ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράμματα Αναγνωστών

Γράμματα Αναγνωστών

Αναμνήσεις από ένα event  του 1938

Κύριε διευθυντά
Στα Γράμματα Αναγνωστών της εφημερίδος σας σε επιστολή του ένας εξ αυτών αναφέρεται στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Διαβάζουμε σε σχετική λεζάντα: «Γεφύρι της Αρτας για αιώνες στην αρχαιότητα ο Ναός του Ολυμπίου Διός, εδέησε να ολοκληρωθεί από τον ελληνολάτρη γενειοφόρο Αδριανό, διόλου τυχαίο διότι ήταν ένας εκ των πέντε καλών Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Πέρασαν οι αιώνες και εκεί στο Ολυμπιείο αλώνιζαν οι αγάδες τα γεννήματά τους, εκεί σε καιρούς ανομβρίας τα χέρια υψώνονταν παρακλητικά στον ουρανό, εκεί στου Οθωνα τα χρόνια το εορταστικό προσκλητήριο “Μασκαράδες και Πολίται στις Κολώνες να βρεθήτε”».                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     

Επίσης στο φύλλο της 19/1/2019, διάβασα την ωραία περιγραφή του κ. Ιωάννη Μιχαήλ Μιχαλακόπουλου, η οποία μας έμαθε πολλά ενδιαφέροντα ιστορικά που αφορούν την τουρκοκρατούμενη Αθήνα και ειδικότερα τους δύστυχους Αιθίοπες, που για κακή τους τύχη οι Τούρκοι αγάδες τους έφεραν δούλους και βρέθηκαν ξεριζωμένοι στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι καθώς γράφει «όσον ηδύναντο τους επροστάτευον». Αφορμή λαβών εκ των ανωτέρω θα ήθελα να σας διηγηθώ μία παιδική μου ανάμνηση. Πρέπει να ήταν το 1938, Καθαρά Δευτέρα, και εγώ σε ηλικία 6 ετών, όταν οι γονείς με πήγαν περίπατο στο Ζάππειο και μετά είπαν να πάμε και στους Στύλους να δούμε τους Εϊβαλάδες. Πράγματι τότε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός εόρταζαν τα Κούλουμα οι τσομπαναραίοι και οι γαλατάδες των Αθηνών με νταούλια και χορούς, καλαματιανά, τσάμικα κ.λπ. Μετά εμφανίζονταν κάποιοι βαμμένοι με μαύρο στο πρόσωπο και το σώμα, και με αλαλαγμούς φώναζαν «εϊβαλά, εϊβαλά, εϊβαλά» και πηδούσαν σαν Αφρικάνοι. Ισως αυτό το «event ελληνιστί» να ήταν μία ανάμνηση των Αιθιόπων των Αθηνών, που και αυτοί εόρταζαν όσο μπορούσαν τον ξεριζωμό τους σε αυτό το μέρος.

Αποστολος Κων. Τσακωνας, Νέο Ψυχικό

grammata-anagnoston0
Την ώρα που σελίδες δόξας της νικηφόρας αντίστασης κατά των Ιταλών γράφονταν ακόμη, ασυγκράτητοι χείμαρροι πυρός και σιδήρου έπλητταν, σαν σήμερα 6η Απριλίου, τα πλευρά και τα νώτα των ημετέρων δυνάμεων. Το μαχητικό πνεύμα των αμυνομένων, η αφοβία απέναντι στο τρομακτικά υπέρτερο, προκάλεσε δέος στην κορυφή της πυραμίδας του θηριώδους αδηφάγου ολετήρα. Αυτή ήταν η αρχή μιας μακράς ανθρωποβόρας νύχτας, από τα διαχρονικώς πιο επώδυνα κεφάλαια του ελληνικού ημερολογίου. Στη φωτογραφία, Γερμανός, σαν πάνοπλο φάντασμα που ξεπήδησε από την ομίχλη, κατά τη διάρκεια μάχης στη Γραμμή Μεταξά («Οι φωτογραφίες», Ελλάδα 20ός αιώνας, του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα).

