ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Βίκτορ Ορμπαν: Το μαύρο κοίτασμα

prosopa-tis-evdomadas0Π​​οιος είναι ο ορμπανικός; Ο Μητσοτάκης, που, όπως λέει η κυβέρνηση, διολίσθησε σε εθνικιστικές θέσεις με αφορμή το Μακεδονικό και ανήκει στην ίδια ευρωπαϊκή πολιτική οικογένεια με τον Ορμπαν; Ή ο Τσίπρας, που, όπως λέει η αξιωματική αντιπολίτευση, μετέρχεται ορμπανικές μεθόδους καθεστωτισμού για να ελέγξει τη Δικαιοσύνη, τα μέσα ενημέρωσης και τις ανεξάρτητες αρχές; Ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί τον Ούγγρο πρωθυπουργό σαν σκιάχτρο, για να δικαιολογήσει την προοδευτικότητά του. Η Ν.Δ., για να αποδομήσει τη ρητορική περί προόδου, ζήτησε την προσωρινή αποβολή του από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα.

Πίσω από αυτόν τον διαγωνισμό αποκήρυξης του αυταρχικότερου ηγέτη της Ε.Ε., λανθάνει μια πραγματικότητα: Οι εκλογές θα γίνουν σε περιβάλλον ορμπανισμού που δεν εκπορεύεται ούτε από τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε από τη Ν.Δ. Είναι μάλλον ένα ρεύμα που απειλεί και τους δύο και πριμοδοτεί άλλες, περιθωριακές δυνάμεις.

Ενα μέρος του εκλογικού σώματος πιστεύει ότι το προσφυγικό συνιστά κίνδυνο «εξισλαμισμού». Αισθάνεται ότι χρειάζεται λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη «πυγμή». Είναι έτοιμο να θυσιάσει το κράτος δικαίου υπέρ της τιμωρητικής ορμής κατά του «διεφθαρμένου συστήματος». Είναι διαποτισμένο από θεωρίες αόρατων απειλών – από αντισημιτισμό και Σορο-φοβία.

Πολλά από τα συστατικά της ορμπανικής ιδεολογίας είναι εδώ. Την εκλογική τους έκφραση δεν διεκδικεί ούτε η Ν.Δ. ούτε πια ο ΣΥΡΙΖΑ – που τα είχε μερικώς εντάξει στο αντιμνημονιακό μενού του. Και αυτή ίσως είναι η φωτεινή πλευρά του εκλογικού σκηνικού: Οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις αναγνωρίζουν, έστω και τυπικά, την Ε.Ε. –όχι πια σαν μηχανισμό νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, αλλά– σαν κοινότητα προάσπισης της δημοκρατίας.

Η άλλη όψη αυτής της όψιμης συναίνεσης είναι ότι παραμένει αδήλωτη και, γι’ αυτό, ανίσχυρη. Αντί το κοίτασμα ορμπανισμού να αναγνωρίζεται ως κοινή απειλή, γίνεται υλικό για συνθήματα αλληλοδαιμονοποίησης.

Δεν χρειάζονταν οι προειδοποιήσεις του Αμερικανού πρέσβη για να καταστεί ορατός ο κίνδυνος διαδικτυακής εκμετάλλευσης του κοιτάσματος. Ούτε χρειαζόταν η αντίστοιχη διάψευση της ρωσικής πρεσβείας για να θυμηθεί κανείς τα εκλογικά αποτελέσματα που μπορεί να φέρει η υποδαύλισή του. Το ερώτημα είναι πόσο έχει λάβει υπόψη του αυτά τα προηγούμενα το βραδύ κράτος που έχει ήδη επωμισθεί τρεις ταυτόχρονες κάλπες.

Η Ελλάδα δεν είναι χώρα τόσο σημαντική ώστε να ρισκάρει κανείς την επιστράτευση εξεζητημένων μέσων επιρροής. Ο φόβος για παρεμβάσεις είναι μάλλον υπερβολικός. Η μαύρη φλέβα, όμως, ακόμη και χωρίς παρεμβάσεις θα είναι ενεργή.

