδιάστρια του Karavan.

Αυτή η μποέμικη προσέγγιση απέναντι στη ζωή και στον κόσμο της μόδας είναι που εκτόξευσε το Karavan στην κορυφή της λίστας των αγαπημένων ανερχόμενων ελληνικών brands ήδη από το ξεκίνημά του, τον Μάρτιο του 2013. Εμπριμέ τοπ, παστέλ παντελόνες, καρό και πουά λεπτομέρειες στα μανίκια και τα μπατζάκια, αέρινα φορέματα, βελούδινα κορμάκια, τουρμπάνια και η μορφή του Μικρού Πρίγκιπα που ξεπροβάλλει από τις φόδρες σκουρόχρωμων σακακιών είναι μόνο μερικά από τα τεχνάσματα που εμπνέεται κάθε τόσο η ψυχή του Karavan.

Η Μαριλού σπούδασε στην Αθήνα γραφιστική, σχέδιο μόδας και πατρόν, ενώ παράλληλα δούλευε ως πωλήτρια σε μπουτίκ. Δέκα χρόνια αργότερα έστησε από το μηδέν «με θυσίες, επιμονή και γερό στομάχι» το δικό της brand, μέλη του οποίου είναι σήμερα η Τατιάνα Παπαγεωργίου (πωλήσεις), ο Χρήστος Κατσάνος (διανομή), ο Θοδωρής Μανωλόπουλος (φωτογραφία), η Ιφιγένεια Φιλοπούλου (υπεύθυνη του νέου blog που βρίσκεται στα σκαριά) και ο Θανάσης Γιαβρίδης (γραφίστας). Οι δημιουργίες ράβονται σε μικρά ελληνικά εργαστήρια και πωλούνται από 40 έως 225 ευρώ (εκτός από τη σειρά tailor made, στην οποία οι τιμές των φορεμάτων ξεκινούν από 250 ευρώ) σε 50 καταστήματα ανά την Ελλάδα. Δεν σκοπεύουν να διευρύνουν το δίκτυό τους στην Ελλάδα, αλλά να αυξήσουν τα σημεία πώλησης στο εξωτερικό.

Αυτόν τον καιρό τρέχουν «πανικόβλητοι», αφού σχεδιάζουν την καλοκαιρινή συλλογή, το site και το blog τους, ενώ παράλληλα ετοιμάζουν και κάποια πρότζεκτ-έκπληξη.

ΣΟΜΦ

Στα 16 της έραψε το πρώτο της φόρεμα αντιγράφοντας τον Gucci, στα 17 της άρχισε να δουλεύει σε περιοδικά μόδας και στα 19 της έφυγε για το St. Martins του Λονδίνου, το πανεπιστήμιο όπου είχε σπουδάσει και το είδωλό της, ο Αλεξάντερ Μακουίν. Μέσα στη σχολή γνώρισε τον διάσημο σήμερα σχεδιαστή Christofer Kane και δούλεψε στο νεοσύστατο τότε brand του. Κοντά του είδε πώς στήνεις μια εταιρεία από την αρχή -τηρουμένων των αναλογιών βέβαια, «γιατί εκεί έχουν και funding»- και την απογειώνεις. Δέκα «φοβερά» χρόνια πέρασε η 34χρονη Μαριαφλώρα Λεχέκ στη βρετανική πρωτεύουσα, για να επιστρέψει στη γενέτειρά της στο τέλος του 2008. «Η Αθήνα είναι ένας τόπος που με εμπνέει και μου έλειπε πάντα. Τα καλοκαίρια που ερχόμουν εδώ, σχεδίαζα περισσότερο. Μου αρέσει ο τρόπος που ζει αυτή η πόλη, η σκηνή της, είναι μια κινητήριος δύναμη για μένα».

Τα ΣΟΜΦ τα ξεκίνησε με δύο φίλες της (χωρίς κεφάλαιο), με τις οποίες αρχικά έφτιαχναν κολάν και T-Shirts, ενώ στη συνέχεια προχώρησε μόνη της στη δημιουργία του brand, έχοντας παρουσιάσει έως τώρα τέσσερις ολοκληρωμένες σειρές. Μετράει δύο συμμετοχές στην Athens Xclusive Designers Week, συνεργάζεται με το Affect Showroom μέσω του οποίου δειγματίζει στην ελληνική αγορά, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε συνεργασία και με ένα showroom στο Παρίσι, ανοίγοντας τα φτερά της στον κόσμο. Το καλοκαίρι θα έχει παρουσία και στο Χονγκ Κονγκ.

Εκτός από τη Μαριαφλώρα, στην εταιρεία απασχολούνται έξι άτομα, ενώ συνεργάζεται επίσης με ένα εργαστήριο φασόν, μία κοπέλα που κάνει τα laser cuts, άλλη μία που κάνει τα κεντήματα, αυτούς που τυπώνουν -όλοι τους Αθηναίοι-, συν εκείνους που φτιάχνουν τα μεταξωτά στο Σουφλί.

«Η πορεία των ΣΟΜΦ είναι… βασανιστική, αλλά ανοδική», λέει σήμερα η Μαριαφλώρα. Και αυτό τη γεμίζει αισιοδοξία, ενώ παρατηρεί ότι όλος ο κόσμος άλλαξε μέσα στο περιβάλλον της κρίσης· άρχισε να πηγαίνει σε μικρά μπαζάρ -η ίδια ξεκίνησε από το Meet Market- και γενικά να αγοράζει ελληνικά προϊόντα.