Οι σιδερόφρακτοι εισβολείς και το «άγνωστο» έπος στα ελληνικά οχυρά την 6η Απριλίου 1941

Κύριε διευθυντά
Το βράδυ της 8ης Απριλίου 1941, «Ο Διοικητής των Ελληνικών Στρατευμάτων Ανατολικής Μακεδονίας» (αντιστράτηγος Μπακόπουλος), με προηγούμενη έγκριση του Γενικού Στρατηγείου, έστειλε κήρυκα «Προς τον Διοικητήν των Γερμανικών Στρατευμάτων, των δρώντων εις Κοιλάδα Αξιού» και πρότεινε κατάπαυση των εχθροπραξιών στο μέτωπο της Ανατ. Μακεδονίας. Ανέφερε: «Τα υπ’ εμέ ελληνικά στρατεύματα, έχοντα ως αποστολήν την υπεράσπισιν του εδάφους της πατρίδος των […] επί τριήμερον ήδη εξετέλεσαν πλήρως την αποστολήν των […] κρατήσαντα την τιμήν των ελληνικών όπλων. Από χθες το εσπέρας εδημιουργήθη κατάστασις, λόγω της εισβολής εις το ελληνικόν έδαφος εκ της περιοχής της Δοϊράνης, καθιστώσα εις άκρον δύσκολον την συνέχισιν του αγώνος […] άνευ ματαίας και ασκόπου αιματοχυσίας. Κατόπιν τούτου…». Να γιατί ο Απρίλιος του 1941 είναι από τους δραματικότερους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Περιλαμβάνει τραγική κορύφωση αντίθεσης ανάμεσα στην αίγλη της νικηφόρας αντίστασης στην επίθεση του Μουσολίνι και στην εικόνα αποσύνθεσης του ελληνικού στρατού, όταν η γερμανική εισβολή έστειλε μέσω γιουγκοσλαβικού εδάφους τις σφήνες των γερμανικών φαλάγγων στα πλευρά και στα νώτα των ελληνικών μονάδων. Ο Απρίλιος του 1941 ήταν απίστευτα διάφανος και φωτεινός. Η άνοιξη εκείνης της χρονιάς, μετά τη βαρυχειμωνιά που προηγήθηκε, λες και ήθελε κι αυτή να τονίσει την αντίθεση μεταξύ καιρικών συνθηκών και των σκοτεινών οιωνών για την Ελλάδα. Κάτι από τις ώρες του Μεσολογγιού και της Εξόδου, κάτι από το Πάσχα του θανάτου και της Ανάστασης ήταν στην ατμόσφαιρα διάχυτο. Ισως αναζητούσε –κι ακόμα αναζητεί– τον Ποιητή του ο καιρός εκείνος. Τον Ποιητή που θα ξανάπαιρνε τη λύρα για να πει: «Έστησ’ ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, / κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα, / και μες τη σκιά, που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους, / ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος […]». Αυτήν τη γλυκιά ώρα διάλεξε ο Χίτλερ για να εξαπολύσει την επίθεσή του εναντίον της χώρας μας. Η πρώτη κρούση στα Οχυρά τα χαράματα της 6ης Απριλίου 1941 ήταν σχεδόν ταυτόχρονη με τη διακοίνωση. Η απόφαση είχε ληφθεί αρκετούς μήνες νωρίτερα και τα σχέδια είχαν επιμελώς καταρτιστεί από το γερμανικό επιτελείο. Τα γερμανικά στρατεύματα όχι μόνο είχαν μπει από καιρό στη Βουλγαρία (έγιναν δεκτά με λουλούδια), αλλά και είχαν εγκατασταθεί στα ελληνικά σύνορα. Ο διοικητής της 5ης Ορεινής  Μεραρχίας υποστράτηγος Ringel εξέδωσε διαταγή επιχειρήσεων, που άρχιζε ως εξής: «Εν Πετριτσίω τη 4η Απριλίου 1941. Προσωπική προς Διοικητάς Μονάδων. (Η παρούσα να ανακοινωθή εις τας υφισταμένας διοικήσεις μόνον προφορικώς). […] Διαταγή επιθέσεως προς διάσπασιν της νοτίως Πετριτσίου ελληνικής ωχυρωμένης ζώνης». Ακολουθούν στοιχεία για τις ελληνικές θέσεις, που δείχνουν ότι η γερμανική διοίκηση είχε καλές πληροφορίες για τα οχυρωματικά έργα, αλλά αιφνιδιάστηκε γιατί δεν περίμενε τέτοια  αντίσταση του Ελληνα στρατιώτη. Η ελληνική άμυνα βασιζόταν στην υπόθεση ότι τα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία δεν θα ήταν εκτεθειμένα σε άμεση γερμανική επίθεση. Εκεί οι ελπίδες μας διαψεύσθηκαν. Τα νότια βουλγαρογιουγκοσλαβικά σύνορα διασπάστηκαν αμέσως και οι σφήνες των Γερμανών μπήκαν στο ελληνικό έδαφος από τη «συμμαχική» πλευρά. Τα γερμανικά στρατεύματα σαν δύο ασυγκράτητοι χείμαρροι πυρός και σιδήρου στράφηκαν προς Θεσσαλονίκη και προς τα νώτα του στρατού μας που πολεμούσε ακόμη και νικούσε τους Ιταλούς στην Αλβανία. Αυτήν τη γιγάντια εικόνα μόνον ένας σχεδιαστής επιστημονικής φαντασίας θα μπορούσε να αποδώσει, ορθώνοντας στο φόντο ενός διαυγούς ορίζοντος τον Ελληνα πολεμιστή να κρατάει με το ένα χέρι από τον λαιμό τον Ιταλό και ξιφομαχώντας με το άλλο με τον σιδηρόφρακτο Τεύτονα εισβολέα να γράφει το αθάνατο έπος των ελληνικών Οχυρών. Αυτός θα ήταν ένα τρόπος να κατανοήσει η τωρινή ελληνική νεολαία, η οποία σχεδόν αγνοεί την 6η Απριλίου 1941, τι σημαίνει για την Ιστορία και για την πατρίδα μας η ημερομηνία αυτή.

