ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Ελευθερία Χατζηγεωργίου: Μπίρες και πεπρωμένο

prosopa-tis-evdomadas0Μ​​πίρες. Τσιγάρα. Μουσάκια. Χαμόγελα. Η φωτογραφία, που έκανε τον γύρο του Διαδικτύου, φαίνεται να είναι τραβηγμένη κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’90. Οι μεγαλύτεροι στην παρέα είναι ο Νίκος Καρανίκας και ο Αλέξης Τσίπρας. Οι νεότεροι –σήμερα λίγο πριν από τα σαράντα– είναι ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο Νάσος Ηλιόπουλος, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης. Στην άκρη του τραπεζιού, μόλις που διακρίνεται το κορίτσι που έμελλε να ορκιστεί προχθές υφυπουργός Μακεδονίας – Θράκης.

Ο διορισμός της Ελευθερίας Χατζηγεωργίου ήταν η αφορμή για να επανεμφανιστεί στα ύστερα της θητείας του ΣΥΡΙΖΑ εκείνη η παλιά σύναξη. Η λυρική αυτοβιογράφηση της νέας υπουργού αναβίωσε και το ύφος της εποχής: Περπάτησε, έγραφε σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό της, «στην Πράγα, τη Γένοβα και πολλούς άλλους κινηματικούς σταθμούς ανά την υφήλιο».

Ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα πρόσωπα, αναγνωρίζει κανείς τη γενιά που στη μετεφηβεία της παθιάστηκε με την πολιτική σαν χόμπι. Στρατεύτηκε σε μια ιδεολογική εκκλησία μετά το 1989, όταν πια η εκκλησία είχε σχολάσει. Κατηχήθηκε στο δραματολόγιο, είκοσι χρόνια μετά το τέλος του δράματος. Χωρίς τα τραύματα του εικοστού αιώνα, χωρίς μνήμες Εμφυλίου ή δικτατορίας, χωρίς καν εμπειρία της παράφορης πολιτικοποίησης που κυριάρχησε στην πρώιμη μεταπολίτευση, οι νεολαίοι αυτοί ήταν τέκνα της πασοκικής ευημερίας – με τα γνωστά ιστορικά βάρη που φέρει το «ευ» αυτής της ευημερίας.

Οι «κινηματικοί σταθμοί» στους οποίους λογάριαζαν εαυτούς περπατημένους ήταν ένας τουρισμός στον χρόνο. Μια προσπάθειά τους να συναντήσουν τις ηρωικές αφηγήσεις με τις οποίες είχαν συνδικαλιστικώς διαπαιδαγωγηθεί.

Τελικά η ιστορία τούς έκανε τη χάρη. Εκείνοι έψαχναν ηρωικό πεπρωμένο στη Γένοβα και στη Λατινική Αμερική. Κι εκείνο ήρθε και τους βρήκε με βία, εδωνά, στα Εξάρχεια και στο αγανακτισμένο Σύνταγμα.

Μπορεί κανείς να ψάξει την ομιλία με την οποία η Χατζηγεωργίου ανέλαβε το υπουργείο – ένα μεγαλόστομο διάγγελμα για την ανάληψη ενός γραφειοκρατικού απολιθώματος. Δεν θα δει μόνο μία από τις τελευταίες σκηνές της εξουσίας εκείνης της παρέας· θα δει ένα από τα φύλλα μιας πολιτικής ετυμηγορίας που ακόμη γράφεται. Τα παιδιά που θα τα έσκιζαν όλα εξαντλήθηκαν στις προσπάθειες αναστήλωσης του συστήματος που τους παρήγαγε. Κατέληξαν σε μια κόπια του κακού –του πελατειακού και παραθεσμικού– ΠΑΣΟΚ.

Τα παιδιά που θα γίνονταν πατροκτόνοι κυβέρνησαν ως μπαμπάκηδες. Ηταν αυτό που από την αρχή φαίνονταν: Ο πιο συντηρητικός κλάδος της γενιάς τους.

