ΑΠΟΨΕΙΣ

Η νεράιδα και το παλικάρι

Λες και το γούστο και η ευαισθησία έχουν σταματήσει κάπου στη δεκαετία του εξήντα. Κάτι σαν παρατεταμένη χειμερία νάρκη ή ισόβια καταδίκη. Αυτό σκέφτηκα όταν διεπίστωσα ότι οι εμπορικές επιτυχίες της σεζόν στο θέατρο είναι διασκευές κινηματογραφικών έργων απ’ τον καιρό εκείνο. «Γοργόνες και μάγκες», «Η νεράιδα και το παλικάρι», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες». Το γήρας ορίζεται ως η περίοδος εκείνη του σωματικού και ψυχικού βίου που ο άνθρωπος προτιμά να ζει με τις αναμνήσεις του και αδυνατεί να αφομοιώσει καινούργιες εμπειρίες. Φοβάται πως ό,τι καινούργιο δεν μπορεί παρά να είναι δυσάρεστο. Η δημιουργία μάς φοβίζει. Προτιμούμε τα γενόσημα. Αντιλαμβάνομαι τον πόνο των παραγωγών και των άξιων ηθοποιών. Θέλουν να γεμίσουν τις αίθουσες και κάνουν προσφορές μεταχειρισμένων. Πού το κακό; Θα μου πείτε και στην Αθήνα του 4ου αιώνα π.Χ. η παραγωγή νέων τραγωδιών ωχριούσε μπροστά στους αναγνωρισμένους του προηγούμενου αιώνα. Τι Δαλιανίδης, τι Ευριπίδης.

Ομως το πρόβλημα δεν είναι τα ίδια τα έργα ούτε οι παραστάσεις. Δεν έχω δει καμία και δεν μπορώ να έχω γνώμη. Το ζήτημα είναι ότι αυτά τα μιούζικαλ, τα κωμικά μελό, ακόμη και οι κωμωδίες το μόνο αίσθημα που κινητοποιούν είναι το αίσθημα της νοσταλγίας. Νοσταλγία για μια εποχή που το σημερινό κοινό υπήρξε νέο, εξιδανίκευση μιας ελληνικής αθωότητας που ήξερε να διασκεδάζει με τον εαυτό της. Οσο κι αν το αίσθημα της νοσταλγίας είναι θεμιτό και εν πολλοίς απαραίτητο για την ψυχική χλωρίδα, δεν αρκεί. Διότι αυτό που τρομάζει είναι ότι μονοπωλεί ένα καθεστώς άνυδρης γης που έχει χάσει τη δυνατότητα να παράγει καινούργιες συγκινήσεις για να κρατήσει ενεργή την ευαισθησία της. Αυτός είναι ο ρόλος της τέχνης. Και η στειρότητα στο πεδίο της δημιουργίας, το αναμάσημα, επειδή ακριβώς γεμίζει τις αίθουσες, είναι το σύμπτωμα της ασθένειας που έχει καταπονήσει την ελληνική κοινωνία. Δεν θέλουμε να δημιουργήσουμε, δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε, προτιμάμε να καταναλώνουμε τα αποθέματα της ευαισθησίας που έχουμε συσσωρεύσει στο σεντούκι της ζωής μας.

Αν ανοίξουμε τη θεατρική σκηνή στο τοπίο του δημόσιου βίου τότε μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ακινησία, την πολιτική, την οικονομική, τις ιδεολογικές αγκυλώσεις και την προσκόλληση σε ένα παρελθόν που μας αποκλείει από τις εμπειρίες του παρόντος. Είμαστε μια κοινωνία που δεν επινοεί, και χωρίς επινόηση δεν υπάρχει δημιουργία. Τη δεκαετία της κρίσης, αντί να την αντιμετωπίσουμε δημιουργικά, τη διαχειριστήκαμε με γεροντική μεμψιμοιρία. Η χώρα βυθίστηκε στη νοσταλγία μιας εποχής που κάποιο λαϊκό παλικάρι, ντυμένο σαν καρότο όπως ο Παπαμιχαήλ στην ταινία του Δαλιανίδη, την έλεγε νεράιδα. Και φτάσαμε να βαριόμαστε τους ίδιους μας τους εαυτούς που μας λένε τα ίδια και τα ίδια.