ΑΠΟΨΕΙΣ

Είμαστε γυμνοί

«Είμαστε γυμνοί». Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι και η επιτομή του ντοκουμέντου για το Μάτι που παρουσίασε προχθές ο Αλέξης Παπαχελάς στον ΣΚΑΪ. Ηταν η φωνή κάποιου εργαζομένου, από τους εμπλεκόμενους φορείς που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο εκείνο το απόγευμα της 23ης Ιουλίου του 2018. Μπορεί να ήταν από το κέντρο της Πυροσβεστικής ή της Τροχαίας, λίγη σημασία έχει. «Είμαστε γυμνοί, ξεβράκωτοι», ακούστηκε να λέει σε κάποιον άλλον, συνάδελφό του ή από άλλη υπηρεσία, μεταδίδοντας με αποστομωτική ακρίβεια τη μόνη αλήθεια. Πίσω από τις επίσημες ονομασίες (όπως «συντονιστικό κέντρο επιχειρήσεων» ή «διαχείρισης κρίσεων» ή «προστασίας του πολίτη» ή…) βρίσκεται ένας ξεχαρβαλωμένος κρατικός μηχανισμός, στον οποίο αν, επιπλέον, τεθεί επικεφαλής κάποιος άσχετος ή ανίκανος και του «κάτσει η στραβή», οι συνέπειες μπορεί να είναι οι εκατό και πλέον νεκροί.

Η γύμνια όμως δεν αποκαλύπτεται μόνο σε διαπιστώσεις όπως «χάθηκε η μπάλα» ή διαλόγους όπως: «Είναι δυο φωτιές στον Κάλαμο, πού να το στείλω (το Καναντέρ);» – «Στη χειρότερη» – «Μα κανείς δεν ξέρει ποια είναι η χειρότερη», αλλά και στη λογική στην οποία έχει εκπαιδευτεί κάθε δημόσιος υπάλληλος: «Παίρνουν από ψηλά γι’ αυτόν. Μην καεί κανείς και μας πει αυτός τίποτα και μπλέξουμε».

Η ιεραρχία των επωνύμων και των «κονέ» δεν αναστέλλεται ούτε τη στιγμή που καίγονται άνθρωποι. Να, λοιπόν, μια σταθερά αναλλοίωτη, άθραυστη και άκαυστη. Η μόνη «κοινή γλώσσα», την οποία η σημερινή κυβέρνηση έσπευσε να καταδικάσει ως γλώσσα των «ελίτ» και την ίδια στιγμή να περιφρουρήσει και να επαυξήσει ως τη «δική της ελίτ».

Οι διάλογοι χωρίς πρόσωπα του προχθεσινού ντοκουμέντου είναι πολύ πιο αποκαλυπτικοί στην ανωνυμία τους. Αυτές οι σκόρπιες, κοφτές, μισοτελειωμένες φράσεις, «με ακούς, Μαρία;», «συνάδελφε, 11 χρόνια κάνω συντονιστικό», που υπονοούν περισσότερα από αυτά που δηλώνουν, περιγράφουν τον ανεπιθύμητο και κυρίαρχο εαυτό.

Τον φοβικό και φοβισμένο, τον ου μπλέξεις, τον έξω από την πόρτα μας τα κακά, απαίδευτο, ακατέργαστο, με την ευθύνη υπό αίρεση και την ευαισθησία να λειτουργεί επιλεκτικά, αναξιοκρατικά, όπως και η χώρα.

Τα «ντοκουμέντα για το Μάτι» είναι πολύτιμα. Καταγράφουν το πριν, το κατά τη διάρκεια και το μετά το συμβάν. Τη συνθήκη της χώρας. Αυτό που είμαστε και καμωνόμαστε ότι δεν είμαστε, αυτό που πραγματικά μας συνέχει και διαρκώς το καμουφλάρουμε για να το αντέξουμε.