Γερασιμος Μιχαηλ Δωσσας, Θεσσαλονίκη

«Πώς τον είπατε τον στρατηγό;»

Κύριε διευθυντά
Με μια συντροφιά βρέθηκα προ ημερών έξω από το αρχηγείο της 8ης Μεραρχίας στα Ιωάννινα. Ενας από την παρέα ρώτησε τον φρουρό «ξέρεις ποιος ήταν ο στρατηγός Κατσιμήτρος;». Δυστυχώς ο φρουρός δεν είχε ιδέα.

Ο στρατηγός αυτός ήταν διοικητής της 8ης Μεραρχίας όταν άρχισε η ιταλική εισβολή. Από καιρό πριν είχε ετοιμάσει ήδη το έδαφος στο Καλπάκι σε τέτοιο βαθμό, που αμέσως μπόρεσε να αμυνθεί ικανοποιητικά. Στην Αθήνα όμως φαίνεται ότι δεν πίστευαν πως θα μπορούσε να σταματήσει τους Ιταλούς για πολύ, και γι’ αυτό τον διέταξαν να υποχωρεί σιγά σιγά προς αποφυγήν πολλών θυμάτων. Η απάντηση του στρατηγού ήταν «εγώ δεν υποχωρώ από εδώ, εδώ θα πεθάνω». Και βέβαια αυτό ήταν η αρχή της νικηφόρου προέλασής μας.

Εάν δεν μαθαίνουν τα παιδιά από μικρά στο σχολείο μερικά τέτοια κατορθώματα, αντάξια του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, ώστε να είναι υπερήφανα για την πατρίδα τους, πώς περιμένουμε μετά να πολεμήσουν, εάν ο μη γένοιτο γίνει κανένα κακό; Και όταν βλέπουν ότι έναν τέτοιο ήρωα αντί να τον προβάλλουμε, τον έχουμε ξεχασμένο, γιατί να προσπαθήσουν να τον μιμηθούν. Και επιπλέον, στον στρατό δεν είναι ντροπή να μην ξέρουν οι φαντάροι την Ιστορία μας;

Αλεξανδρος Μπεζης, Κηφισιά

Τα ύψη, οι ταράτσες και η Ακρόπολη

Κύριε διευθυντά
Πιστεύοντας ειλικρινά στον δημιουργικό ρόλο του αντιλόγου, θα ήθελα να αναφερθώ στο άρθρο του Νίκου Βατόπουλου με τίτλο «Τα ύψη, οι ταράτσες και η Ακρόπολη» (2 Μαρτίου 2019).

