ΑΠΟΨΕΙΣ

Με την προσδοκία της Ανάστασης

Προσπαθώ να θυμηθώ τη Μεγάλη Εβδομάδα του 2010. Είχαμε κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος είχε παραλάβει τα ηνία της χώρας από τον Κώστα Καραμανλή και μαζί ένα τεράστιο έλλειμμα στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η Ελλάδα ήταν υπερχρεωμένη, οι αγορές δεν μας είχαν καμία απολύτως εμπιστοσύνη, θυμάμαι όμως ότι εκείνο το Πάσχα είχα περάσει πολύ όμορφα με φίλους στη Σάμο, καθώς τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε. Η πραγματικότητα ήταν επιδέξια καμουφλαρισμένη.

Στο νησί ήταν όλα ανθισμένα και μοσχοβολούσαν –αχ αυτά τα σπάρτα που απλώνονται σαν κίτρινο χαλί στις πλαγιές-, ο καιρός ήταν θαυμάσιος, στολίσαμε τον Επιτάφιο στον Αη Γιώργη, την εκκλησία του χωριού, το Μεγάλο Σάββατο φτιάξαμε παραδοσιακή μαγειρίτσα και την Κυριακή του Πάσχα γεμιστό κατσικάκι με ρύζι, συκωτάκια και μυρωδικά στον ξυλόφουρνο, κάναμε εκδρομές, γενικώς ήταν ένα Πάσχα απ’ αυτά που θυμόμαστε όλοι όσοι ήμασταν εκεί.

Λίγες μέρες μετά, στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου, ο Γιώργος Παπανδρέου μας ανακοίνωσε από το Καστελλόριζο ότι η χώρα δεν σώζεται παρά τις μεγάλες προσπάθειες που είχε καταβάλει, κι έτσι, λίγο αργότερα μπήκε στη ζωή μας το ΔΝΤ. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, βιωμένα με ένταση, αγωνία και πόνο για τους περισσότερους.

Εχουν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια. Είναι Μεγάλη Παρασκευή με αφρικανική σκόνη πάνω απ’ το κεφάλι μας, οι εκδρομείς βρίσκονται στις εθνικές οδούς, άλλοι στα πλοία για τα νησιά αλλά και πολλοί έχουν παραμείνει στην Αθήνα, που κι αυτή κρύβει πολλές ομορφιές για όσους ξεμένουν είτε από επιλογή είτε επειδή η εξοχή τούς προκαλεί αλλεργία!

Εγιναν, ζήσαμε τόσο πολλά μέσα σ’ αυτά τα χρόνια. Για αρκετούς Ελληνες ήταν μια μακρά, επώδυνη πορεία, μια ανηφορική και δύσκολη διαδρομή, μια Via Dolorosa. Πειθαρχήσαμε, συμμαζευτήκαμε, κάποιοι ματώσαμε και υπομείναμε πολλά, μετρήσαμε απώλειες, είδαμε φίλους και συγγενείς να φεύγουν στο εξωτερικό, παρηγορήσαμε δικούς μας ανθρώπους, ταπεινωμένους και παραιτημένους από την πολυετή ανεργία, βαδίσαμε την οδό του μαρτυρίου προσδοκώντας την Ανάσταση. Και πού βρισκόμαστε σήμερα, Μεγάλη Εβδομάδα του 2019; Σε μια χώρα με υπερπλεόνασμα –αυτό λένε τα επίσημα στοιχεία και η κυβέρνηση που φροντίζει να μας το υπενθυμίζει διαρκώς–, αλλά με τα ίδια προβλήματα και τις ίδιες παθογένειες. Σε μια χώρα όπου οι μεταρρυθμίσεις γίνονται βραδέως και οι ιδιωτικές επενδύσεις με το σταγονόμετρο. Σε μια χώρα με γονατισμένη μεσαία τάξη, εξουθενωμένη από την εξοντωτική φορολόγηση. Σε μια χώρα διχασμένη από τη ρητορική μίσους στην οποία κάποιοι επένδυσαν για μικροκομματικά οφέλη, σε μια χώρα στα «κάγκελα», έτοιμη να μπει σε μια μακρά και απ’ ό,τι φαίνεται οξύτατη προεκλογική περίοδο. Σε μια χώρα που αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια της, να δημιουργήσει, να ονειρευτεί.

Σε μια χώρα που ευτυχώς απέφυγε το «Τετέλεσται», αλλά ακόμη προσδοκά την Ανάσταση.