ΣΤΙΛ

No Ordinary Man

no-ordinary-man-2119941

Πήγαινα να τη συναντήσω φορτωμένη με ένταση και ενστάσεις για όσα είχα διαβάσει στο βιβλίο της. «Λειάνατε τις γωνίες της ζωής του», ξεκινάω. «Φυσικά, με γοήτευσε ο Τσόκλης», αναφωνεί η Ρέα Βιτάλη. «Πολύτιμο δώρο το συναπάντημα με μαγευτικούς ανθρώπους. Σου ταξιδεύουν το μυαλό κι αυτό δεν είναι κάτι που έχεις στην καθημερινότητά σου». Εγκαταλείπω γρήγορα την ιδέα της κόντρας. Δεν έχει νόημα. Η Ρέα Βιτάλη είναι η βιογράφος του Κώστα Τσόκλη. Δεν είναι η θέση της να απολογηθεί ή να υπερασπιστεί τις πράξεις και τις παραλείψεις, τις αστοχίες και τις μεγαλοσύνες της ζωής του. Η έκδοση της βιογραφίας του Έλληνα καλλιτέχνη, με τίτλο «Δεν πέθανα εγκαίρως», συνέπεσε χρονικά με την τιμητική έκθεση που διοργάνωσε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το Μουσείο Κώστα Τσόκλη στην Τήνο, για τα 85 χρόνια του ιδρυτή του. «Ο Τσόκλης είναι άχρονος. Ένας άνθρωπος 85 χρόνων που δουλεύει αγόγγυστα και εμπνέεται αχόρταγα, σε μια συνεχή κίνηση, εσαεί μοντέρνος», σχολιάζει η συγγραφέας. Μέσα από τη δική της ματιά ερχόμαστε σε επαφή με την προσπάθεια μιας γενιάς δημιουργών, στη δεκαετία του ’60, οι οποίοι κατάφεραν να ορθώσουν ανάστημα και να διεκδικήσουν με αξιώσεις μια θέση στην ευρωπαϊκή εικαστική σκηνή. Ο Τσόκλης ήταν σίγουρα ένας από αυτούς. «Είναι από τους καλλιτέχνες που κατάφεραν με το έργο τους να μας ταξιδέψουν πέρα από την κληρονομιά της Ακρόπολης. Μια κληρονομιά που μας καταδιώκει… Έχουμε φτάσει πια να θυμίζουμε συγγενείς που κοιτάζουν πόσα μπορούν να καρπωθούν χωρίς να αναλογίζονται τις ευθύνες που απορρέουν από μια τέτοια τύχη».

Η ζωή του πέρασε στο χαρτί μέσα από συναντήσεις ενός χρόνου. Έδιναν ραντεβού, συζητούσαν, μετά από δύο μέρες εκείνη επέστρεφε με τα γραπτά της, του τα διάβαζε, συνέχιζαν. «Αρχικά αισθανόμουν την ανάγκη να του συστήνομαι ως γραφιάς, αν και ήταν ανούσιο καθώς με είχε επιλέξει», λέει η Ρέα Βιτάλη. Γρήγορα συνειδητοποίησε ότι με τη γραφή της συμπλήρωνε τις αφηγήσεις του. «Είχα μπει τόσο στα μάτια του που διάβαζα και όσα στέκονταν στο στόμα του χωρίς να τα αρθρώνει». Τονίζει ότι απέφυγε να εντρυφήσει σε παλιές συνεντεύξεις και κριτικές του έργου του. «Ήθελα να περπατήσω στη ζωή του Τσόκλη. Το αληθινό ταξίδι δεν προκύπτει από μελέτη». Στόχος της ήταν να παντρέψει σε ένα κείμενο τη ζωή και την τέχνη του. «Το στοίχημά μου ήταν να κάνω την τέχνη εύκολη για το μέσο άνθρωπο, αυτό που μας λείπει στην Ελλάδα. Ο μέσος άνθρωπος φοβάται να εκφράσει αυτό που νιώθει: ή το απομυθοποιεί ή έχει έναν θαυμασμό που δεν πατάει κάπου. Από την άλλη, οι ειδήμονες της τέχνης δεν βοηθούν. Αυτοηδονίζονται όταν μιλούν, αγωνιούν να είναι περίτεχνος ο λόγος τους και χάνουν την ουσία. Η τέχνη, ωστόσο, είναι κάτι τόσο προσιτό και εμείς οι ίδιοι μπορούμε να είμαστε το έργο τέχνης του εαυτού μας».

