ΑΠΟΨΕΙΣ

Σε ποιον ανήκουν οι αρχαιότητες;

Το ερώτημα του τίτλου επανέρχεται κατά καιρούς στην επικαιρότητα, όπως έγινε πρόσφατα με αφορμή την άποψη του διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου ότι τα Ελγίνεια είναι «ιδιοκτησία» των επιτρόπων του μουσείου. Το ζήτημα δεν είναι, φυσικά, αμιγώς ελληνικού ενδιαφέροντος, καθώς ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η πρακτική της «μεταφοράς» όχι μόνο αντικειμένων, αλλά ακόμα και αρχαίων μνημείων από διάφορες χώρες με σημαντική πολιτιστική κληρονομιά προς τη Δύση. Οι απαντήσεις που δίνονται κατά καιρούς καλύπτουν ένα ευρύτατο φάσμα, από το κυνικό «ανήκουν σε όποιον πλήρωσε για να τα αγοράσει» μέχρι το ρομαντικό «ανήκουν στους λαούς που τα δημιούργησαν».

Η ρομαντική προσέγγιση σκοντάφτει σε μια σειρά από πρακτικά προβλήματα. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι οι Ελληνες είναι οι αδιαμφισβήτητοι κληρονόμοι του Παρθενώνα, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για μια σειρά από αρχαιότητες και τεχνουργήματα χωρίς σαφές πιστοποιητικό «εγγυτέρων συγγενών». Για παράδειγμα, σε ποιον ανήκει η προ-κολομβιανή τέχνη; Στη σημερινή Γουατεμάλα, θα μπορούσε να είναι η απάντηση. Αλλά η σημερινή Γουατεμάλα δεν υπήρχε τον 15ο αιώνα και, συνεπώς, είναι δύσκολο να βασιστούν οι αξιώσεις της στην αρχή ότι η εθνική της κυριαρχία συμπεριλαμβάνει τον σεβασμό στις πολιτισμικές της αξίες (αυτή η αρχή υποστηρίζεται από τον Neil Brodie, από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ). Οσο περισσότερο ψάχνουμε για τέτοιου είδους «πιστοποιητικά» τόσο περιπλέκονται οι εθνικές αξιώσεις ιδιοκτησίας επί των αρχαιοτήτων.

Το πραγματικό πρόβλημα εντοπίζεται στην επιμονή σε μια αντίληψη «ιδιοκτησίας» με την παραδοσιακή έννοια του όρου. Αν μου ανήκει ένα ποτήρι, μπορώ να το κάνω ό,τι θέλω. Μπορώ να το χρησιμοποιήσω, να το κρύψω στο ντουλάπι, να το σπάσω ή να το πετάξω στο ποτάμι. Ισχύει το ίδιο για τις αρχαιότητες; Μπορούν οι επίτροποι του Βρετανικού Μουσείου να αποφασίσουν ότι αύριο το πρωί όλες οι αρχαιότητες που έχουν στην κατοχή τους πρέπει να καταστραφούν; Η μόνη απάντηση που δεν κάνει τις διαισθήσεις μας να επαναστατούν είναι αρνητική. Οι Καρυάτιδες δεν είναι δυνατόν να είναι αντικείμενα ιδιοκτησίας όπως ένα ποτήρι ή μία καρέκλα.

Ο καλύτερος τρόπος επίλυσης του προβλήματος ξεκινάει από την αντίληψη ότι οι αρχαιότητες επιδέχονται διαχείριση και όχι ιδιοκτησία εν στενή εννοία. Ο διαχειριστής αποφασίζει για την τύχη τους βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και περιορισμών που εδράζονται στην ίδια την αξία των συγκεκριμένων αντικειμένων. Είτε ως συνδετικός κρίκος με τους προγόνους μας είτε ως τέχνη υψηλών προδιαγραφών, οι αρχαιότητες είναι εγγενώς και εργαλειακώς πολύτιμες: είναι εκφράσεις της ανθρώπινης διάνοιας και δημιουργικότητας και, ταυτόχρονα, μας προσφέρουν αισθητική απόλαυση και χρήσιμες γνώσεις.

Με τα παραπάνω κατά νου, το ερώτημα δεν είναι σε ποιον ανήκουν οι αρχαιότητες αλλά πώς πρέπει να τις διαχειριζόμαστε ώστε να αξιοποιούνται όσο το δυνατόν καλύτερα. Υπάρχει το επιχείρημα υπέρ της ύπαρξης συλλογών (όπως αυτές των μεγάλων μουσείων), τις οποίες μπορεί να επισκέπτεται πολύς κόσμος. Από την άλλη, μοιάζει λογική η επανένωση μνημείων που έχουν διαμελιστεί από «συλλέκτες» και αρχαιοκάπηλους. Σε αυτήν τη συζήτηση δεν είναι παράλογο να λαμβάνεται υπ’ όψιν και η ιδιαίτερη σχέση που έχουν λαοί όπως ο ελληνικός, ο αιγυπτιακός κ.ο.κ. με τα έργα των αρχαίων προγόνων τους. Οχι, όμως, επειδή είναι ιδιοκτήτες των έργων αυτών αλλά, κατά μαχητό τεκμήριο, καλύτεροι διαχειριστές τους.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Ι. Καλλίρης είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή De Montfort στο Λέστερ.