Είναι γνωστές οι γνώσεις και η ευαισθησία του Ν. Βατόπουλου για τη θραυσματική νεοκλασική Αθήνα. Ας μην τα χαλάσουμε στην κλασική. Θα ξεκινήσω, συμφωνώντας, να δούμε τα πράγματα καθαρά, με «νέο κύμα σκέψης για το αθηναϊκό περιβάλλον και να μην περιοριστούμε στη φοβική γραφειοκρατία». «Να βάλουμε τάξη στο χάος». Πώς;

Θα διαφωνήσω με την «άλογη υπεράσπιση ανέφικτων προτάσεων» και τον «εμπλουτισμό της εικόνας της Αθήνας» (με το ξενοδοχείο εννοείται). Και βέβαια, καλωσορίζουμε την «προσπάθεια των επενδυτών να σηκώσουν την οικονομία», αλλά έπρεπε να τη σηκώσουν οπωσδήποτε σε αυτό το ύψος; Το θέμα αφορά όλους μας, αρκεί να ορά κανείς και λίγο από το αντικείμενο του πόθου, για να διατηρείται η τουριστική έξαψη και κατ’ επέκταση η οικονομική.

Αποτελεί και μνημείο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς η Ακρόπολη και είναι γνωστά η μακρά διαδικασία ένταξης των μνημείων, οι αυστηρές προδιαγραφές, οι ζώνες προστασίας, οι ογκώδεις φάκελοι, οι επιτροπές και το πήγαινε-έλα μέχρι την πανηγυρική εγγραφή στον κατάλογο. Και ύστερα, τι κάνει η UNESCO, αν κάτι δεν πάει καλά; Τι μπορεί να κάνει δηλαδή;

Περίπου ό,τι και ο ΟΗΕ, στις δικές του περιπτώσεις. Και κάτι άλλο: Εδώ δεν κρίνεται η «διεθνής εμπειρία» της επιχείρησης, ούτε το «καλό όνομα» του αρχιτεκτονικού γραφείου, αλλά το όνομα της Αθήνας και η σχέση της με τα μνημεία. Πριν από μια δεκαετία, περίπου, κινδύνευσαν σοβαρά να «απομακρυνθούν» τα δύο νεοκλασικά της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, για να μην εμποδίζουν τη θέα του μουσείου προς τον Ιερό Βράχο. Τότε, είχαν προηγηθεί αυτοψία, διαφορετικές γραμμές υπεράσπισης από αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους, μαραθώνια συνεδρίαση και κατά πλειοψηφία γνωμοδότηση με την ψήφο του προέδρου του ΚΑΣ. Oλα νόμιμα. Οπως και τώρα, προφανώς. Η γνωμοδότηση είναι ομόφωνη (αν δεν κάνω λάθος). Θα ακολουθήσει αυτοψία για επανεξέταση; Δεν ξέρω. Υποψιάζομαι, μόνο, ότι και στις δύο περιπτώσεις, αλλά και σε παρόμοιες διαχρονικά, τα μνημεία δεν έχουν πολλούς λόγους να είναι ενθουσιασμένα μαζί μας.
Εκκρεμεί ακόμη και η «ασπίδα» της θωράκισής τους. Και άλλα πολλά.

Oσο για τη «φιλαθήναια πρόταση» και τις πράσινες ταράτσες (ευκαιρία και οι δημοτικές εκλογές) για να υπάρχει καλύτερη θέα από ψηλά, θα υπερθεματίσω, παραπέμποντας και σε άρθρο του Μάριου Πλωρίτη, ο οποίος, τόσα χρόνια πριν, με άλλη αφορμή είχε γράψει: «Εάν η Αθήνα δεν μπορεί να προστατέψει την Ακρόπολη, τότε ας προστατέψει η Ακρόπολη την Αθήνα». Και οι θεοί βοηθοί.  Ούτως ή άλλως, «είμαστε αυτό που προστατεύουμε, αυτό που υπερασπιζόμαστε» (Κώδικας Ντα Βίντσι).

Βιβη Βασιλοπουλου, Επίτιμη γεν. διευθύντρια, Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Η ανάβασή μας στο «Σαραντάριο Ορος»

Κύριε  διευθυντά
Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή, την οποία διανύουμε, είναι για όσους και όσες το επιθυμούν περίοδος αυτογνωσίας, πνευματικής άσκησης, νηστείας, εγκράτειας, και μετανοίας.

