ΑΠΟΨΕΙΣ

Οταν σβήσουν τα φώτα

«​​Μέχρι και την τελευταία στιγμή περπατούσε, είχε ζωή. Ηταν όμως γραφτό να μείνει εδώ, να πεθάνει εδώ». Η Σαουσάν Αχμάντ δεν μπορεί να κρύψει τη συγκίνησή της. Εχουν περάσει 40 ημέρες από τον θάνατο της γιαγιάς της, της υπεραιωνόβιας Λαϊλά Σαλέχ, η οποία είχε εγκαταλείψει το εμπόλεμο Κομπάνι και έφτασε στην Ελλάδα υποβασταζόμενη από συγγενείς της. Αντεξε στη σκληρή προσφυγική διαδρομή, αλλά εγκλωβίστηκε για σχεδόν δύο χρόνια στην Αθήνα, αδυνατώντας να συνεχίσει το ταξίδι της προς τη Γερμανία, όπως επιθυμούσε. Πέθανε από γηρατειά σε ηλικία 112 ετών.

Τα εγγόνια της όμως, η Σαουσάν και ο Χαλίλ, ζήτησαν πρόσφατα να με δουν για να μοιραστούν την πικρία τους. Διαχειρίζονται ακόμη το πένθος τους, δύσκολα όπως φαίνεται. Λένε ότι όσο ζούσε η γιαγιά τους, στο διαμέρισμα στο οποίο φιλοξενούνται έφταναν συνεχώς δημοσιογράφοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Κάμερες, φωτογραφίες, δημοσιεύματα, υποσχέσεις –από ορισμένους– ότι αν ταξίδευε η ιστορία της Λαϊλά στα πέρατα της Γης, μπορεί και να άνοιγε η πόρτα της Γερμανίας. Ωστόσο, όπως λένε, τις κρίσιμες ώρες του θανάτου της αισθάνθηκαν μόνοι. Αν και πάλι υπήρξαν νέα δημοσιεύματα, τους ξένισε, όπως λένε, η έλλειψη πρακτικής βοήθειας από ανθρώπους που ασχολούνται με το προσφυγικό. Δεν ήξεραν τι να κάνουν με τη σορό, πώς θα κανόνιζαν τα τυπικά της ταφής, δεν ήθελαν για θρησκευτικούς λόγους να γίνει νεκροτομή, αλλά δεν εισακούστηκαν. Τελικά, με τη βοήθεια της κουρδικής κοινότητας μαζεύτηκαν χρήματα και η Λαϊλά τάφηκε στην Κομοτηνή. Δεν μπόρεσαν όλα τα μέλη της οικογένειας να ταξιδέψουν μέχρι εκεί για να πουν το τελευταίο αντίο. Κι αυτό τους πικραίνει ακόμη. Κατανοώ, έως έναν βαθμό, το παράπονό τους. Το γλωσσικό χάσμα, οι διαφορετικοί κανόνες και η γραφειοκρατία μιας νέας χώρας τροφοδοτούν διαρκώς την αγωνία των προσφύγων. Αποκομμένος από τις σταθερές του, σε ένα ξένο περιβάλλον, εύκολα κάποιος αισθάνεται μόνος. Και η υπερέκθεση στα Μέσα λειτουργεί αρνητικά. Μπορεί να δημιουργήσει ανεδαφικές προσδοκίες –ανάλογα και με την προσέγγιση ή τις «υποσχέσεις» κάθε δημοσιογράφου– και μόλις ο φακός του δημόσιου ενδιαφέροντος στραφεί αλλού, η σιωπή να είναι πιο έντονη, πιο βαριά, ανυπόφορη. Σίγουρα είναι και ευθύνη του καθενός να προσπαθήσει να σταθεί στα πόδια του χωρίς δεκανίκια. Δεν είναι όμως πάντα εύκολο ή απλό. Οι ιστορίες πολλές φορές ξεκινούν μόλις σβήσουν τα φώτα.