Γιάννης Στουρνάρας: Οξφόρδη και Φθιώτιδα

prosopa-tis-evdomadas1Ο​​ι φίλοι τον λένε «ανεξάρτητη αρχή». Οι αντίπαλοι τον λένε «αποτυχημένο τεχνοκράτη». Φίλοι και αντίπαλοι μοιάζουν έτσι να τοποθετούν τον Γιάννη Στουρνάρα εκτός πολιτικής, την ίδια ώρα που τον αναγνωρίζουν ως πόλο της πολιτικής αντιπαράθεσης – είτε ως απειλούμενο θεσμό είτε ως ανταγωνιστή. Στην πραγματικότητα, ο Στουρνάρας δεν είναι ούτε τόσο υπεράνω, όσο τον παρουσιάζουν οι στουρναρικοί, ούτε τόσο άμπαλος, όσο θα τον ήθελαν οι στουρναρομάχοι. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος αναγκάστηκε να γυμνάσει τα πολιτικά αντανακλαστικά του από τον καιρό που έπρεπε να αμύνεται στα πυρά της λάιτ αντιμνημονιακής –νεοκαραμανλικής– Δεξιάς, ως σημιτικός υπουργός Οικονομικών του Σαμαρά.

Λένε ότι οι διώξεις –με και χωρίς εισαγωγικά– που υπέστη έκτοτε από τον ΣΥΡΙΖΑ ο Στουρνάρας τον έχουν υπερφορτίσει πολιτικά. Εχει πάθει ό,τι και ένα επίλεκτο μέρος του προσωπικού της αντιπολίτευσης, που βρίσκεται σταθερά στο στόχαστρο του ΣΥΡΙΖΑ: Για να αμυνθεί, έχει αναπτύξει ακράτητα αντισύριζα ένστικτα. Στην περίπτωση του Στουρνάρα, η πολεμική παρόρμηση θα μπορούσε να διαγνωσθεί στην ταχύτητα με την οποία η ΤτΕ ενεπλάκη στην υπόθεση του δανείου του Πολάκη. Η αντίδραση δεν είχε την αταραξία της «ανεξάρτητης αρχής».

Η διαπίστωση αυτή μοιάζει να υποτιμά τις συνθήκες υπό τις οποίες η «αρχή» κλήθηκε να λειτουργήσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Ο Στουρνάρας είχε απέναντί του όχι μία, αλλά τρεις κυβερνήσεις σε μία. Το ένα τρίτο, που καταλαβαίνει τα στοιχειώδη της οικονομίας, προσπαθούσε να συνεργαστεί μαζί του. Το δεύτερο τρίτο, που μισοκαταλαβαίνει, ήθελε να τον «χειριστεί» – δηλαδή να τον προσπεράσει. Και το άλλο τρίτο, που δεν ενδιαφερόταν να καταλάβει τίποτε, ήθελε και θέλει να τον εξοντώσει.

Αυτές οι γραμμές δεν εναλλάσσονταν απλώς μεταξύ τους. Συνέτρεχαν κιόλας ταυτόχρονα – ο ένας υπουργός συνεργαζόταν με την ΤτΕ, την ώρα που ο άλλος απεργαζόταν την «εκκαθάρισή» της. Το ερώτημα είναι αν, σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον, θα μπορούσε να είχε επιζήσει ένας κεντρικός τραπεζίτης χωρίς πολιτικές δεξιότητες.

Θα είχε μείνει ανεξάρτητη η Αρχή χωρίς τον Στουρνάρα; Και θα είχε σταθεί ο Στουρνάρας μόνο με Οξφόρδη – χωρίς να επιστρατεύει πού και πού λίγη Φθιώτιδα;

Από τον Ιούνιο του 2012, ο Στουρνάρας έχει γράψει πολύ περισσότερες ώρες πτήσης από τον «μακροβιότερο πρωθυπουργό της κρίσης». Γι’ αυτό και στο πρόσωπό του μπορεί κάποιος να αναζητήσει έναν δείκτη για την πορεία της χώρας. Κανονικότητα θα είναι όταν εκείνος θα περνάει απαρατήρητος. Θα είναι κανονικότητα για τη χώρα, αλλά όχι πια για τον ίδιο.