ΑΠΟΨΕΙΣ

Διεθνούς εμβέλειας συγγραφέας και πολιτικό ον

diethnoys-emveleias-syggrafeas-kai-politiko-on-2292261

Τ​​ον θυμάμαι ως έναν πολύ γοητευτικό άνδρα, με μια ζηλευτή εσωτερική στερεότητα, ήρεμη δύναμη που, ενώ ζύγιζε κάθε του κουβέντα, δεν του έλειπαν ο αυθορμητισμός, το χαμόγελο, το χιούμορ. Ηταν τον Ιανουάριο του 2005 και ο μεγάλος Ισραηλινός συγγραφέας Αμος Οζ, που πέθανε την Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018, επισκεπτόταν την Αθήνα για να μιλήσει στο Μέγαρο Μουσικής.

Αφορμή είχε σταθεί τότε η ελληνική έκδοση του μεγάλου, σπουδαίου μυθιστορήματός του «Ιστορία αγάπης και σκότους». Μισή ώρα προτού εμφανιστεί στο αθηναϊκό κοινό τον είχα συναντήσει κατ’ ιδίαν για μια συζήτηση που είχε δημοσιευθεί στην «Κ» στις 20 Ιανουαρίου του 2005.
Πέρασαν δεκατρία χρόνια από τότε, αλλά ο Οζ παρέμεινε ο πιο γνωστός διανοούμενος του Ισραήλ με ουσιαστικό λόγο και σημαντική δράση στα πολιτικά πράγματα, με άποψη στο περίφημο Μεσανατολικό. Ουσιαστικά έγινε ένας άτυπος πρεσβευτής καλής θέλησης, με ένα υγιώς συμβιβαστικό πνεύμα και φιλελεύθερες απόψεις. Μαζί με τον Νταβίντ Γκρόσμαν και τον Αβραάμ Γιεοσούα, ο Οζ συμπλήρωνε μια «χρυσή» τριάδα φιλελεύθερων λογοτεχνών του Ισραήλ.

Ως αφετηρία για τη συνομιλία μας τότε, του είχα θέση υπόψη του μια ιαπωνική παροιμία: «Ποιο ήταν το πρόσωπό σου πριν συναντηθούν οι γονείς σου;». Χαμογέλασε με νόημα. «Και μόνο το γεγονός ότι άλλαξα τη ζωή μου, το όνομά μου, είναι συνέπεια της παιδικής μου ηλικίας, και ταυτόχρονα, αποτέλεσμα κάποιων γεγονότων που έλαβαν χώρα πολύ πριν γεννηθώ. Δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο οι παππούδες και οι γονείς μου εκδιώχθηκαν από την Ευρώπη. Διαφορετικά, όπως θα έλεγαν και οι Ιάπωνες, θα είχα μια τελείως διαφορετική προσωπικότητα, άλλη ζωή».

Σε τι αναφερόταν ακριβώς; Γεννημένος στην Ιερουσαλήμ το 1939 ως Αμος Κλάουσνερ, όπου γνωρίστηκαν οι γονείς του, μεγάλωσε υπό τη σκέπη δύο καλλιεργημένων, αστών γονιών. Ο πατέρας του ήταν από τη Λιθουανία, η μητέρα του από την Ουκρανία.

Ολα έδειχναν πολύ ευοίωνα, δυστυχώς όμως, πολύ γρήγορα τον χτύπησε σκληρά η μοίρα: όταν ήταν δώδεκα ετών, η μητέρα του αυτοκτόνησε, συνέπεια καταθλιπτικής κρίσης. Το 2005, στην ομιλία του στο Μέγαρο, ο Ισραηλινός συγγραφέας είχε μιλήσει για τους γονείς του, χαρακτηρίζοντάς τους ένα «αίνιγμα». «Πώς δύο καλοί άνθρωποι παρήγαγαν τέτοιο κακό, είναι ένα μυστήριο», είχε πει.

Μετά την απώλεια της μητέρας του, πήρε αποστάσεις από τη συντηρητική οικογένειά του και έγινε μέλος στα περίφημα κιμπούτζ, όπου και άλλαξε το όνομά του σε Οζ. Προσέγγισε τους προοδευτικούς Εργατικούς και στα 21 του παντρεύτηκε τη Νίλι Ζούκερμαν, που έμελλε να είναι η ισόβια σύντροφός του. Μαζί έκαναν τρία παιδιά.

