ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Κίνδυνος να καταλήξει σε ναυάγιο η πρωτοβουλία του Λευκού Οίκου για τον μηχανισμό «Do Not Track»

Κίνδυνος να καταλήξει σε ναυάγιο η πρωτοβουλία του Λευκού Οίκου για
τον μηχανισμό «Do Not Track»

Στόχος της αμερικανικής κυβέρνησης είναι το «Do Not Track» («Μην
Παρακολουθείς») να ενσωματωθεί σε όλα τα σάιτ, δίνοντας έτσι την
επιλογή στους χρήστες να περιορίσουν την online συλλογή προσωπικών
δεδομένων τους. Όμως, οι ιντερνετικοί κολοσσοί και οι οργανώσεις
προάσπισης του ιδιωτικού απορρήτου διαφωνούν πλήρως για το πόσο
αυστηρά θα πρέπει να λειτουργεί ο μηχανισμός.

του Κώστα Δεληγιάννη

Αν δεν υπάρξει κάποια συναινετική λύση μέχρι το τέλος του χρόνου,
τότε τελικά είναι πιθανόν το θέμα να λυθεί νομοθετικά, με κάποιο
νομοσχέδιο που θα προστατεύει τους χρήστες από την online
παρακολούθηση. Μία αρνητική εξέλιξη για εταιρείες όπως η Google και
το Facebook, οι οποίες βασίζονται στη συγκέντρωση δεδομένων από
όσους χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους και φοβούνται ότι
οποιοσδήποτε νόμος θα μπορούσε να μειώσει την online διαφήμιση,
μειώνοντας συνεπώς και τα κέρδη τους.

Ο Λευκός Οίκος έχει απευθυνθεί στο World Wide Web Consortium
(Κοινοπραξία του Παγκόσμιου Ιστού, W3C), μία διεθνή κοινοπραξία που
αναπτύσσει πρότυπα τεχνολογιών για το διαδίκτυο και η οποία ήδη
εξέταζε τη δυνατότητα δημιουργίας ενός παρόμοιου μηχανισμού.
Θέτοντας ένα αρκετά «επιθετικό» χρονοδιάγραμμα, η αμερικανική
κυβέρνηση της ζήτησε να διαβουλευθεί με κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά,
ώστε να βρεθεί μια χρυσή τομή. Ωστόσο, παρόλο που οι συνομιλίες
διαρκούν ήδη 10 μήνες, η επιδιωκόμενη συμφωνία δεν είναι ούτε κατ’
ελάχιστο πιο κοντά απ’ ό,τι στην αρχή. Η απόσταση που χωρίζει τα
δύο στρατόπεδα είναι τόσο μεγάλη, που διαφωνούν ακόμη και στο τι θα
πρέπει να σημαίνει το «Μην Παρακολουθείς».

Έτσι, για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις σημαίνει πως, αν ένας
χρήστης επιλέξει να αξιοποιήσει τον μηχανισμό, θα πρέπει να
«σερφάρει» χωρίς κανείς πλέον, με σκοπό το κέρδος, να συλλέγει
πληροφορίες για τις online δραστηριότητές του. Για τις ιντερνετικές
εταιρείες, από την άλλη, σημαίνει πως δεν θα του προβάλλουν
στοχευμένες διαφημίσεις, ανάλογα με τα σάιτ που έχει επισκεφθεί στο
παρελθόν. Ωστόσο, υποστηρίζουν, θα μπορούν να συνεχίσουν να
συγκεντρώνουν δεδομένα, για άλλους σκοπούς.

«Θέλουμε να μειωθεί το «ψηφιακό αποτύπωμα» των πολιτών, οι οποίοι
περνούν ολοένα περισσότερες ώρες καθημερινά σερφάροντας», λέει στο
Reuters o Jeffrey Chester, διευθυντής του Center for Digital
Democracy, μίας μη κυβερνητικής οργάνωσης που δραστηριοποιείται
στον συγκεκριμένο τομέα. Οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την
online διαφήμιση αντιτείνουν ότι τα στοιχεία που περιέχονται σε
αυτό το «αποτύπωμα» είναι αυτά που κρατούν ζωντανό το διαδίκτυο.
«Αν γίνει πραγματικότητα, τότε θα είναι σαν να καταδικάζουμε το
ίντερνετ σε θάνατο», σημειώνει στο πρακτορείο η Linda Woolley από
την Direct Marketing Association, προβλέποντας τι θα συνέβαινε αν
σταματούσαν να συλλέγονται δεδομένα από τους χρήστες.