Ηλίας Ψινάκης: Το μεταξωτό παρτάλι

prosopa-tis-evdomadas1Δ​​​​εκαπέντε αυτοκίνητα, είκοσι, έρχονται. Μακάρι να γεννήσουμε κι άλλα… Δεν είναι ταξί, κυρία μου, να το παραγγείλουμε».

Η φωνή του τηλεφωνητή της Πυροσβεστικής το απόγευμα της 23ης Ιουλίου, όπως θησαυρίζεται απομαγνητοφωνημένη στο εισαγγελικό πόρισμα, κάτι θυμίζει. Ο όξινος κυνισμός της, η ειρωνεία που αποδεικνύεται ανθεκτική ακόμη και τη στιγμή που έρχεται αντιμέτωπη με τις εκκλήσεις απεγνωσμένων ανθρώπων, απηχεί ένα ύφος γνώριμο. Ενα ύφος ψινακικό.

Πολύ ελευθέριος για να περνάει ως επαγγελματίας πολιτικός και πολύ καλλωπισμένος για να μπορεί να καταταγεί στον συρμό του αντισυστημισμού, ο Ψινάκης είχε εύκολη επιτυχία ως υβριδικό πολιτικό προϊόν. Είχε εκλογική επιτυχία γιατί φαινόταν να εκπληρώνει δύο θεμελιώδεις, αν και αντίρροπες, επιθυμίες των ψηφοφόρων: Από τη μία, την ορμή για κατεδάφιση του παλαιού πολιτικού συστήματος· και από την άλλη, τη νοσταλγική έλξη προς την μπελ επόκ της Μπουζουκομυκόνου, την οποία το ίδιο εκείνο σύστημα είχε υποθάλψει.

Ο δήμαρχος Μαραθώνα ενσάρκωνε έτσι μια χαριτωμένη εκδοχή της αντιπολιτικής, που έσπαγε τις συμβάσεις όχι με κακομούτσουνο θυμό και καταγγελτικό στόμφο, αλλά με μια διαρκή, απύλωτη παρλάτα.

Ούτε ντουντούκες, ούτε αρβύλες, ούτε βαρέα δόγματα. Ο ελαφρύς αντισυστημισμός του Ψινάκη –ένας μπερλουσκονισμός επαρχιώτικης κλίμακας– έμοιαζε εναρμονισμένος με τα πολιτικά γούστα των μεσοαστικών προαστίων της μεζονέτας με θέα στη θάλασσα. Με τα γούστα εκείνου του εκλογικού ακροατηρίου που είχε χολωθεί, αλλά δεν είχε βυθιστεί από την κρίση· που αναγνώριζε ακόμη στον εαυτό του την πολιτική πολυτέλεια να ξεδώσει, ρίχνοντας στην κάλπη ένα μεταξωτό παρτάλι.

Μακιγιαρισμένη αντιπολιτική, όμως, δεν σημαίνει ακίνδυνη αντιπολιτική. Τα φονικά αποτελέσματά της αποτυπώνονται στο εισαγγελικό πόρισμα.

Οι δημότες του Ψινάκη –όσοι τον ψήφισαν και όσοι δεν τον ψήφισαν– τηλεφωνούσαν την ώρα της ανάγκης για βοήθεια· και από την άλλη άκρη της γραμμής τούς απαντούσε με στυγνή ανευθυνότητα και εξουσιαστικό σαρκασμό ένα κράτος σχεδόν ασύντακτο. Ανίκανο να εκπληρώσει τον σκοπό της σύστασής του. Εγκαταλελειμμένο στις ορέξεις των προσώπων που το εκπροσωπούσαν. Ενα κράτος-Ψινάκης.

Η φυσική καταστροφή μπορεί να είναι και «στραβή». Μπορεί να είναι τύχη ανίκητη. Η φωνή του Ματιού, όμως, δεν τυχαίνει. Δεν είναι φωνή ενός ανθρώπου, αλλά ενός αποτυχημένου συστήματος.

«Ερχονται, κυρία μου. Ερχονται, το κέρατό μου».

Ακόμη έρχονται.