ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: Άκυρη η Οδηγία για τη διατήρηση ιντερνετικών και τηλεφωνικών δεδομένων

eyropaiko-dikastirio-akyri-i-odigia-gia-ti-diatirisi-internetikon-kai-tilefonikon-dedomenon-2016412

Άκυρη κήρυξε χθες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την Κοινοτική Οδηγία για τη διατήρηση διαδικτυακών και τηλεφωνικών δεδομένων των πολιτών της Ε.Ε., από τους παρόχους τηλεφωνικών υπηρεσιών και ίντερνετ. 

Η Οδηγία τέθηκε σε ισχύ το 2006 και, μέσω της ενσωμάτωσής στις εθνικές νομοθεσίες κάθε κράτους-μέλους, προβλέπει πως οι ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές εταιρείες πρέπει να συγκεντρώνουν και να φυλάσσουν για 6-24 μήνες μια σειρά από δεδομένα των συνδρομητών τους – μεταξύ άλλων, τις ιντερνετικές τους επικοινωνίες, τις εισερχόμενες και τις εξερχόμενες τηλεφωνικές κλήσεις, όπως και τον χρόνο και τον τόπο επικοινωνίας. Έχοντας σαν στόχο να διευκολύνει τη διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, όπως τα αδικήματα που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα ή την τρομοκρατία, η οδηγία προβλέπει πως οι διωκτικές αρχές μπορούν να ζητήσουν τα δεδομένα συγκεκριμένων πολιτών, αφού πρώτα εξασφαλίσουν δικαστική απόφαση άρσης του απορρήτου για τους εν λόγω πολίτες.

Από την άλλη πλευρά, η Οδηγία δεν επιτρέπει τη διατήρηση του περιεχομένου των επικοινωνιών, όπως και των πληροφοριών στις οποίες απέκτησαν πρόσβαση οι χρήστες. Ακόμη κι έτσι ωστόσο, από την πρώτη στιγμή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από οργανώσεις υπεράσπισης των ατομικών δικαιωμάτων, αφού τα αποθηκευμένα στοιχεία μπορούν να δώσουν μια αρκετά «καθαρή» εικόνα για την ιδιωτική ζωή οποιουδήποτε χρήστη, δηλαδή τις καθημερινές συνήθειες, τις μετακινήσεις, τον τόπο διαμονής, και τις κοινωνικές του σχέσεις.

Η χθεσινή εξέλιξη φαίνεται να δικαιώνει αυτές τις αντιδράσεις, αφού το Ευρωδικαστήριο εκτιμά πως, με δεδομένο ότι η οδηγία αποτελεί σοβαρή επέμβαση στο θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιωτικότητας, δεν περιορίζει την καταγραφή των στοιχείων στον απολύτως αναγκαίο βαθμό που θα τη δικαιολογούσε.  Έτσι, αν και η διατήρηση των δεδομένων μπορεί όντως να βελτιώσει τη δημόσια ασφάλεια, αναφέρει η απόφαση, μια σημαντική ένσταση είναι πως μπαίνουν στο στόχαστρο όλοι οι πολίτες και όλα τα μέσα επικοινωνίας ανεξαιρέτως, χωρίς να γίνεται καμία διαφοροποίηση με βάση τον σκοπό της καταπολέμησης σοβαρών αδικημάτων.  Παράλληλα, η οδηγία δεν προβλέπει κανένα αντικειμενικό κριτήριο ούτε για τη χρονική διάρκεια που αποθηκεύονται τα δεδομένα, ούτε για το ποια ποινικά αδικήματα θεωρούνται «επαρκώς σοβαρά», και επομένως δικαιολογούν την πρόσβαση στα δεδομένα από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.

Ίσως όμως σημαντικότερο επιχείρημα στην απόφαση είναι η διαπίστωση πως η οδηγία δεν προβλέπει «δικλείδες ασφαλείας» που να αποτρέπουν την κατάχρηση ή την αθέμιτη πρόσβαση στα δεδομένα. Την ίδια στιγμή, δεν εγγυάται επίσης πως τα δεδομένα θα καταστραφούν ανεπιστρεπτί, μόλις περάσει το χρονικό διάστημα που θα πρέπει να φυλάσσονται, ούτε ότι οι πληροφορίες δεν θα μεταφερθούν εκτός Ε.Ε.

Η χθεσινή ετυμηγορία σχολιάσθηκε θετικά από ΜΚΟ όπως η βρετανική Privacy International, ο εκπρόσωπος της οποίας δήλωσε στον Guardian πως μπαίνει ένα τέλος στη γενικευμένη παρακολούθηση των Ευρωπαίων πολιτών. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο ευρωβουλευτής των Γερμανών «Πρασίνων» Jan Philipp Albrecht χαρακτήρισε την απόφαση ως «σημαντική νίκη για τα ατομικά δικαιώματα», προσθέτοντας πως μέχρι σήμερα το όφελος από την οδηγία είναι μηδενικό.

Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας δήλωσε σε δημοσιογράφους πως η διατήρηση των δεδομένων είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση σοβαρών αδικημάτων. Παραδέχθηκε, πάντως, πως θα πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα μια νέα κοινοτική οδηγία, με πιο περιοριστικά κριτήρια.