ΑΠΟΨΕΙΣ

Υπερ-καπιταλισμός κατά ελεύθερης αγοράς

Ο καπιταλισμός των πολύ μεγάλων παγκοσμίων επιχειρήσεων συνιστά σίγουρα το κύριο χαρακτηριστικό της παγκόσμιας οικονομίας σήμερα. Πράγματι, δύσκολα κανείς μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς τους πέντε γίγαντες της τεχνολογίας (Amazon, Google, Apple, Microsoft, Facebook) ή χωρίς να βρει στα ράφια των υπεραγορών πάνω από 2-3 μεγάλες εταιρείες σε κάθε κατηγορία αγαθών. Το αποτέλεσμα είναι να συμπιέζονται για τους υπόλοιπους τα περιθώρια κέρδους, αλλά και οι μισθοί. Πολύ περισσότερο όταν οι ανατροπές (disruptions) στις αγορές επιταχύνονται, καθιστώντας κάθε μικρο-επιχειρηματική επιτυχία βραχύβια και εφήμερη.

Η γνωστή πια επίδραση του φαινομένου αυτού στην πολιτική αγορά του δυτικού κόσμου είναι η άνοδος πολιτικών προσώπων και κομμάτων που εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι το εισόδημα του 60% της μεσαίας τάξης (μικροί επιχειρηματίες αλλά και μισθωτοί) είτε είναι στάσιμο είτε υποχωρεί. Ολοι αυτοί αποτελούν δυνητικά την πρώτη ύλη ηγετών και καθεστώτων που χαρακτηρίζονται από αυταρχικό λαϊκισμό και γενικά από μια αποστροφή προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία των ελευθεριών και των δικαιωμάτων. Καθώς μάλιστα ανταγωνιστικές χώρες κυρίως από την Ασία επιβάλλονται στις αγορές με ένα αυταρχικό πολιτικό σύστημα, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο σημερινός μονοπωλιακός υπερ-καπιταλισμός είναι πράγματι ασύμβατος με την ύπαρξη της ελεύθερης αγοράς –με την έννοια των ευκαιριών για όλους– και συνακόλουθα της μεσαίας τάξης και της φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Οι μικροί επιχειρηματίες της μεσαίας τάξης δυσκολεύονται να επιχειρήσουν σε ένα περιβάλλον που ελέγχεται –από την παραγωγή μέχρι τη διανομή– από επιχειρηματικούς κολοσσούς. Οι εργαζόμενοι, από την πλευρά τους, βλέπουν τις αποδοχές τους να συμπιέζονται και την εκπαίδευση των παιδιών τους να είναι πια πανάκριβη. Συγγραφείς όπως ο Ρίτσαρντ Ριβς επισημαίνουν ότι πέραν των υπερ-πλουσίων, υπάρχει ένα 20% στις δυτικές κοινωνίες, η υψηλή μεσαία τάξη, που όχι μόνο τα πηγαίνει καλά αλλά αναπαράγει και περιχαρακώνει το επίπεδο ζωής της με τη δικτύωση και την πρόσβαση στα καλύτερα σχολεία για τα παιδιά τους. Στοιχεία δείχνουν ότι για το κάθε παιδί η μέση ετήσια δαπάνη αυτού του 20% φθάνει τα 12.000 δολάρια, σχεδόν πενταπλάσια από την υπόλοιπη μεσαία τάξη. Η αξιακά φιλελεύθερη αυτή τάξη των hipsters και των millennials καταγγέλλεται από την υπόλοιπη μεσαία ή μικρομεσαία τάξη ως κοσμοπολίτικη και ελίτ.

Η διάσπαση αυτή της μεσαίας τάξης είναι που έχει εκθρέψει την άνοδο των ακραίων, απασφαλισμένων πολιτικών προσώπων, με κύρια χαρακτηριστικά τη δημαγωγία, το ψέμα, τον κυνισμό και γενικότερα την αλλοπρόσαλλη πολιτική συμπεριφορά. Οι κινητοποιημένες ομάδες των χαμένων της παγκοσμιοποίησης και των ανειδίκευτων δεν έχουν πρόβλημα να στηρίζουν εκπροσώπους του μεγαλο-καπιταλισμού όπως ο Ντόναλντ Τραμπ. Λαϊκιστές δεξιάς και αριστερής απόκλισης συγκλίνουν στην άνευ ορίων κριτική της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Μπροστά σε μια τέτοια απαισιόδοξη κάπως προοπτική, οι πολιτικές δυνάμεις πέριξ του Κέντρου μοιάζουν σήμερα κάπως μουδιασμένες. Οι δυνάμεις της αποδεκατισμένης Σοσιαλδημοκρατίας και συγγραφείς όπως ο Κεμάλ Ντερβίς επισημαίνουν την ανάγκη για έλεγχο των τεχνολογικών εξελίξεων, της κλιματικής αλλαγής και της εμβάθυνσης της παγκοσμιοποίησης, προτείνοντας την καθιέρωση ενός κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά φαντάζουν κάπως ανέφικτα. Η αλήθεια είναι ότι η δύναμη των εξελίξεων είναι τέτοια που και οι πολιτικοί με τις καλύτερες προθέσεις αποτελούν έρμαια των κυμάτων της επιταχυνόμενης δημιουργικής καταστροφής και του αφανισμού των μικρών. Χώρες όπως η Γερμανία, όπου η οικονομική ισχύς επιτρέπει την επιβίωση του συνόλου της μεσαίας τάξης με σχετικά καλά εισοδήματα και σταθερή απασχόληση, αποτελούν την εξαίρεση.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, με μικρομεσαία οικονομική δομή, αντιπαραγωγική γραφειοκρατία και πεπαλαιωμένες ρυθμίσεις, η όποια δυνατότητα ανάκαμψης της μεσαίας τάξης θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα συμμετοχής των εγχώριων εταιρειών σε διεθνείς υπερ-καπιταλιστικές αλυσίδες αξίας και, κυρίως, από την πλήρη απελευθέρωση από οποιοδήποτε εμπόδιο των ιδιωτών που επιθυμούν να ξεκινήσουν μια οποιαδήποτε δουλειά χωρίς τον μπαμπούλα του κράτους και της εφορίας. Αυτό αφορά τους μικροεπιχειρηματίες, τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους ανέργους και ιδιαιτέρως τους νέους και τις γυναίκες, αλλά και τους συνταξιούχους με δυνατότητα εργασίας. Το κλειδί γι’ αυτό θα είναι η αποφασιστική ελάφρυνση της φορολόγησης της εργασίας και ιδίως των οικογενειών με δύο παιδιά.

* Ο κ. Θ. Πελαγίδης, καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και ανώτερος εταίρος στο Brookings, είναι σύμβουλος Μακροοικονομίας του προέδρου της Ν.Δ.