Θυμάμαι, στη συζήτηση που είχαμε τότε, μιλούσε για την τόσο παρεξηγημένη έννοια του συμβιβασμού. «Ολοι χτυπούν τον συμβιβασμό», έλεγε, «αλλά χάρη σε αυτόν ζουν δύο άνθρωποι μαζί για μια ζωή. Γιατί να μην μπορεί να γίνει κάτι ανάλογο και με δύο λαούς, δύο διαφορετικές κοινότητες; Γιατί να μη στραφούμε στον συμβιβασμό για να ζήσουμε όλοι καλύτερα»;

Το ότι ένας συγγραφέας μιλά με τέτοιο τρόπο για τον συμβιβασμό μπορεί να ξενίσει πολλούς (ειδικά στη χώρα μας, όπου οι «επαναστάτες» περισσεύουν), όμως ο Οζ ήξερε τι έλεγε, καθώς έζησε τον πόλεμο των Εξι Ημερών από πρώτο χέρι στα υψώματα του Γκολάν. Η εμπειρία του πολέμου τον είχε πείσει ότι η ειρηνική λύση στη Μέση Ανατολή ήταν μια αναγκαιότητα. Μπορεί να κατέκρινε τη Χαμάς αλλά υπήρξε εξίσου επικριτικός με τους χειρισμούς του Ισραήλ πάνω στα ακανθώδη ζητήματα της συνύπαρξης Εβραίων και Αράβων.

Πάνω απ’ όλα υποστήριξε τον πλουραλισμό στις απόψεις, λαμβάνοντας μέρος σε δημόσιες συζητήσεις και παρεμβάσεις. Θα μπορούσε κάποιος να τον χαρακτηρίσει πολιτικό ακτιβιστή, όχι όμως υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς αλλά υπέρ μιας λύσης που θα έδινε τέλος στο μίσος και στο πολεμικό κλίμα.

Ο Οζ δίδαξε αρχικά στις κοινότητες των κιμπούτζ, κυρίως όμως εργάστηκε επί σειράν δεκαετιών ως καθηγητής λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο Μπεν Γκουριόν, γράφοντας παράλληλα τα βιβλία του. Ηταν τέτοια η εμπλοκή του με την πολιτική, που συχνά πολλοί λησμονούσαν πόσο σημαντικός συγγραφέας υπήρξε για το Ισραήλ αλλά και διεθνώς, με το όνομά του να επανέρχεται διαρκώς στις υποψηφιότητες για το Νομπέλ Λογοτεχνίας.

Μακροϊστορία και μικροϊστορία, προσωπική, οικογενειακή ιστορία και συλλογική Ιστορία αποτελεί τον άξονα της πεζογραφίας του. Το πρώτο του βιβλίο, «Ο Μιχαέλ μου», τον κατέστησε ευρέως γνωστό. Σε αυτό διερευνούσε την ίδια την ιστορία της Ιερουσαλήμ πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ, παρουσιάζοντας μια πανσπερμία γλωσσών και πολιτισμών στην περιοχή. «Πράγματι», μου είχε πει ο ίδιος το 2005, «αυτό είναι ένα κοινό που έχουμε οι Εβραίοι, οι Ελληνες και οι Αραβες. Λαοί που υποφέρουν. H Ιστορία είναι κάτι προσωπικό. Δεν συμβαίνει σε μια μακρινή χώρα, δεν συμβαίνει σε μεγάλες προσωπικότητες, αλλά σε πρόσωπα της μικρής καθημερινότητάς μας».

Το μυθιστόρημά του «Ιστορία αγάπης και σκότους» είναι ένα τέτοιο βιβλίο για την ατομική και συλλογική ιστορία. «Μεγάλο μέρος του είναι επινοημένο. Αγνοούσα πολλές λεπτομέρειες της οικογένειάς μου. Βασίστηκα όμως σε αυτό που μου “είπαν” τα γονίδιά μου. Είναι η πλέον αξιόπιστη πηγή. Γιατί είναι τα γονίδια των προγόνων μου».

Πολυσέλιδο μυθιστόρημα γραμμικής αφήγησης – κάτι που δεν ισχύει στο πολύ πιο σύντομο, και αποσπασματικό «H ίδια θάλασσα», ένα από τα κορυφαία του βιβλία, που ο ίδιος θεωρεί το πλέον αντιπροσωπευτικό του. «Είναι ένα βιβλίο στο οποίο προσπάθησα –και πιστεύω ότι πέτυχα– να σβήσω τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πεζογραφία και στην ποίηση. Ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην εξομολόγηση, στην τραγωδία και στην κωμωδία, στην αφήγηση και στη μουσική. Είναι ένα μουσικό έργο στον ίδιο βαθμό που είναι ένα λογοτεχνικό έργο. Οταν το κοιτάζω σήμερα μού μοιάζει με μια αγελάδα που γέννησε ένα γλάρο!», κατέληξε γελώντας με την καρδιά του.