Μπορεί η συγκέντρωση στοιχείων καταναλωτικής συμπεριφοράς και η
πώλησή τους σε διαφημιστές να ήταν κάποτε μία δραστηριότητα μάλλον
ήσσονος σημασίας, για το οικοσύστημα του διαδικτύου ωστόσο αποτελεί
την κύρια πηγή εσόδων, παρέχοντας για αντάλλαγμα στους χρήστες
δωρεάν περιεχόμενο και υπηρεσίες. Καθώς μάλιστα οι τεχνικές
«εξόρυξης» δεδομένων εξελίσσονται ολοένα και περισσότερο, και οι
στοχευμένες καταχωρίσεις γίνονται ο κυρίαρχος τρόπος διαφήμισης, οι
εταιρείες αρχίζουν να βλέπουν σημαντικά οικονομικά οφέλη από αυτή
τη σχετικά νέα δραστηριότητα.

Κατά συνέπεια, οποιοσδήποτε περιορισμός στη συγκέντρωση δεδομένων
θα ανέκοπτε αυτή την τάση. Άλλωστε, η δυνατότητα προβολής
προσωποποιημένων διαφημίσεων έχει τριπλασιάσει τα ποσά που
πληρώνονται για μια καταχώριση σε οποιοδήποτε σάιτ. Είναι
χαρακτηριστικό πως στις ΗΠΑ η online διαφήμιση άγγιξε σε τζίρο τα
15 δισ. δολάρια μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2011, σημειώνοντας
αύξηση 23% συγκριτικά με την περασμένη χρονιά.

Ωστόσο, διαφορά περιστατικά στα οποία οι εταιρείες online
διαφήμισης φάνηκε να μην είναι και τόσο ειλικρινείς, σχετικά με το
πώς εκμεταλλεύονται τα δεδομένα που συγκεντρώνουν, απειλούν να
κάνουν τους χρήστες να τους γυρίζουν την πλάτη. Κάτι που θα
συνεπαγόταν μείωση των εσόδων. «Αν το επιχειρηματικό σου μοντέλο
βασίζεται στο να κατασκοπεύεις τους πελάτες σου, όταν αυτοί το
συνειδητοποιήσουν η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη», λέει στο Reuters
ο John Simpson από την οργάνωση Consumer Watchdog.

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΕΔΩ

Ορισμένα προγράμματα περιήγησης, όπως ο Firefox της Mozilla, ο
Internet Explorer της Microsoft και ο Safari της Apple,
ενσωματώνουν ήδη τον μηχανισμό «Do Not Track», ώστε οι χρήστες τους
να καθιστούν σαφές καθώς σερφάρουν πως δεν θέλουν να
παρακολουθούνται οι online δραστηριότητές τους. Με βάση όμως το
ισχύον νομικό καθεστώς στις ΗΠΑ, η συμμόρφωση των ιστοσελίδων και
των διαφημιστικών εταιρειών είναι προαιρετική. Τώρα, η κυβέρνηση
Ομπάμα θέλει να δημιουργήσει ένα σύστημα «Do Not Track» που να
υπάρχει σε όλους τους browser και το οποίο να τηρεί όλη η
διαδικτυακή βιομηχανία.