Ηδη παρέχονται εκ του ιερού κλήρου οι σχετικές νουθεσίες για την περίοδο του καθαρμού από τους πάσης φύσεως πειρασμούς της ψυχοφθόρας καθημερινότητας. Συνοπτικά καλούμαστε ο καθένας από μας να ανέβει στο δικό του «Σαραντάριο Ορος» για να παλέψει με τους προσωπικούς του δαίμονες, όπως ακριβώς έκανε ο Ιησούς Χριστός εκείνες τις σαράντα μέρες πείνας, άσκησης και προσευχής στο καμίνι του Σαρανταρίου. Ούτε ο Ιησούς γλίτωσε από την επίσκεψη του πειρασμού. «Και αναγαγών αυτόν ο διάβολος εις όρος υψηλόν, έδειξεν αυτώ πάσας τας βασιλείας της Οικουμένης εν στιγμή χρόνου» (κατά Λουκάν). Φυσικά ο Χριστός αντέδρασε και κατάφερε να επιβληθεί στον δαίμονα. Εμείς καλύτερα να μην μπούμε σε τέτοια δοκιμασία γιατί δεν είμαστε «Υιοί Φωτός» και ως εκ τούτου μάλλον θα παρασυρθούμε από τον πειρασμό. Γι’ αυτό ας βάλουμε τον πήχυ χαμηλότερα. Ο,τι μπορεί ο καθένας. Ας πάμε σε μια απλή μετάνοια, μια διόρθωση ενός παλαιού «κακώς κειμένου», που από ανθρώπινη αδυναμία το αφήσαμε να εξελιχθεί με αποτελέσματα που θίγουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Από τα χρόνια της Δ΄ (Τετάρτης) Οικουμενικής Συνόδου, «επί Μαρκιανού και Πουλχερίας των θεοστέπτων βασιλέων και αυτοκρατόρων», υπάρχει ένας κανόνας δικαίου που αν και εξαίρετος, αχρηστεύτηκε κοινωνικά και όχι μόνο σε μεγάλο βαθμό. Αναφέρομαι στο «Απόντα Ουδείς Κατακρίνει». [De Photio et Evstathio 17-40, Consilii Chalcedonensis, «Αττικός ο ευλαβέστατος επίσκοπος Ζήλων είπεν: Αλλ’ απόντα ουδείς κατακρίνει (30). Πάντες οι ευλαβέστατοι επίσκοποι εβόησαν: Απόντα ουδείς κατακρίνει (31)».] Παρά την ισχύ του ειρημένου όντως Ιερού Κανόνος γίνονται ακριβώς τα αντίθετα. Ανθρωποι απόντες κρίνονται βάναυσα κοινωνικά,  «όντες αναπολόγητοι». «Αδηλα και κρύφια» κατακρίνονται απόντες/απούσες από πνεύματα σίγουρα «πονηρά και ακάθαρτα». Κίνητρα η ανοησία, η εμπάθεια, η ζηλοφθονία, η ιδιοτέλεια, η κακότητα ψυχής. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μη γνωρίζει τι «κύρος»(!) έχει η «εκτός φακέλου» πληροφορία που σακατεύει διαχρονικά υπολήψεις και καριέρες.

Ανατινάχθηκαν ζωές και οικογένειες απ’ την εν λόγω επάρατη πρακτική. Το υποτίθεται δεδομένο «τεκμήριο της αθωότητας» βιάστηκε και παραβιάστηκε. Η παγκόσμια Αρχή του Δικαίου «Μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσης», παραμερίστηκε. Και όλα αυτά ως επί το πλείστον «εν αρετής σχήματι, υπό συναγωγών αυτοαποκαλουμένων δικαίων και εντίμων». Η ροή του χρόνου και η ανθρώπινη ατέλεια επέβαλαν τον «κανόνα» να «κατακρίνονται οι απόντες»(!). Οι θύτες κατέστησαν θύματα και το αντίθετο σε μια «διαδοχή» που δεν τιμά κανένα. Δεν θα υπερβάλαμε αν λέγαμε πως πρόκειται για κλασικό πια παράδειγμα του «Συνδρόμου της Στοκχόλμης», κατά τις νέες ορολογίες. Αν δε μετανοήσουμε για τα ανωτέρω, για τι ακριβώς θα μετανοήσουμε; Πάλι για «σαρκικά πλημμελήματα» θα μιλάμε; Καιρός να σοβαρευτούμε. Η επαναφορά του έντιμου Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου «απόντα ουδείς κατακρίνει» σαν τρόπος ζωής σίγουρα θα διαλύσει τις παντοειδείς υποκειμενικές «ευμένειες και δυσμένειες». Ομως αυτό είναι το ζητούμενο πλέον της Μετάνοιας. Η επανεκκίνηση της εφαρμογής του ως άνω Κανόνα ίσως να ’ναι η «συγγνώμη και η σωτηρία» μας. Μόνο που η «συγγνώμη» χρειάζεται μεγάλη ανδρεία και μάλλον επ’ αυτού δεν τα πάμε καλά. Καλή πορεία προς το Πάσχα (Pesah: πέρασμα).

