ΑΠΟΨΕΙΣ

Αφίσες, κριτική και ελευθερία του λόγου

Η πρόσφατη κινητοποίηση των διωκτικών αρχών με σκοπό τη σύλληψη των ανθρώπων που είχαν αναρτήσει αφίσες απευθυνόμενες σε βουλευτές με τάσεις υπερψήφισης της συμφωνίας των Πρεσπών προκάλεσε αίσθηση στην κοινή γνώμη. Πέρα από την παρανομία αυτή καθαυτή, οι «πολιτικές» αφίσες καλό είναι να εκλείψουν, όχι μόνο διότι ρυπαίνουν και επιβαρύνουν αισθητικά τις πόλεις μας, αλλά πρωτίστως διότι διαιωνίζουν τη «δημοκρατία των συνθημάτων». Αλλά είναι πράγματι παράξενη αυτή η όψιμη ευαισθησία των Αρχών σε μία χώρα που μαστίζεται από την αφισορρύπανση και έχει γνωρίσει ακραίες επιθέσεις κατά βουλευτών που, όπως και τώρα, καλούνταν να κάνουν το καθήκον τους σε μία ψηφοφορία. Μήπως είμαστε «ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στο αλεύρι»;

Η θεμελιώδης δημοκρατική αρχή του κράτους δικαίου δεν συγχωρεί επιλεκτική τήρηση των νόμων. Σε αντίθετη περίπτωση, η ίδια η αρχή καταργείται, καθώς ο ηθικοπολιτικός της πυρήνας είναι η ανάγκη οι άνθρωποι να κυβερνώνται από τον νόμο της δημοκρατίας και όχι από άλλους ανθρώπους. Οταν οι αρμόδιοι για την τήρηση του νόμου διακρίνουν τους παρανομούντες σε «καλούς» και «κακούς» επιστρέφουμε σε αυτό που θέλουμε να αποφύγουμε: την εξάρτηση από τα κέφια του εκάστοτε φορέα της εξουσίας.

Ακόμα μεγαλύτερο είναι το θεσμικό ατόπημα όταν το επίμαχο ζήτημα είναι πολιτικό και μάλιστα αφορά έκφραση γνώμης επικριτικής προς την κυβέρνηση. Δίνεται η εντύπωση ότι ο νόμος και οι διωκτικές αρχές εργαλειοποιούνται προκειμένου να σιγήσουν οι αντίθετες φωνές. Δεν υπάρχει αμφιβολία: κάθε απόπειρα εκφοβισμού ή στοχοποίησης βουλευτή είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Αλλά, όπως έχει κατ’ επανάληψη εξηγήσει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, τα πρόσωπα που κατέχουν δημόσια αξιώματα πρέπει να ανέχονται αυστηρότερη κριτική από τους απλούς πολίτες. Με γνώμονα αυτή τη βασική αρχή, είναι χρήσιμο να αναστοχαστεί ο καθένας από εμάς επί των κριτηρίων του στο ζήτημα της ελευθερίας της (πολιτικής) έκφρασης. Είναι μάλλον παράδοξο ταυτοχρόνως να επιδοκιμάζει κάποιος τις κρεμάλες και τις απειλές πυρπόλησης της Βουλής στο Σύνταγμα αλλά να μην ανέχεται μία προφανώς ηπιότερη έκφραση πολιτικής κριτικής.

Το παράδοξο εξατμίζεται μόλις αναρωτηθούμε ποια είναι τα κίνητρα των εκάστοτε λογοκριτών. Εφόσον μία δημόσια τοποθέτηση μπορεί, κατά τρόπο σαφή και προβλέψιμο, να προκαλέσει άδικη βλάβη σε τρίτα πρόσωπα, οι περισσότεροι θα συμφωνούσαμε στην ανάγκη περιορισμού της ελευθερίας της έκφρασης. Αλλά γιατί να περιοριστεί η έκφραση μιας απλής γνώμης; Στο πλαίσιο μιας «μισαλλοδοξίας της μετανεωτερικότητας» οι πολίτες των δυτικών δημοκρατιών θεωρούν δικαίωμά τους να επιλέξουν ποιες απόψεις είναι αρκετά δυσάρεστες ή προσβλητικές ώστε να δικαιολογείται η απαγόρευσή τους. Τα κριτήρια δεν είναι ποτέ ηθικά αν και, αναμφίβολα, κάποιες ιδέες (λ.χ. οι ρατσιστικές) είναι βαθύτατα ανήθικες· είναι σχεδόν πάντοτε πολιτικά, με στόχο τη φίμωση του ιδεολογικού αντιπάλου. Μία προσεκτική ματιά στις λογοκριτικές εκστρατείες των τελευταίων ετών αναδεικνύει τον βαθύτατα πολιτικό χαρακτήρα τους.

Τις αφίσες, βέβαια, δεν τις χρειαζόμαστε. Οχι μόνο επειδή κατά κανόνα είναι παράνομες, αλλά και επειδή δεν προσφέρουν τίποτα στη δημόσια διαβούλευση και στη δημοκρατία. Ούτε, φυσικά, υφίσταται «ισότητα στην παρανομία»: το γεγονός ότι δεν εφαρμόζεται ο νόμος, δεν σημαίνει ότι αυτό θα πρέπει να συνεχίσει να συμβαίνει. Αλλά η επιλεκτική κινητοποίηση των Αρχών και μάλιστα με την υποψία πολιτικών κινήτρων κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Οταν, επιπροσθέτως, η κινητοποίηση στοχεύει στη φίμωση απόψεων επικριτικών προς την κυβέρνηση πρέπει να είμαστε όλοι ιδιαίτερα ανήσυχοι. Διότι, όπως αποδεικνύεται συνεχώς, όσο η τήρηση των νόμων και η προστασία της ελευθερίας του λόγου είναι στη διακριτική ευχέρεια του εκάστοτε νομέα της εξουσίας, κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής και αισιόδοξος για το μέλλον.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ι. Καλλίρης είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή De Montfort στο Λέστερ.