ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Τζόαν και η Παναγιώτα

Η Τζόαν Κάσλμαν και η Παναγιώτα Σιμιτζή δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους και όχι μόνο λόγω καταγωγής ή ηλικίας. Η πρώτη είναι γύρω στα 70, κάπου στη Νέα Υόρκη, καλλιεργημένη μεσοαστή και σύζυγος του επιτυχημένου συγγραφέα Τζο Κάσλμαν, ο οποίος πληροφορείται ότι θα του απονεμηθεί το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Η δεύτερη είναι μια 40χρονη, σχεδόν αναλφάβητη, ταπεινή νοικοκυρά, κάπου στην Αθήνα, με δύο παιδιά και έναν σύζυγο άνεργο (εκ βολέματος), που αναγκάζεται να αναζητήσει για πρώτη φορά δουλειά ως καθαρίστρια σε ένα πολυκατάστημα. «Η σύζυγος», του σκηνοθέτη Μπγιορν Ρούνγκε (με την Γκλεν Κλόουζ, προβάλλεται ήδη), και

«Η δουλειά της» του Νίκου Labot (με τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, θα βγει στις αίθουσες την ερχόμενη Πέμπτη), μια αμερικανική και μια ελληνική ταινία, με δύο εξαιρετικές πρωταγωνίστριες, και ένα μόνο κοινό σημείο: οι ηρωίδες παραμένουν σιωπηλές και ανεκτικές, υπομένουν και αναλαμβάνουν βάρη και ευθύνες, δεν βγάζουν άχνα, ώς τη στιγμή… Υπάρχει ένα όριο, ένα σημείο θραύσης.

Για την Τζόαν Κάσλμαν η αφορμή είναι το ταξίδι στη Στοκχόλμη, τα αποσιωπημένα μυστικά και ψέματα, οι λάθος επιλογές, η ζωή στη σκιά κάποιου άλλου, που δεν δηλώνει, επί της ουσίας, αγάπη για τον άλλον, ούτε όμως και αδυναμία εκείνου που μένει παραγκωνισμένος.

Για την Παναγιώτα Σιμιτζή η ανατροπή συνδέεται με τον πρώτο μισθό: 585 ευρώ μεικτά· από τη μια, συνθήκες εκμετάλλευσης και εργασιακής απαξίωσης, από την άλλη, η γυναίκα αυτή βιώνει για πρώτη φορά το αίσθημα της προσωπικής, οικονομικής και συναισθηματικής ανεξαρτησίας. Η «ευτυχία» δεν κρατάει πολύ, εκείνη όμως δεν θα είναι ποτέ η ίδια…

Η κινηματογραφική παραγωγή, τελευταία, επικεντρώνεται στις γυναίκες. Δεν πρωταγωνιστούν μόνο· οι ιστορίες διαμορφώνονται γύρω από τις δικές τους αντιδράσεις, τα σενάρια δοκιμάζουν τις αντοχές τους, συντάσσονται με τη δύναμή τους, παρακολουθούν τους κραδασμούς τους μέσα σε ένα περιβάλλον που οι άνδρες διαμορφώνουν τις συνθήκες ζωής. Εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον. Την προηγούμενη Κυριακή αναφερθήκαμε στις «γυναίκες του Λάνθιμου και του Κουαρόν», το σημερινό σχόλιο θα μπορούσε να θεωρηθεί συνέχεια εκείνης της «ήσυχης αξιοπρέπειας» που επιδεικνύει η Κλέο, η Μεξικανή υπηρέτρια στο «Ρόμα». 

Δεν πρόκειται για το επαναλαμβανόμενο στερεότυπο του «ανδροκρατούμενου κόσμου». Καθόλου. Είναι και παλιό και περιοριστικό και ξεθυμασμένο ως επιχείρημα, καταλήγοντας μάλλον σε εμμονή, σε αυτοματοποιημένη αντίδραση. Ο Τζο Κάσλμαν είναι ο διάσημος σύζυγος, αλλά η αναγνωρισιμότητά του δεν σημαίνει και δύναμη.

Υπάρχει χάρη στην Τζόαν, στη δική της αφοσίωση και αποφασιστικότητα. Από την κοινή ζωή τους ο καθένας έπαιρνε την «τροφή» που είχε ανάγκη. Η αλληλεξάρτηση και η επιφανειακή ισορροπία κάλυπταν τον βρασμό των πολλών ανικανοποίητων.

Η Παναγιώτα Σιμιτζή είναι θύμα μιας οικογένειας που υπηρετεί και η οποία της συμπεριφέρεται σαν να είναι αυτός ο φυσικός ρόλος της. Εως τη στιγμή που η ίδια αποφασίζει να πατήσει στα πόδια της, να «δει» τον εαυτό της έξω από την προστασία του σπιτιού. Ποια προστασία δηλαδή, μάλλον το αντίθετο ισχύει. Η ανάποδη ανάγνωση των γεγονότων. Μόλις εκτεθεί και αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί, στον δικό της μικρόκοσμο, στη δική της επικράτεια, κάνει και τα πρώτα βήματα απεξάρτησης από τον υποτελή εαυτό της. Απολύεται, αλλά δεν ήταν μόνο τα 585 ευρώ (μεικτά) που τη βοήθησαν να κλείσει την πόρτα πίσω της.

Η σιωπή των γυναικών δεν δηλώνει πάντα παραίτηση αλλά και βόλεμα, που είναι και αυτό μορφή παραίτησης. Η κινηματογραφική παραγωγή ανιχνεύει το όριο θραύσης, διαφορετικό σε κάθε γυναίκα, σε συνάρτηση με το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον της.

Η σιωπή έχει κάτι ανησυχαστικό όταν δεν εκφράζει αυτάρκεια αλλά στάση αναμονής και παρατήρησης. Οταν αναδιπλώνεται μέσα σε δήθεν απαντοχή και αφηρημένα βλέμματα που εκτιμώνται ως «αξιοπρεπή στάση». Αυτόν τον αποθεωτικό θαυμασμό προς τη γυναικεία σιωπή που εξυπηρετεί μόνον τον φόβο αποκαλύπτει η κινηματογραφική εικόνα. Διαβάζεται ως σοφία, αλλά η αλήθεια είναι ότι κρύβει έναν μηχανισμό παραγωγής στρεβλώσεων και κόπωσης που αργά ή γρήγορα θα εκραγεί. Οταν αργεί, το τίμημα είναι μεγαλύτερο. Η αδράνεια στοιχίζει.