ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί αυτού πρόκειται…

​​​​Θα σας πω μια ιστορία. Τις προάλλες πήγα στον καρδιολόγο μου και εκεί που κουβεντιάζαμε μου διηγήθηκε ένα περιστατικό: Ηταν στο “401” και έκανε ηλεκτροκαρδιογράφημα σε έναν νεαρό στρατιώτη με σοβαρό πρόβλημα καρδιάς. Κάποια στιγμή τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και ο φαντάρος άρχισε να κλαίει. Εκείνος ταράχτηκε τόσο πολύ που παράτησε τον ασθενή και βγήκε έξω. Και εγώ του είπα: Εμένα αυτή είναι η δουλειά μου. Να αγκαλιάζω τους ανθρώπους και να κλαίω μαζί τους. Εσύ τους κοιτάς μέσα από την οθόνη. Εγώ τους αγκαλιάζω. Ο Σαίξπηρ, ο Πίντερ, ο Ευριπίδης, ο Αισχύλος κ.ο.κ. είναι όντα που αγκαλιάζουμε και εκείνοι αγκαλιάζουν εμάς.

Κάποτε μας σφίγγουν λίγο περισσότερο, κάποτε μας πονάνε, κάποτε δακρύζουμε, κάποτε χαλαρώνουμε, κάποτε αγριεύουμε, αλλά πάντως είμαστε αγκαλιασμένοι. Περί αυτού πρόκειται…».

Το 2001 ο Γιώργος Μοσχίδης συμπλήρωνε 50 χρόνια στο θέατρο, τα γιόρτασε παίζοντας τον ρόλο του πατέρα στο «Ημερολόγιο της άμμου» του Δημήτρη Κορδάτου (στο «Εμπρός» σε σκηνοθεσία Τάσου Μπαντή). Η συνέντευξη με την «Κ», απ’ όπου και το απόσπασμα, δημοσιεύθηκε Απρίλιο του 2001. Ξαναδιαβάζοντας αυτήν, την τυπωμένη, συνάντηση, διαπίστωσα ότι εκείνος ο ρόλος είχε πολλά στοιχεία από την προσωπικότητα του Γιώργου Μοσχίδη, που έφυγε από τη ζωή τις τελευταίες μέρες του 2018 σε ηλικία 87 ετών. Μνήμες, αισθήματα, άνθρωποι ξέμπαρκοι και καραβοτσακισμένοι, ένα έργο ρευστό και «άμορφο» σαν την άμμο, αποσπασματικό και «δεσμευτικό» όπως το ημερολόγιο.

Με τη χαρακτηριστική βραχνάδα της φωνής του και την αψάδα της συμπεριφοράς του, παρατηρητικός, επινοητικός, χιουμορίστας, εγκάρδιος και αυστηρός, διέσχισε δεκαετίες επί της σκηνής και επί της ζωής. Το 2014 συνυπήρξε, τελευταία φορά, στο Εθνικό Θέατρο με τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο, την πιο στέρεη ίσως θεατρική φιλία του, στην παράσταση «Ενας άνθρωπος για όλες τις εποχές», του Ρόμπερτ Μπολτ που σκηνοθέτησε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. Ο Μιχαλακόπουλος έπαιζε τον θρησκόληπτο Τόμας Μουρ, ο Μοσχίδης τον καρδινάλιο Γουίλις, μικρό ρόλο αλλά αλησμόνητο. Ούτως ή άλλως, με τον ίδιο επαγγελματισμό, υπηρετούσε πρωταγωνιστικούς, δευτεραγωνιστικούς ρόλους, μονολόγους και μικρά περάσματα, εμπλουτίζοντας κάθε εμφάνισή του με το στιβαρό ταμπεραμέντο του. «Στιβαρό», χωρίς αυταρέσκεια, ανάγκη για αυτοπροβολή. Ηταν άνθρωπος μοναχικός, αλλά όχι μόνος. Αριστοκράτης και προλετάριος, τόσο στην καταγωγή όσο και στην ερμηνευτική κλίμακά του.

Ο Γιώργος Μοσχίδης ανήκε σε μια γενιά ηθοποιών που συμπορεύτηκαν και συστρατεύτηκαν, όταν χρειάστηκε, με δεσμούς ισχυρούς. Περισσότερα τους ένωναν παρά τους χώριζαν ακόμη κι όταν έμενε η εντύπωση μιας απόστασης ή μικροπαρεξηγήσεων από πικρίες, που μοιάζουν ασήμαντες τώρα πια. Αγαπούσαν την ομαδική δουλειά, έφτιαχναν παρέες, σμίλευαν τον χρόνο με συναντήσεις και αφηγήσεις. Ετρεφαν μεγάλο σεβασμό, δέος σχεδόν, στους δασκάλους. Κάθε φορά που εμφανιζόταν ο Κάρολος Κουν ανάμεσά τους –θυμάμαι μια Πρωτοχρονιά στα μέσα του ’80 σε φιλικό σπίτι– μετατρέπονταν όλοι οι, 50άρηδες τότε πρωταγωνιστές, ένας κι ένας, σε μαθητές. Αντιμετώπιζαν τον δάσκαλο με τρακ, συστολή, μεγάλο θαυμασμό και εξίσου μεγάλη φροντίδα.

Ο «έρωτας» είναι μια λέξη που χρησιμοποιούσε συχνά ο Γιώργος Μοσχίδης. Ελεγε για παράδειγμα: «Οταν νιώθω ερωτικά με κάτι, αυτό το κάτι το κάνω καλά», ή «Το θέατρο είναι σαν τον έρωτα. Οταν τελειώνει μια παράσταση είναι σαν να τελειώνει ένα φιλί, ένα χάδι, ένα αγκάλιασμα…».
«Σκεφτήκατε ποτέ να κάνετε κάτι άλλο, εκτός από το θέατρο;», τον είχα ρωτήσει τότε, το 2001. «Παλιά, ένας φίλος μου με ρώτησε το ίδιο πράγμα. Γιατί θέλεις να βγεις στο θέατρο; Επειδή νομίζεις ότι είναι πιο εύκολο ή επειδή δεν ξέρεις να κάνεις τίποτε άλλο; Δεν του απάντησα. Τώρα θα του απαντούσα ότι, ναι, δεν ήξερα να κάνω τίποτε άλλο».

Η αλήθεια είναι ότι πριν ασχοληθεί με το θέατρο, πέρασε από το μυαλό του να γίνει γεωπόνος. Του άρεσε η γη, την αγαπούσε. Εκείνη η επιθυμία έγινε πραγματικότητα σε μια βεράντα γεμάτη λουλούδια, σε ένα ρετιρέ της Χατζηγιάννη Μέξη. Αφησε έναν μικρό κήπο, περιποιημένο και ολάνθιστο…