Η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής της είναι η μουσική, «τα λάιβ και τα άλμπουμ που άκουσα την προηγούμενη σεζόν», λέει χαρακτηριστικά, αλλά και «τα ταξίδια, οι φίλοι, μικρές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα και πρώτα απ’ όλα η πόλη μου».

Τatoo κολάν, laser cut και μεγάλα μεταξωτά μαντίλια με ψηφιακά prints είναι τα πλέον χαρακτηριστικά κομμάτια, τα οποία επαναφέρει σχεδόν σε κάθε συλλογή. Χρησιμοποιεί άλλωστε πολύ βασικές γραμμές και κάθε φορά (όπως ο χειμώνας ’15-’16 που ετοιμάζει τώρα) αρχίζει από το διάκοσμο του ρούχου. Αυτή την εποχή σχεδιάζει φίδια!

ZEUS+ΔIONE

Η δημιουργία του Ζeus+Δione προέκυψε από μια αυθόρμητη απόφαση της μαρκετίστας Δήμητρας Κολοτούρα και της οικονομολόγου Μαρέβας Γκραμπόβσκι, ως αντίδραση στην πολύ αρνητική εικόνα που είχε η Ελλάδα στο εξωτερικό τα πρώτα χρόνια της κρίσης, αλλά και στην ξενομανία που χαρακτηρίζει πολλούς Ελληνες καταναλωτές τις τελευταίες δεκαετίες, την ίδια στιγμή που οι μεγαλύτεροι οίκοι μόδας αντλούσαν (και αντλούν) έμπνευση από τη χώρα μας. «Οταν είδαμε εκείνη την καταπληκτική φωτογράφιση του Hermès στον αρχαίο ελαιώνα της Αίγινας, αναρωτηθήκαμε: Γιατί αυτοί και όχι εμείς; Γιατί να μην πάρουμε εμείς τον πολιτισμό μας και να τον αναδείξουμε με έναν μοντέρνο τρόπο»; Αυτό ακριβώς έκαναν. Για ένα χρόνο ταξίδεψαν σε όλη τη χώρα αναζητώντας υφάντρες, κεντήστρες και άλλους δεξιοτέχνες τεχνίτες από την Κρήτη, τα Γιάννενα, το Μέτσοβο, το Αργος κ.α. Ηθελαν να δημιουργήσουν δουλειές στην Ελλάδα και να πουλάνε στο εξωτερικό. Γι’ αυτό και η πρώτη μικρή συλλογή τους πρωτοπαρουσιάστηκε στην Εβδομάδα Μόδας του Παρισιού το 2012. Ολοι τότε κοντοστάθηκαν μπροστά στα μοναδικά κομμάτια Ζeus+Δione – κυριολεκτικά μοναδικά, καθώς είναι χειροποίητα και καθένα περνάει από διαφορετικά χέρια. Οι πρώτες παραγγελίες δεν άργησαν να έρθουν από τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, «από χώρες, δηλαδή, που εκτιμούν το μετάξι».

Συνοδοιπόρος σε όλο αυτό και ο άνθρωπος πίσω από τα θαυμάσια σχέδια -ρούχα και αξεσουάρ- του brand, η ταλαντούχα νέα σχεδιάστρια Λύδια Βουσβούνη, με σπουδές στο Λονδίνο και μια αισθητική προσέγγιση που συνδυάστηκε αμέσως με την αρχική ιδέα της Δήμητρας και της Μαρέβας. Τα σχέδιά της έχουν αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα και την παράδοση -είναι χαρακτηριστική η κάπα του βοσκού από το Μέτσοβο ή το λευκό πουκάμισο του νυφικού της Αστυπάλαιας από τη φετινή χειμερινή κολεξιόν-, ενώ η εταιρεία δεν άργησε να προχωρήσει σε συνέργειες με γνωστούς ή/και ανερχόμενους σχεδιαστές αξεσουάρ, κοσμημάτων και exclusive διακοσμητικών αντικειμένων.

Σήμερα, δύο χρόνια μετά την πρώτη τους κολεξιόν, για την οποία είχαν παραγγείλει 100 μ. μεταξωτό ύφασμα από το εργοστάσιο του Κώστα Μουχταρίδη στο Σουφλί, το Ζeus+Δione παραγγέλνει 7 – 8 χλμ. για καθεμία από τις τρεις σεζόν της χρονιάς, είναι ανώνυμη εταιρεία με εκατό και πλέον απασχολουμένους, έχει κατοχυρώσει δύο υφάσματα, το «Σπαθωτό» και το «Αμαλία», και πουλάει τα προϊόντα του σε Ευρώπη, Αμερική, Μέση και Απω Ανατολή, ενώ πρόσφατα μπήκε και στο διάσημο διαδικτυακό κατάστημα net-a-porter.com. «Πάνω από όλα όμως -κλείνουν τη συζήτηση οι Δήμητρα και Μαρέβα- «ήταν συγκινητική η υποστήριξη που βρήκαμε από τις Ελληνίδες, οι οποίες μας προτιμούν τόσο για την γκαρνταρόμπα τους όσο και για τα δώρα τους».