ΑΠΟΨΕΙΣ

Πάνος Σκουρλέτης: Ξόρκια

Πάνος Σκουρλέτης: Ξόρκια

Σε αυτό δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς με τον Πάνο Σκουρλέτη: «Είμαστε», είπε προαναγγέλλοντας τη μεταμόσχευση στον ΣΥΡΙΖΑ αυτοκέφαλων κεντροαριστερών μονάδων, «το απότοκο της κρίσης των τελευταίων ετών». Σωστό. Ποιος θα μπορούσε να εξηγήσει την ανάδυση ενός κόμματος όπως ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς τις ειδικές συνθήκες που δημιούργησε η κρίση;

Στη δύση της τετραετίας του, πάντως, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θέλει πια να εμφανίζεται μόνο με το όνομά του. Από τότε που αποκολλήθηκε ο Καμμένος, καταλείποντας στην κυβερνητική πλειοψηφία τους βουλευτές του, το κυβερνών κόμμα ψάχνει έναν εκλογικό ευφημισμό για να καλλωπίσει το ταλαιπωρημένο brand του.

Ο ευφημισμός βρέθηκε και παρουσιάζεται αύριο. Θα λέγεται «Προοδευτική Συμμαχία». Οι ενστάσεις για το εγχείρημα –που εκπορεύονται και από τον κομματικό σοβινισμό ορισμένων παλαιοσυριζαίων– εστιάζονται και στα δύο συστατικά του εγχειρήματος. Πόσο «προοδευτική»; Και πόσο «συμμαχία»;

Πόσο «προοδευτικό» μπορεί να είναι το τσιμπολόγημα αποστρατευμένων στελεχών του συστήματος που ο ΣΥΡΙΖΑ καταγγέλλει ως κατεστημένο – ιδίως όταν αυτοί έρχονται να πλαισιώσουν βουλευτές της καμμενικής Δεξιάς; Πόσο «συμμαχία» είναι ένας εκλογικός συνεταιρισμός της τελευταίας στιγμής, στο πάνελ για την παρουσίαση του οποίου συμπαρακάθησαν ο γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ, η εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ και ένας σύζυγος υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ;

Αν υπάρχει, πάντως, ένα έλλειμμα στην προεκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό δεν είναι η ονοματοποιητική του φαντασία – που πάντα ήταν ανθηρή. Το έλλειμμα αφορά μάλλον το ίδιο το μήνυμα. Στις πρώτες κάλπες έπειτα από τριάμισι χρόνια –που στα ελληνικά πολιτικά ήθη ισοδυναμούν με παγετώνα σιωπής– ο ΣΥΡΙΖΑ λανσάρει ένα τάχα ευρωπαϊκό δίλημμα, περί νεοφιλελευθερισμού και Ακροδεξιάς.

Ακόμη και με τα παραδοσιακά αντιδεξιά στάνταρ, το δίλημμα αυτό μοιάζει ανίσχυρο. Για την ακρίβεια, μοιάζει άσχετο με το κοινωνικό κλίμα που αποτυπώνεται στις δημοσκοπήσεις – και στις προεκλογικές συναθροίσεις. Από τη μία η αντιπολίτευση –μείζων και ελάσσων– κατεβαίνει με το ερώτημα «να μείνει ή να φύγει αυτή η κυβέρνηση;». Και από την άλλη, η κυβέρνηση επιστρατεύει την αγωνία του Δανέλλη για τα ταυτοτικά ζητήματα της σοσιαλδημοκρατίας, το όραμα του Τζουμάκα για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης και τα δάκρυα της μακαρίτισσας της γιαγιάς Κόκκαλη για τη Σοβιετική Ενωση.

Το κοντράστ αυτό –μεταξύ προεκλογικού μάρκετινγκ και πολιτικής πραγματικότητας– εξηγεί και τη μανία καταδίωξης που εκδηλώνει τα τελευταία εικοσιτετράωρα η κυβέρνηση. Ολα τής φαίνονται fake news. Η ορολογία είναι νέα. Αλλά πίσω από την ορολογία μπορεί κανείς να διαγνώσει το παλιό ξόρκι. Το παλιό αντανακλαστικό της εξουσίας που εκπνέει. Και, εκπνέοντας, καταγγέλλει τα γεγονότα.