ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο

Θα μου επιτρέψετε να αποφύγω κάποιον εκτενή σχολιασμό σε αγιοβασιλιάτικους αριστερούς πρωθυπουργούς που παραθερίζουν σε εφοπλιστικά κότερα επειδή τους έπεσε βαρύ το «ξαναζεσταμένο φαγητό της πυρκαγιάς στο Μάτι» (απόσπασμα δήλωσης του κ. Τσίπρα προχθές στο Κλειστό Γυμναστήριο Ευμοίρου στην Ξάνθη). Οσοι το επιθυμείτε, με ακολουθείτε για λίγα λεπτά. Πριν από μερικούς μήνες λοιπόν, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ικαρος ο τελευταίος τόμος του ημερολογίου του Γιώργου Σεφέρη, οι (κλασικές πλέον) «Μέρες».

Από αυτόν, η Lifo ξεχώρισε και ανέδειξε μία ημερολογιακή καταγραφή με ημερομηνία 21 Μαρτίου 1965. Εκεί, ο τιμημένος πριν από μόλις δύο χρόνια, τότε, με Νομπέλ Λογοτεχνίας ποιητής, γράφει: «Χτες είδαμε το Ζορμπά, το φιλμ του Κακογιάννη – Καζαντζάκη. Με δηλητήριασε όλη νύχτα και σήμερα πρωί. Οχι από συναίσθημα εθνικής προσβολής […] Αλλά για την ανυπόφορη αναισθησία αυτού του ανθρώπου, του Καζ., που νομίζει πως είναι ευαίσθητος, που νομίζει πως είναι ερευνητής της αλήθειας για να μην πω φιλόσοφος […] Ψεύτικη γλώσσα, ψεύτικες πόζες, απομιμήσεις αισθημάτων μου φαίνεται είναι ο Καζαντζάκης. Και δε βρέθηκε άνθρωπος να τον κρίνει, τόσα χρόνια που αλωνίζει ανάμεσό μας».

Οπως ήταν επόμενο, η καταγραφή σχολιάστηκε στα κοινωνικά δίκτυα. Εννοείται πως δεν οφείλει κάποιος να πάρει θέση υπέρ του ενός ή του άλλου. Για να είμαι όμως δίκαιος (και διαφανής) απέναντι σε όσους με διαβάζουν, να πω εδώ ότι κλίνω προς τον Σεφέρη, γενικώς και ειδικώς. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι να θυμηθούμε πολύ συνοπτικά ορισμένες παραμέτρους πίσω από την εγγραφή αυτή. Θέλω να πω, εικάζω ότι η αντίδραση του Σεφέρη δεν είχε μονάχα αισθητικό χαρακτήρα.

Από νωρίς στη ζωή του ο Σεφέρης είχε στοχεύσει με απίστευτη συνέπεια και επιμονή στην ολοκλήρωση μιας «εθνικής» αποστολής για τον εαυτό του: να καταστεί ένα είδος άτυπου πρεσβευτή του νεοελληνικού πολιτισμού – διεθνώς. Το Νομπέλ ήταν μια μεγάλη (και απολύτως δίκαιη) επιβράβευση – να όμως που ο Καζαντζάκης, με τα μυθιστορήματά του, έκανε πάταγο στο εξωτερικό. Και δεν ήταν μόδα εποχής: το 1988, ο Μάρτιν Σκορσέζε μετέφερε και αυτός στο σινεμά βιβλίο του, τον «Τελευταίο πειρασμό», με τις γνωστές αντιδράσεις – ειδικά στη χώρα μας.

Ο Καζαντζάκης, πεθαμένος από το 1957, έγινε παγκόσμιος χωρίς Νομπέλ. Ισως επειδή, μεταφρασμένα σε ξένη γλώσσα, τα άρτια από πλευράς πλοκής και χαρακτήρων μυθιστορήματά του απαλλάσσονται από το βάρος μιας γλώσσας τόσο επιτηδευμένης, που σήμερα κάθε απόπειρα ανάγνωσής τους στο πρωτότυπο να την καθιστά περίπου αδύνατη.

Πέρα από την προφανή ιδιοσυγκρασιακή και λογοτεχνική αντίθεση του πιο εσωτερικού και χαμηλόφωνου Σεφέρη απέναντι στον κραυγαλέο «Ζορμπά» (η ταινία πάντως –να το πούμε και αυτό– είναι πολύ πιο κραυγαλέα από το ίδιο το βιβλίο), τίθενται εδώ και ζητήματα φήμης και –κυρίως– υστεροφημίας. Οπως ίσως θα υποψιάζεστε, και οι συγγραφείς είναι άνθρωποι.