Επισημαίνει πως, παρότι ο Τσόκλης θεωρείται δύσκολος και κλειστός άνθρωπος, υπήρξε ιδιαίτερα γενναιόδωρος στο να μοιραστεί τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του μαζί της. «Η ζωή του μου προσφέρθηκε στα χέρια σαν κάρβουνο καυτό. Ήταν στη διακριτική μου ευχέρεια τι θα κρατούσα. Έπρεπε να αποφασίσω πόση αλήθεια άντεχα να προδώσω». Παρατηρεί πως δεν αποκρύπτει τίποτα αλλά ούτε «ξεμπροστιάζει». «Αυτό το βιβλίο είναι ένα τεράστιο παιχνίδι δοσολογίας. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα σαν τροχονόμος πολλών ανθρώπων. Ήταν σαν να έδινα αναφορά και σε όσους τον περιστοίχιζαν, άλλους εν ζωή και άλλους που έχουν πεθάνει». Για τα πράγματα που μένουν αναπάντητα στο βιβλίο εκείνη δίνει τη δική της εξήγηση. «Κάποιες φορές αισθάνθηκα ότι είχα ένα κομμάτι αίματος του Τσόκλη στα χέρια μου, και αυτό το αίμα δεν πρέπει να το παραδίδεις με ευκολία σε άλλους. Με τη σιωπή μου τιμώ το συναπάντημά μας για πάντα».

Πιάνει το νήμα της ζωής του από τα παιδικά του χρόνια στις γειτονιές της Αθήνας την περίοδο του Ιταλογερμανικού Πολέμου, τον ακολουθεί έφηβο να πουλάει τσιγάρα την περίοδο του Εμφυλίου και έπειτα βοηθό ντεκόρ στους κινηματογράφους. Ύστερα από ένα γύρισμα της τύχης, τον συναντά φοιτητή στη Σχολή Καλών Τεχνών. Βουτά ξανά μαζί του στον πρώτο του έρωτα με τη Λένα και έπειτα με την Αλίκη. Ταξιδεύει μαζί του στη Ρώμη του ’57 και στο Παρίσι του ’60. Ανασύρει μνήμες από τις πρώτες του εκθέσεις και το γάμο του με τη Φάνια, τη γέννηση της κόρης του, Μάγιας, τη σχέση του με την Ελένη, αδελφή της γυναίκας του. Απαριθμεί τις επιτυχίες του και φτάνει έως τη συμμετοχή του στην Μπιενάλε της Βενετίας το ’86, τη συζήτηση γύρω από το όνομά του, την πίκρα που γεύτηκε για ένα όνειρο που δεν άγγιξε. «Ο Τσόκλης είναι ένας ζωντανός μύθος. Η πορεία του δεν είναι τυχαία», υποστηρίζει. Αυτό που της έκανε αρνητική εντύπωση στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη είναι η απουσία φοιτητών σε μια κατάμεστη αίθουσα. «Πόσο δεδομένο είναι ότι θα έχουμε αυτούς τους ανθρώπους-μνημεία εν ζωή και σήμερα και αύριο; Μου ερχόταν να πάω στα αμφιθέατρα και να τους πω: “Τρέξτε, γνωρίστε τον, μιλήστε του. Και ύστερα ακυρώστε τον, αλλά πηγαίνετε πρώτα να τον δείτε”. “Αυτή η οδυνηρή άρνηση, αυτός ο ανεπιθύμητος θαυμασμός”, όπως λέει εκείνος. Για μένα, το ακόμα χειρότερο, αυτή η τραγική αδιαφορία. Ένα ταξίδι χωρίς πυξίδα. Είναι μεγάλη υπόθεση να έχεις ένα άγαλμα να γκρεμίσεις!» Κλείνοντας, ρωτώ τι της άφησε η συνάντηση με τον Κώστα Τσόκλη. «Επιβεβαίωσε μια εμμονή μου. Οι πιο γοητευτικές χώρες είναι οι άνθρωποι».

no-ordinary-man0

―Το βιβλίο «Δεν πέθανα εγκαίρως» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, www.dioptra.gr

PHOTOS: Α. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