Η ιδέα χρονολογείται από το 2007, όταν καταναλωτικές οργανώσεις
απευθύνθηκαν στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου (FTC), ζητώντας
της να δημιουργήσει μία λίστα όπου κανείς θα μπορούσε να εγγραφεί
για να εξαιρεθεί από την online παρακολούθηση – στα πρότυπα της
λίστας «Do Not Call», με βάση την οποία κάθε αμερικανός πολίτης
μπορεί να εξαιρέσει τον τηλεφωνικό του αριθμό από αυτούς στους
οποίους καλούν οι υπηρεσίες τηλεμάρκετινγκ. Σε μία προκαταρτική
έκθεση που δημοσιοποίησε τον Δεκέμβριο του 2010, η FTC ενέκρινε για
πρώτη φορά ένα εργαλείο «Do Not Track», που θα επέτρεπε στον χρήστη
να ενημερώσει τις ιστοσελίδες που επισκέπτεται ότι δεν θέλει να
παρακολουθείται.

Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια αποκαλύφθηκε πως αρκετοί
ιντερνετικοί κολοσσοί παραβίαζαν το ιδιωτικό απόρρητο των χρηστών
με διάφορους τρόπους, όπως με το να καταγράφουν τις γεωγραφικές
συνταγμένες τους ή να πουλούν τα δεδομένα τους χωρίς προηγούμενη
συγκατάθεση σε διαφημιστικές εταιρείες. Τόσο η Google, η
δημοφιλέστερη μηχανή αναζήτησης, όσο και το Facebook, το
δημοφιλέστερο κοινωνικό δίκτυο, χρειάστηκε πέρυσι να προχωρήσουν σε
συμβιβασμούς με την FTC, για ανάλογες παρατυπίες.

Αυτές οι παρατυπίες, όμως, έκαναν και τον πολιτικό κόσμο να
ασχοληθεί με το θέμα. Νωρίτερα φέτος, ο Λευκός Οίκος και η FTC
αποκάλυψαν ένα ρυθμιστικό πλαίσιο για την προστασία του απορρήτου,
το οποίο όμως σε μεγάλο βαθμό βασίζεται στη θέληση των ιντερνετικών
εταιρειών να διαχειριστούν με υπευθυνότητα και διαφάνεια τις
πληροφορίες που συγκεντρώνουν σχετικά με τις online δραστηριότητες
των καταναλωτών.

Το πλαίσιο συνοδευόταν από μία προειδοποίηση: «Είμαστε βέβαιοι ότι
μέχρι το τέλος του χρόνου οι καταναλωτές θα έχουν στη διάθεσή τους
μία εύχρηστη και αποτελεσματική επιλογή εξαίρεσης από την online
παρακολούθηση, επειδή οι εταιρείες κινούνται γρήγορα προς αυτή την
κατεύθυνση και επειδή, αν αυτό δεν γίνει, οι βουλευτές και οι
γερουσιαστές θα είναι πρόθυμοι να ψηφίσουν έναν αντίστοιχο νόμο»,
είπε τον Μάρτιο ο Jon Leibowitz, πρόεδρος της FTC.

Τώρα η αμερικανική κυβέρνηση περιμένει από το World Wide Web
Consortium (W3C) να έχει έτοιμο το εργαλείο «Do Not Track» έως τα
τέλη της χρονιάς. Η Κοινοπραξία ξεκίνησε τις διαβουλεύσεις τον
περασμένο Σεπτέμβριο, ώστε να καταλήξει στον τρόπο με τον οποίο θα
πρέπει να λειτουργεί ο μηχανισμός. Ωστόσο, η πίεση που ασκείται από
τον Μάρτιο από την FTC και τον πολιτικό κόσμο δεν έχει βοηθήσει στο
να υπάρξει συμφωνία. Αντίθετα, έχουν σχηματοποιηθεί δύο
διαφορετικές ερμηνείες – η «μην συλλέγεις δεδομένα» και η «μην
προβάλλεις στοχευμένες διαφημίσεις».

Έτσι, είχε κανονισθεί ότι οι εκπρόσωποι των δύο πλευρών θα
συναντιούνταν για πέμπτη και τελευταία φορά με την Tracking
Protection Working, την ομάδα που έχει επιφορτισθεί από την
Κοινοπραξία για αυτό τον σκοπό, στις 22 Ιουνίου. Επειδή δεν υπήρξε
καμία συμφωνία, η ομάδα πραγματοποίησε ένα νέο γύρο τηλεφωνικών
επαφών μέσα στον Ιούλιο, ενώ κανονίσθηκε μία νέα συνάντηση το
φθινόπωρο.

ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Οι εκπρόσωποι της διαδικτυακής «βιομηχανίας» υποστηρίζουν πως η
κυβέρνηση Ομπάμα ζητά ένα εργαλείο το οποίο το μόνο που θα
επιτρέπει στους καταναλωτές είναι να ελέγχουν το είδος των
διαφημιεων που θα βλέπουν. Ο περιορισμός των δεδομένων που
συγκεντρώνονται θα αποδυναμώσει το ίντερνετ και θα υπονομεύσει την
οικονομική ευρωστία των ιντερνετικών εταιρειών, όπως δήλωσαν
εκπρόσωποί τους στη συνάντηση με την ομάδα της Κοινοπραξίας τον
Ιούνιο.

Επομένως, η εν λόγω πλευρά προτείνει έναν μηχανισμό που ήδη
ακολουθεί το 90% των επιχειρήσεων online διαφήμισης και ο οποίος
προβλέπει την προβολή ενός εικονιδίου στις καταχωρίσεις που βλέπουν
οι καταναλωτές λόγω συμπεριφορικής διαφήμισης. Κάνοντας «κλικ» πάνω
στο εικονίδιο, ο καταναλωτής θα οδηγείται σε μία ιστοσελίδα που θα
του εξηγεί πώς λειτουργεί ο συγκεκριμένος τρόπος διαφήμισης,
δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξαιρεθεί από αυτόν. Τότε, δεν θα
διακοπεί η συγκέντρωση καταναλωτικών στοιχείων από τον εν λόγω
χρήστη, απλώς θα πάψουν να χρησιμοποιούνται στην περίπτωσή του για
προσωποποιημένες διαφημίσεις.

Τον Φεβρουάριο, μία ένωση online διαφημιστικών εταιρειών δήλωσε ότι
τα μέλη της θα σεβαστούν τέτοιες επιλογές εξαίρεσης. Το Twitter τον
Μάιο ανακοίνωσε πως θα στηρίξει την πρωτοβουλία, συμμορφούμενο με
την επιθυμία όσων χρηστών επιλέξουν να «μην παρακολουθούνται». Στο
ίδιο πνεύμα, η κύρια πρόταση -η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ άλλων από
την Google και τη Yahoo- αναφέρει πως θα πρέπει να απαγορευθεί στις
εταιρείες να αξιοποιούν τα προσωπικά δεδομένα του χρήστη για να του
προβάλουν στοχευμένες διαφημίσεις στα διάφορα σάιτ που
επισκέπτεται, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει επιλέξει να
ενεργοποιήσει τον μηχανισμό «Do Not Track». Παρ’ όλα αυτά, οι
εταιρείες θα συνεχίσουν να συγκεντρώνουν τα δεδομένα του.

Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι τέτοιες
προτάσεις διαφέρουν ελάχιστα απ’ ό,τι ισχύει ήδη σήμερα – και ότι
με αυτό τον τρόπο δεν θα αντιμετωπισθούν οι όποιες παρατυπίες στη
διαχείριση των δεδομένων των χρηστών. Παρατυπίες όπως αυτή που
αποκαλύφθηκε τον περασμένο μήνα αναφορικά με το ταξιδιωτικό σάιτ
Orbitz, το οποίο παρακολουθώντας τα μέλη του μπορούσε να
καταλαβαίνει ποιοι είναι κάτοχοι Mac και ποιοι PC, συστήνοντας
στους πρώτους ακριβότερα ξενοδοχεία.

