ΑΠΟΨΕΙΣ

Το τέλος του τέλους της μεταπολίτευσης

to-telos-toy-teloys-tis-metapoliteysis-2303015

Μια βασική αρχή στην Πολιτική Επιστήμη είναι ότι οι κυβερνήσεις συνασπισμού απαρτίζονται από κόμματα που συγγενεύουν ιδεολογικά μεταξύ τους. Βέβαια, το τι σημαίνει ιδεολογική συγγένεια δεν είναι πάντα ευδιάκριτο. Η χωρική αναλογία που χρησιμοποιείται ευρέως για να οριοθετήσει πολιτικές αποστάσεις δεν είναι άλλη από τη διάκριση Δεξιάς – Αριστεράς. Η διάσταση αυτή νοηματοδοτεί διαφορές στις προτιμήσεις τόσο σε θέματα οικονομίας όσο και σε θέματα αξιών. Ενώ η Δεξιά υποστηρίζει την ελεύθερη αγορά και προάγει την τάξη και την εθνική κυριαρχία, η Αριστερά αντιπροσωπεύει την κρατική παρέμβαση στην οικονομία και την προστασία των μειονοτήτων. Σπάνια, λοιπόν, ένα αριστερό κόμμα διαλέγει ως κυβερνητικό εταίρο ένα δεξιό κόμμα και τούμπαλιν. Αυτό φαίνεται και στις περιπτώσεις που ακροδεξιά κόμματα συμμετείχαν σε κυβερνήσεις συνεργασίας – πάντα με κόμματα που τοποθετούνται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ αποτέλεσε εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα. Ενα κόμμα αριστερό, πολιτικά κυρίαρχο, και με διαθέσιμους μνηστήρες στην Κεντροαριστερά, προτίμησε ως εταίρο ένα κόμμα της λαϊκιστικής δεξιάς. Η εξήγηση που δίνεται για τον φαινομενικά παράδοξο συνδυασμό είναι ότι οι εκλογές του 2015 δεν έγιναν υπό κανονικές συνθήκες.

Αποτέλεσαν το απαύγασμα του πολυσυζητημένου «τέλους της μεταπολίτευσης». Η φράση χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να περιγράψει τις ανατροπές που έφερε η οικονομική κρίση στο πολιτικό σύστημα από το 2010 και έπειτα.

Από τη μεταπολίτευση και μέχρι την οικονομική κρίση και παρά τις αλλαγές στο πολιτικό σύστημα, οι θέσεις των κομμάτων σε οικονομία και θέματα αξιών συμβάδιζαν σταθερά σύμφωνα με την κλασική διαιρετική τομή Αριστεράς – Δεξιάς. Ο διαχωρισμός ήταν ξεκάθαρος.

Μετά το 2010, όμως, η διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς φάνηκε να ξεπερνιέται από τις εξελίξεις. Με την εξάπλωση των μνημονιακών πολιτικών σαν βεντάλια, από το κέντρο προς τα δύο άκρα, οι οικονομικές διαφορές θόλωσαν. ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, κατά τα άλλα ασύμβατοι, βρήκαν κοινό έδαφος σε θέματα οικονομίας με την αντιμνημονιακή τους στάση – οι μεν εναντιωμένοι στη λογική της αγοράς, οι δε στην παραχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ.

Ετσι, έμειναν μόνο οι αξίες να διαχωρίζουν τις δύο πλευρές. Υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης, όμως, οι αξίες πέρασαν σε δεύτερη μοίρα. Μοιραία, η διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς έχασε κάθε δυναμική να διαμορφώσει πολιτικές συμπεριφορές και πολιτικές στρατηγικές. Είναι αρκετά ενδιαφέρον πως η ίδια κρίση που επανέφερε στο προσκήνιο τη διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς στην πλούσια Ευρώπη, ως τη διαιρετική τομή που διαχωρίζει όσους είναι υπέρ ή κατά του Grexit αλλά και της λιτότητας γενικότερα, στην Ελλάδα την αποδυνάμωσε.