Ιωαννης Α. Μελισσειδης, Δρ Νομικής – Συγγραφέας, Αθήνα

Ο Βενιζέλος, ο Ρενάν και περί έθνους

«Στο μυαλό μου έχω την έννοια του έθνους και τη γλώσσα»
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ

Κύριε διευθυντά
Οταν ο Ελ. Βενιζέλος διαπραγματευόμενος στη διάσκεψη της ειρήνης στο Παρίσι το 1918 υποβάλλει επίσημο υπόμνημα διεκδικώντας και υποστηρίζοντας τα εθνικά συμφέροντα της Ελλάδος, χρησιμοποιεί τον όρον έθνος με την έννοια που είχαν δώσει σε αυτόν όχι μεγάλοι Ελληνες –Σαρίπολος– και Ευρωπαίοι συνταγματολόγοι, αλλά ο Γάλλος φιλόσοφος Ερνέστος Ρενάν, ο γνωστός στην Ελλάδα από τον «Βίο του Ιησού» και «Την προσευχή στην Ακρόπολη», με τον τίτλο «Τι είναι έθνος». Εδωσε διάλεξη στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στις 11 Μαρτίου 1882 και σ’ αυτήν ο Ρενάν μεταξύ άλλων αναφέρει: «Το έθνος είναι μια ψυχή, μια πνευματική έννοια. Πρόκειται για δύο πράγματα, που δεν είναι δύο παρά ένα και το αυτό. Το ένα βρίσκεται στο παρελθόν, το άλλο στο παρόν. Το ένα αποτελεί την κοινή κατοχή μιας κληρονομιάς αναμνήσεων. Το άλλο είναι η σημερινή επιθυμία της συμβίωσης, η βούληση να εξακολουθήσουμε να αξιοποιούμε αυτή την κληρονομιά που δεχόμαστε αδιαίρετη. Το έθνος όπως και το άτομο είναι η κατάληξη ενός παρελθόντος που αποτελείται από προσπάθειες, θυσίες και αφοσιώσεις. Ο σεβασμός προς τους προγόνους είναι το πιο θεμιτό αίσθημα από όλα τα άλλα, οι πρόγονοί μας μας έκαναν αυτό που είμαστε σήμερα. Οι μεγάλοι άνδρες, η δόξα: ιδού το κεφάλαιον πάνω στο οποίο στηρίζεται η εθνική ιδέα. Οι κοινές δόξες του παρελθόντος, η κοινή βούληση του παρόντος, να οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να υπάρξει ένας λαός».

Στο υπόμνημά του ο Ελ. Βενιζέλος αναφέρει: «Η αρχή την οποία η ελληνική κυβέρνηση και μετ’ αυτής ο Ελληνισμός ολόκληρος θέτουν ως βάση της εθνικότητας δεν είναι άλλη από εκείνη την οποία διέγραψε ο Ερνέστος Ρενάν και ησπάσθη έκτοτε η πολιτική επιστήμη όλων των πολιτισμένων λαών, δηλαδή η εθνική συνείδηση». Ο δικός μας Κων/νος Τσάτσος γράφει γι’ αυτή: «Εις την καθιέρωσιν της αρχής των εθνοτήτων, της αρχής ότι κάθε έθνος έχει το δικαίωμα να συγκροτηθεί εις ιδίαν πολιτείαν, κατ’ εξοχήν συνέβαλε, κατά το πρώτον ήμισυ του παρελθόντος αιώνος, η Ελλάς, όταν οι Ελληνες επαναστάτησαν (1821)».

Η ουσία του αγώνος των ήτο η εθνική ελευθερία, η απόφασις να καταστήσουν το ανέκαθεν υπάρχον έθνος κυρίαρχον ελληνική πολιτεία. Η ιδέα του έθνους εκυριάρχησε της δραστηριότητος της ελληνικής φυλής από το 1821. Ωστόσο μέχρι σήμερα οι ολοκληρωτισμοί αρνούνται την έννοιαν της εθνικής πολιτείας και εν πολλοίς την έννοια του έθνους.

Γ. Σταραντζης, Δικηγόρος στον Α. Πάγο και στο ΣτΕ, πρ. επιστημονικός συνεργάτης Αρχείου Νομολογίας, Νομικός συγγραφέας