ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Διάκος και το «Για δες καιρό που διάλεξε…»

Ο Διάκος και το «Για δες καιρό που διάλεξε…»

Στη μορφή του Διάκου η δημοτική ποίηση συνάπτεται με την προσωπική με ξεχωριστό τρόπο. Σύμφωνα με τον λογοτεχνικό-μεταφυσικό αφορισμό του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, που κυριάρχησε ευρύτερα σαν αναμφισβήτητη αλήθεια, όπως συμβαίνει συχνά με όσα δογματίζουν οι ποιητές, το πασίγνωστο δίστιχο «Για ιδές καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει, / τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάνει η γη χορτάρι», δεν είναι δημοτικό δημιούργημα, αλλά του ίδιου του ήρωα. Γράφει πάντως ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»:

«Την ακόλουθον δε ημέραν (24 Απριλίου) εξεδόθη απόφασις να σουβλισθή· ο δε κοινοποιήσας αυτώ την σκληράν απόφασιν, τω έδωκεν εις χείρας και το άτιμον και οδυνηρόν εργαλείον του θανάτου και τω είπε να τον ακολουθήση βαστών αυτό. Ο Διάκος το έρριψε κατά γης αγανακτών και στραφείς προς τους παρεστώτας Αλβανούς, “δεν ευρίσκεταί τις”, είπε, “να με σκοτώση; διατί αφίνετε τους Ανατολίτας να με παιδεύσωσιν, εγώ κακούργος δεν είμαι”. Ακούων δε ότι αν ετούρκευεν, εσώζετο, “Χριστιανός”, απεκρίθη, “εγεννήθηκα, και Χριστιανός θ’ αποθάνω”. Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν, είπε το εξής δίστιχον: Για ιδές καιρό που διάλεξεν ο χάρος να με πάρη, / τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι». Το «είπε» δεν σημαίνει οπωσδήποτε «έφτιαξε και είπε».

Από τους άλλους ιστορικούς του 19ου αιώνα που αναφέρονται στο συμβάν, ο Γερμανός Γκέοργκ Γκότφριντ Γκερβίνους το καταγράφει επίσης ουδέτερα, διά τού ρήματος «είπε»: «Πορευόμενος δε να θανατωθή προσέβλεπε με ήρεμον βλέμμα την γελώσαν του έαρος φύσιν, και ως να ήθελε ν’ απαντήση εις τους προφητικούς του Ρήγα λόγους, είπε το εξής δίστιχον: “Για ιδέ καιρό…”» (1864). Το ίδιο πράττει ο συμπατριώτης του Καρλ Μέντελσον Μπαρτόλντι: «Οταν δε εσύρθη εις τον τόπον της εκτελέσεως, έστρεψε το βλέμμα προς τους εν εαρινή περιβολή κατανθείς λειμώνας και είπε το δίστιχον: “Για δες καιρό…”». Αντίθετα, ο Μιχαήλ Οικονόμου διατυπώνει τις επιφυλάξεις του, όχι για την πατρότητα του διστίχου, που το θεωρεί δημώδες, αλλά για το αν πράγματι το είπε ο Διάκος: «Οτι δ’ ελυπήθη διά το πρόωρον εξάγεται και εκ του απαγγελθέντος υπ’ αυτού διστίχου δημώδους μοιρολογίου, του εξής, όπερ τότε ετραγώδησεν, ως λέγεται: Για ’δές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρη, / τώρα π’ ανοίγουν τα κλαριά, και βγάν’ η γης χορτάρι, διότι τούτο (αν αληθώς το απήγγειλε) εμφαίνει ότι διενοείτο, όχι ότι απέθνησκεν απλώς νέος ούτε ότι το καταλληλότερον ήτο να πάθη ό,τι να πάθη επρόκειτο εις άλλην τινά του έτους εποχήν, ή ότι εθέλχθη από την περί αυτόν διαγελώσα φύσιν του έαρος (όπερ μικρολόγον) αλλ’ ότι αλληγορικώς εξέφραζε λύπην ότι εστερείτο της ζωής εν αυτή τη αφετηρία του σταδίου του, εν αυτή τη αρχή της επαναστάσεως προώρως, μήτε άνθος, μήτε καρπόν αυτής ιδών» (1873).

Στο επιφυλακτικό «λέγεται» προσφεύγει και ένας από τους σύγχρονους ιστορικούς, ο Διονύσιος Α. Κόκκινος, στο έργο του «Η Ελληνική Επανάστασις»: «Ολίγον προ του θανάτου του λέγεται ότι είπε το αυτοσχέδιον τετράστιχον: Για δες καιρό…».