Η αποδυνάμωση αυτή συνοδεύτηκε από την κατάρρευση και του πολιτικού συστήματος της μεταπολίτευσης. Ηδη από το 2012, η πολυδιάσπαση της ψήφου, η πανσπερμία νέων κομμάτων, η βύθιση του ΠΑΣΟΚ, και οι συχνές αλλαγές του πολιτικού προσωπικού σηματοδότησαν μια νέα εποχή, ρευστή, για την οποία μόνο ένα πράγμα φαινόταν βέβαιο: το τέλος του παλιού πολιτικού συστήματος και των διαιρετικών τομών που το εξέφραζαν. Νέες, παράδοξες συμμαχίες δημιουργήθηκαν. Σε αυτό το πλαίσιο, οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ έδειχναν τον δρόμο: ένας εκλογικός συνασπισμός βασισμένος στην ιδεολογική γειτνίαση, όχι όμως με όρους Δεξιάς – Αριστεράς, αλλά με τους νέους όρους που επέβαλε η κρίση: ευρώ με μνημόνια από τη μία πλευρά, απαλλαγή από τα μνημόνια με αβέβαιες συνέπειες από την άλλη.

Η επίλυση του ονοματολογικού έκλεισε αυτόν τον κύκλο. Με τη συμφωνία των Πρεσπών επιστρέφουμε στη χαμένη κανονικότητα του πολιτικού μας συστήματος – σε μια κανονικότητα στην οποία η βασική διαιρετική τομή φτιάχνεται και πάλι με τους γνώριμους όρους Αριστεράς – Δεξιάς. Με τη διαφορά ότι πλέον οι όροι αυτοί νοηματοδοτούνται περισσότερο με όρους κοινωνίας παρά με όρους οικονομίας. Υπ’ αυτή την έννοια, με τις Πρέσπες ολοκληρώνεται μια επανασυστοίχιση του πολιτικού συστήματος. Tα κόμματά μας συστήνονται  εκ νέου, όχι με όρους οικονομικών πολιτικών αλλά περισσότερο με όρους ταυτοτήτων και αξιών. Σε αυτό το πλαίσιο, σχήματα όπως αυτό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ δεν έχουν χώρο. Με αρκετή δόση ειρωνείας, η οικονομία, που παραδοσιακά αποτελεί τη βασική πηγή του διπολισμού Αριστεράς – Δεξιάς, έδειξε να υπονομεύει τη διάκριση, ενώ ζητήματα που παραδοσιακά ορίζονται ως δεύτερης διάστασης, μοιάζουν να την επαναφέρουν.

Σε αυτό η Ελλάδα δεν είναι μοναδική περίπτωση. Η οικονομική κρίση μοιάζει να έφυγε αφήνοντας ανοικτές πληγές όχι τόσο σε θέματα οικονομικά, όσο σε θέματα αξιών. Αυτά είναι που έχουν οδηγήσει την πόλωση μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών στα υψηλότερα επίπεδα μετά την εποχή του αμερικανικού εμφυλίου. Αυτά έφεραν την ψήφο υπέρ του Brexit, την πρωτοκαθεδρία της Λέγκας στην Ιταλία, τη συμμαχία εντός της ισπανικής Βουλής μεταξύ Ciudadanos και Λαϊκού Κόμματος από τη μία πλευρά απέναντι στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, τους Podemos και την Ενωμένη Αριστερά από την άλλη, αλλά και την πολιτική αμφισβήτηση της Αγκελα Μέρκελ στη Γερμανία. Ο,τι δεν κατάφερε η ευρω-κρίση, το κατάφεραν οι προσφυγικές ροές με τις αξιακές διαφοροποιήσεις που ανέδειξαν.
 
* Ο κ. Ηλίας Ντίνας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Φλωρεντίας και αναπληρωτής καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

**Η κ. Βασιλική Φούκα είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.