Η εναλλακτική πρόταση που καταθέτουν εκπρόσωποι αυτής της πλευράς,
όπως η οργάνωση Electronic Frontier Foundation και το ίδρυμα
Mozilla, μιλά για απαγόρευση των «τρίτων μερών» -δηλαδή των
εταιρειών των οποίων οι διαφημίσεις προβάλλονται σε μία ιστοσελίδα
ή των διαφημιστικών δικτύων που παρακολουθούν τους χρήστες στα
διάφορα σάιτ που αυτοί επισκέπτονται- από το να συγκεντρώνουν
πληροφορίες για όποιον ενεργοποιήσει τον μηχανισμό. Εξαιρώντας
ειδικές περιπτώσεις, είτε για λόγους ασφάλειας είτε για την πρόληψη
οποιασδήποτε απάτης.

Οι υπέρμαχοί της λένε ότι αυτή η πρόταση θα συνεχίσει να επιτρέπει
στις εταιρείες που έχουν μία ειδική σχέση με τους χρήστες, όπως
όταν αυτοί συνδέονται σε πλατφόρμες σαν το YouTube ή σε online
καταστήματα σαν το Amazon, να συγκεντρώνουν προσωπικές πληροφορίες,
ώστε να προσαρμόζουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους στον εκάστοτε
καταναλωτή. «Αν δεν φτάσουμε σε μία λογική συμφωνία, οι
καταναλωτικές οργανώσεις θα απευθυνθούν στην FTC, την Ευρωπαϊκή
Ένωση και το Κογκρέσο, δηλώνοντας πως το «Do Not Track» είναι νεκρό
εν τη γενέσει του και ότι χρειάζεται κάποια νομοθετική ρύθμιση»,
τονίζει ο Chester.

ΑΒΕΒΑΙΗ ΚΑΙ Η ΨΗΦΙΣΗ ΝΟΜΟΥ

Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε οι χρήστες να αποκτήσουν
το δικαίωμα να εξαιρεθούν από οποιαδήποτε συλλογή προσωπικών
δεδομένων, πιέζουν επίσης τις αρμόδιες αρχές στις ΗΠΑ να ενισχύσουν
την προστασία των καταναλωτών. Ο πρόεδρος της FTC είναι
κατηγορηματικός στο ότι το «Do Not Track» θα πρέπει να σημαίνει
καμία συγκέντρωση στοιχείων, με μερικές μόνο εξαιρέσεις. «Το πώς
αυτό θα επιτευχθεί είναι ακόμη υπό συζήτηση, αν όμως οι συνομιλίες
δεν οδηγήσουν σε συμφωνία, τότε θα πρέπει να επιληφθεί το
Κογκρέσο», λέει ο Ed Felten από την FTC στο Reuters.

Η προοπτική υπερψήφισης ενός νόμου είναι για αρκετούς μία κενή
απειλή, με δεδομένο το τεταμένο κλίμα που επικρατεί στο Κογκρέσο.
Πολλοί όμως που γνωρίζουν «πρόσωπα και πράγματα» στην Ουάσιγκτον
υποστηρίζουν ότι η έμμεση πίεση από την Ε.Ε., αλλά και μία ανάγκη
διεξόδου από την πολιτικολογία που θα εντείνεται πλησιάζοντας προς
τις αμερικανικές εκλογές, θα αυξήσει κατά πολύ τις πιθανότητες να
περάσει ένα τέτοιο νομοσχέδιο τον επόμενο χρόνο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Edward Markey και Joe Barton, μέλη της
Βουλής των Αντιπροσώπων, έγραψαν από κοινού μία επιστολή στο W3C,
υποστηρίζοντας έναν ορισμό του μηχανισμού που θα σημαίνει την πλήρη
απαγόρευση συλλογής, χρήσης και κοινοποίησης προσωπικών δεδομένων.
«Ο Joe Barton είναι από τους πιο συντηρητικούς Ρεπουμπλικάνους και
ο Ed Markey από τους πιο προοδευτικούς Δημοκρατικούς», σημειώνει ο
Simpson από το Consumer Watchdog. «Το γεγονός ότι αυτοί οι δύο
συμφώνησαν με κάνει να πιστεύω πως η προστασία του ιδιωτικού
απορρήτου στο ίντερνετ είναι ένα από τα λίγα θέματα όπου θα υπάρξει
συναίνεση και των δύο κομμάτων για το ότι θα πρέπει να γίνει
κάτι».


www.kathimerini.gr