ΑΠΟΨΕΙΣ

Το Ποτάμι στέρεψε, μια νηφάλια φωνή σίγησε

Μ​​ε εξαιρετικά στελέχη και προσωπικότητες που κοσμούν την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας, το Ποτάμι θα μπορούσε να είχε αναδειχθεί σε υγιή και καθοριστικό πρωταγωνιστή της πολιτικής ζωής. Ακόμη και με ένα σχετικά μικρό ποσοστό θα μπορούσε να αποτελεί το αναγκαίο στήριγμα όχι μόνο για τη διασφάλιση κυβερνητικής βιωσιμότητας, όσο κυρίως για την εμπέδωση της αναγκαίας νηφαλιότητας στο πολιτικό γίγνεσθαι.

Να ήταν η ξεκάθαρη έκφραση του πολιτικού Κέντρου. Ούτε Κεντροαριστερά, ούτε Κεντροδεξιά. Ενα κόμμα θιασώτης της ελεύθερης οικονομίας με κοινωνικό πρόσημο, της προστασίας κάθε είδους δικαιωμάτων, της ανοχής στη διαφορετικότητα, της ειλικρίνειας ακόμη και αν ενίοτε δεν ηχεί ευχάριστα, της συναίνεσης, του ξεκάθαρου ευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Με δεδομένους τους υφιστάμενους συσχετισμούς δυνάμεων, θα μπορούσε να λειτουργήσει πραγματικά ως ο χώρος της κοινής λογικής, χωρίς βαρίδια από το παρελθόν, με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Με το ισχύον εκλογικό σύστημα, ακόμη και η οριακή είσοδος στη Βουλή, με 8 βουλευτές, θα μπορούσε να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη για τη σταθερότητα της χώρας, ιδιαίτερα στην περίπτωση που κανένα από τα δύο μεγάλα κόμματα δεν καταφέρει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Το Κίνημα Αλλαγής, δυστυχώς, έχει απολέσει τη δυναμική που δημιούργησε η συνάντηση κομμάτων, ρευμάτων και κινήσεων, και επισφραγίσθηκε με την ψήφο 210.000 ανθρώπων.

Οι λανθασμένες κινήσεις –όπως η πρόσφατη επιλογή περί μη κομματικής γραμμής για τη συμφωνία των Πρεσπών που κατά έναν σουρεαλιστικό τρόπο συνυπήρξε με την επίπληξη (Κρεμαστινός) και τη διαγραφή (Θεοχαρόπουλος) όσων τόλμησαν να εκφράσουν κάποιες άλλες σκέψεις ή να την υπερψηφίσουν– θα κοστίσουν. Το κίνημα θα συρρικνωθεί και θα περιοριστεί στο παλαιό ΠΑΣΟΚ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Για τον νηφάλιο παρατηρητή η ουσιαστική διάλυση του Ποταμιού δεν αποτελεί θετική εξέλιξη για το πολιτικό σύστημα. Οχι μόνο γιατί επιχειρούσε να σηματοδοτήσει, και ώς ένα βαθμό το πέτυχε, το καινούργιο, το πολιτισμένο –και το ευγενικό, θα πρόσθετα εγώ– που σπανίζει. Αλλά και διότι θα ήταν προτιμητέο για τους υποστηρικτές τόσο της Νέας Δημοκρατίας όσο και του ΣΥΡΙΖΑ, εάν ο αντίπαλός τους σχημάτιζε κυβέρνηση όχι μόνος, αλλά με το Ποτάμι.

Ηταν το κόμμα της συναίνεσης, της νηφαλιότητας, ο αντίπαλος που θα μπορούσε να είναι εταίρος και δικός σου και του άλλου.

Μια κυβέρνηση συνασπισμού με τη συμμετοχή του Ποταμιού θα μπορούσε να κάνει περισσότερα. Για πολλούς λόγους, ποσοστών αλλά και συμβολισμού, θα είχε μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων. Και στο πιθανότερο σενάριο που θα συνεργαζόταν με τη Ν.Δ., θα διευκόλυνε τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην προσπάθειά του να ισορροπήσει το εσωκομματικό εκκρεμές και να αντιμετωπίσει τις «απαιτήσεις» των παλαιοκομματικών.

Σε κάθε περίπτωση, το τέλος του Ποταμιού ήρθε με πολύ άσχημο τρόπο. Είναι λυπηρό, αυτός ο χώρος, που προσείλκυσε ανθρώπους όπως ο Διαμαντούρος και ο Αλιβιζάτος, να ξεφτιλίζεται με ανακοινώσεις περί αποκάλυψης των «δολοφόνων του κόμματος» και κατηγορίες για «ρεπό του Καμμένου».

Εφθασαν στο σημείο, ακόμη και αν δεν υπήρξαν σπρωξίματα στους διαδρόμους, να φωνάζουν μεταξύ τους «τον δρόμο σου, και τον δρόμο μου». Κρίμα, όχι μόνο για τους ίδιους, που στο κάτω κάτω είναι δική τους υπόθεση, αλλά κυρίως για τη χώρα.