ΑΠΟΨΕΙΣ

«Κληροδότημα» τέλματος

Σε ένα από τα χρονογραφήματα του βιβλίου «Λάθος δρόμος…» ο Χανιώτης γιατρός και λόγιος Ηλίας Γαβριλάκης γράφει: «Κάποτε θα πρέπει και εμείς, οι Νεοέλληνες, να σταματήσουμε την παρελθοντολογία. Να πάψουμε δηλαδή να ζούμε μόνο με το χτες». Λίγο πιο κάτω: «Η δική μας εποχή, τι άραγε θα αφήσει για το μέλλον; Πολύ φοβάμαι πως τίποτα». Και καταλήγει: «Αυτό που χαρακτηρίζει κάθε εποχή είναι το τι αφήνει. Η δική μας εποχή θα κληροδοτήσει στο αύριο, το χτες».

Το κείμενο είναι του Μαρτίου του 1981. Διαβάζοντάς το σχεδόν 40 χρόνια μετά, η πρώτη σκέψη μου ήταν: «Φοβάμαι μην αφήσουμε κάτι χειρότερο από το χτες». Από το 1981 οι Ελληνες έχουμε ζήσει μεγάλες στιγμές, στιγμές θριάμβου και θλίψης. Ενώ η χώρα είχε διανύσει περίοδο πρωτοφανούς ευμάρειας, μας διακατέχει η μελαγχολία, μια βαθιά αίσθηση ήττας. Αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στα σχεδόν 10 χρόνια της κρίσης – οι παλιότερες γενιές αντιμετώπισαν μεγαλύτερες δυσκολίες, ουσιαστικότερες στερήσεις, είτε σε ύλη είτε σε δικαιώματα. Ούτε μπορεί να φταίει μόνο ότι σε όλη την Ευρώπη κατανοούμε ότι δεν υπάρχει εγγύηση πως κάθε γενιά θα ζήσει καλύτερα από τις προηγούμενες – οι νέοι που φεύγουν από την Ελλάδα σε αναζήτηση καλύτερου μέλλοντος δεν πτοούνται από αυτή την πραγματικότητα αλλά από αυτήν στην πατρίδα τους.

Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη απαισιοδοξία στην Ελλάδα είναι, πιστεύω, η αίσθηση της στασιμότητας, της επίμονης άρνησης να δώσουμε μάχη με το παρόν για να εξασφαλίσουμε το μέλλον. Και αυτή η στασιμότητα είναι κυρίως πολιτικό πρόβλημα. Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι η πιο κραυγαλέα απόδειξη αυτής της παγίδας: η ριζοσπαστική Αριστερά και ο εθνικολαϊκιστής εκπρόσωπος μιας δεξιάς ελίτ που «φύτευε» τα τέκνα της στην πολιτική, εξελέγησαν με την υπόσχεση ότι θα μετέφεραν την Ελλάδα αμέσως πίσω στην εποχή πριν από τη χρεοκοπία και τα μνημόνια. Η «πρόοδος», δηλαδή, θα ήταν επιστροφή στο άμεσο παρελθόν, το αποδεδειγμένα αποτυχημένο, και όχι σε κάποιο ένδοξο παρελθόν. Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να ακυρώσει ή να υπονομεύσει όποια μεταρρυθμιστικά μέτρα είχαν υιοθετηθεί τα τελευταία χρόνια. «Προοδευτικότητα» στην παιδεία, για παράδειγμα, ισοδυναμεί με απαγόρευση του μη κρατικού πανεπιστημίου την ώρα που υπονομεύεται το κρατικό. Η συνεχόμενη φορολογική αφαίμαξη ολοένα και λιγότερων ανθρώπων και επιχειρήσεων παίρνει τη θέση επενδύσεων και της ανάπτυξης, που μόνον αυτή μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα σε προ μνημονίων επίπεδα ευημερίας.

Το πρόβλημα είναι διαχρονικό και αφορά όχι μόνο κόμματα, αλλά και κάθε ομάδα συμφερόντων που ευνοήθηκε από το καθεστώς των περασμένων δεκαετιών. Και το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία πολέμησαν τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Ο Κώστας Σημίτης βρήκε σκληρότερη αντίσταση μέσα στο ΠΑΣΟΚ απ’ ό,τι από τη Νέα Δημοκρατία. Ο Κώστας Καραμανλής, έχοντας παρακολουθήσει τα βάσανα του εκσυγχρονιστή προκατόχου του, έδινε σε κάθε ομάδα ό,τι ήθελε. Είχε ήσυχο το κεφάλι του· η χώρα, όμως, δεν έμεινε στάσιμη, έπεσε στα βράχια. Η σκληρότερη κριτική που αντιμετώπισε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την ανατροπή πορείας το 2015 ήταν από το εσωτερικό του κόμματος και αφορούσε όχι την έλλειψη κίνησης προς τα προς, αλλά την αθέτηση της υπόσχεσης για άλμα προς τα πίσω.

Το πρόβλημα είναι κυρίως πολιτικό, επειδή υπήρξαν πολλές προτάσεις για μεταρρυθμίσεις που και θα απέτρεπαν τη χρεοκοπία και θα άνοιγαν τον δρόμο για την εξέλιξη της Ελλάδας και των Ελλήνων. Οι πολιτικοί και τα κόμματα που πρότειναν μεταρρυθμίσεις και αλλαγή νοοτροπίας έχασαν το στοίχημα. Οι ψηφοφόροι ποθούμε αλλαγές που θα βελτιώσουν την καθημερινότητα, αλλά η στασιμότητα δεκαετιών μάς έχει κάνει καχύποπτους και κυνικούς, φοβόμαστε πως κάθε αλλαγή θα είναι εις βάρος μας. Σε αυτό το οξύμωρο βασίζονται τα κόμματα – μιλούν για αλλαγές, αλλά δεν τις εφαρμόζουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε πώς εννοούσε την «προοδευτικότητα», ενώ μένει να αποδειχθεί τι θα πράξει η Νέα Δημοκρατία, που σήμερα υπόσχεται ανατροπές και μεταρρυθμίσεις. Την ώρα που υπάρχουν πολλές και συγκεκριμένες προτάσεις για το πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να βγει από το τέλμα, η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από πρωτόγονες αντιπαραθέσεις και άλλους θεατρινισμούς.

Οι μελέτες διεθνών και ελληνικών ιδρυμάτων και οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΙΟΒΕ, IHS Markit, Παγκόσμια Τράπεζα κ.ά.), οι συζητήσεις που διεξάγονται στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, στον οργανισμό διαΝΕΟσις, στην Κίνηση Πολιτών για μια Ανοικτή Κοινωνία, στο Δίκτυο για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, και σε πολλούς άλλους φορείς, αναδεικνύουν τα κύρια προβλήματα: η Δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση, η έλλειψη στήριξης της επιχειρηματικότητας, η διαφθορά, οι υψηλοί φόροι, το ασφαλιστικό σύστημα, το χρέος, η εκπαίδευση. Οι ίδιοι οργανισμοί συνήθως αναδεικνύουν ευκαιρίες που παρουσιάζει η εποχή και προτείνουν λύσεις. Ουδείς δικαιούται να παριστάνει τον ανήξερο. Γι’ αυτό όλοι παριστάνουν τους ενδιαφερομένους. Λίγοι, όμως, θέτουν τις ανάγκες τού αύριο πάνω από το άμεσο συμφέρον, το εθνικό πάνω από το προσωπικό. Αυτό το άλυτο πολιτικό πρόβλημα είναι το δικό μας κληροδότημα.