Για την επίσημη ιστορία πάντως, αυτήν που διδασκόταν κάποτε στα σχολεία, ο Διάκος δεν λέει μονάχα το γνωστό δίστιχο αλλά και τρεις στίχους ακόμα, και μάλιστα αυτούς με τους οποίους ολοκληρώνεται το δημοτικό τραγούδι στην έκδοση του Φοριέλ. Εγραφε λ.χ. ο Επαμεινώνδας Φραγκίστας, στην «Ελληνική ιστορία από του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρις Οθωνος» (1886), η οποία, σύμφωνα με την ένδειξη του εξωφύλλου, αφενός προοριζόταν «προς χρήσιν των μαθητών της Γ΄ τάξεως των ελληνικών σχολείων του κράτους», αφετέρου ετύγχανε «επιδιορθωθείσα κατά την κρίσιν της επιτροπείας των κριτών», ήταν δηλαδή επισήμως εγκεκριμένη και κατά κάποιον τρόπο συμμορφωμένη: «Καταδικασθείς δ’ εις τον διά ανασκολοπισμού θάνατον, διετάχθη να φέρη αυτός μέχρι του τόπου της καταδίκης “Αλώνια Λαμίας” το απαίσιον όργανον του θανάτου του, ως ο Ιησούς τον σταυρόν αυτού· προσβλέψας τότε την φύσιν διαγελώσαν ένεκα του έαρος και την επικρατούσαν καλλονήν, απήγγειλε το εξής δίστιχον: Για ‘δές καιρόν που ‘διάλεξεν ο Χάρος να με πάρη! / Τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι.

Κατόπιν δε, περιυβρίζων τους πολεμίους, εξηκολούθει λέγων: Εμένα κι’ αν σουβλήσητε, ένας Ρωμηός εχάθη· / ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς και ο Καπετάν Νικήτας· / αυτοί θα σβήσουν την Τουρκιά, και όλο σας το Δοβλέτι».

Απολύτως βέβαιος, για ιδιότυπους πάντως λόγους, εμφανίζεται όπως είδαμε ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης στο δράμα του «Αθανάσης Διάκος» (1867):

«Το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά των ιστορικών, ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους, ο αληθής και γνήσιος γόνος του μεσαιωνικού αρματωλισμού, ο σεμνός μαχητής, ο απόστολος, ο αποδεχόμενος εν πλήρει πνεύματος ηρεμία τας βασάνους του μαρτυρίου, αλλά και ομολογών πάσαν την πικρίαν, ην παρήγεν εν αυτώ η συναίσθησις του θανάτου εν στιγμή, καθ’ ην μετά της ανθοστεφούς ανοίξεως ήρχοντο αναφυόμενοι και οι πρώτοι βλαστοί της εθνικής αναγεννήσεως. Η διάγνωσις αύτη είναι ακράδαντος, ίσταται δε υπεράνω της μαρτυρίας των χρονογράφων και του κύρους της κοινής γνώμης. […] Ουδεμία λοιπόν αμφιβολία περί της γνησιότητος του βραχυτάτου, αλλά απεράντου εκείνου θρήνου. Είναι βαρύτατον κληροδότημα, μεταβιβασθέν παρά του Διάκου εις τους ποιητάς της νέας Ελλάδος, είναι κελάδημα ικανόν να συγκινήση τους ανυδροτέρους οφθαλμούς και τας τραχυτέρας καρδίας».

Μολαταύτα, το δίστιχο αυτό έχει καταγραφεί σε ποικίλες μορφές στα μοιρολόγια πολλών περιοχών του τόπου. Στην «Κρητική Μέλισσα» (1883) η Ελπίς Μέλαινα δημοσιεύει το δίστιχο: «Για δε ίντα ώρα γύρευσε ο Χάρων να με πάρει, / τώρα που πρασινίζ’ η γη και βγαίνει το χορτάρι». Το 1888, στο «Επιδόρπιον» ο Μιχαήλ Λελέκος δημοσιεύει το εξής δίστιχο:

«Τήρα καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρει, / τώρα π’ αγάπησα κι εγώ μιας λεϊμονιάς κλωνάρι». Ο Πολίτης αποθησαυρίζει στις «Εκλογές» ένα «εις άγουρον» μοιρολόι, εποχικώς αντίστροφο, από τη Λάστα της Γορτυνίας που μοιάζει αρκετά με μοιρολόι της Τριφυλίας αλλά και της Λευκάδας: «Για ιδές καιρό που διάλεξες, Χάρε μου, να τον πάρεις, / στα έβγα του καλοκαιριού, στα έμπα του χειμώνα».

Ο,τι λοιπόν υπήρξε δημοτικό-συλλογικό και προφορικό, κυκλοφορεί και  διαδίδεται ευρύτατα, και τυπωμένο από κάποια στιγμή κι έπειτα, μετά το 1824. Ετσι, από λογίους και λογοτέχνες πλέον, και για ρομαντικούς λόγους, αποδίδεται στον Διάκο σαν ατομικά ποιητικό. Δίχως πειστήρια αλλά και δίχως να υπάρχει πραγματική ανάγκη.