ΑΠΟΨΕΙΣ

Μικροί παίκτες σε μεγάλα γήπεδα

Πώς βιώνουν τα παιδιά το τοξικό πολιτικό περιβάλλον, την πόλωση, την απαξίωση της πολιτικής – «η χώρα δεν σώζεται», «όλοι ίδιοι είναι»; Την υποχώρηση της ευθυκρισίας, της ψυχραιμίας, την κυριαρχία της υπερβολής, που απομακρύνουν από τη σύνθετη αλήθεια; Διότι αλώβητα δεν μένουν από ό,τι μας ευτελίζει. Συχνά σε οικογένειες επικρατεί μια ατμόσφαιρα πανικού και καταστροφολογίας, ή ωχαδερφισμού και αδιαφορίας, ή πάλι ματαιότητας, την οποία οι γονείς μεταφέρουν στα παιδιά τους.

Οπως τα αγόρια και τα κορίτσια που μεγάλωσαν σε οικογένειες με ακροδεξιές πεποιθήσεις στη Γερμανία, μετέφεραν στα δικά τους παιδιά τις άκαμπτες απόψεις και τα τραυματικά βιώματα, για τα οποία μιλούν στο ντοκιμαντέρ «Kleine Germanen», που προβάλλεται εκεί αυτές τις ημέρες. «Δεν επιτρεπόταν να κλαίμε, ούτε να δενόμαστε με οτιδήποτε υπερβολικά. Πειθαρχία και τάξη ήταν τα πιο σημαντικά», θυμάται η Ελσα, η οποία γεννήθηκε το 1970. Οταν ο παππούς της έπαιζε μαζί της πόλεμο κατά των Ρώσων, της απένεμε πάντα στο τέλος μια τιμητική διάκριση των SS, για να λάβει από την Ελσα την απάντηση: «Για τον Φύρερ, τον λαό και την πατρίδα!». Στο σχολείο προκαλούσε με ακροδεξιές ατάκες, στόχο έβαλε την εκδίωξη των αλλοδαπών από τη Γερμανία και με τα ίδια πιστεύω μεγάλωσε τα παιδιά της, τα οποία έστελνε σε κατασκηνώσεις όπου γαλουχούνταν στο νεοναζιστικό πνεύμα. «Σε αυτά τα παιδιά μεταδίδεται καθημερινά το συναίσθημα της επικείμενης καταστροφής. Συνεχώς τους επαναλαμβάνεται ότι μπορεί ένα βράδυ “να έρθουμε να σε σηκώσουμε από το κρεβάτι σου και να φύγουμε, διότι αυτή εδώ η Γερμανία θα καταρρεύσει”» εξηγεί στο ντοκιμαντέρ η καθηγήτρια παιδαγωγικής Αλις Μπλουμ.

Τα παιδιά δεν αντιμετωπίζονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο. Μέχρι τον 17ο αιώνα και για όλον τον Μεσαίωνα, δεν αποτελούσαν ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία, αλλά θεωρούνταν μικροί ενήλικοι. Πέρα από τη μικρή φυσική τους ανάπτυξη, τίποτα δεν τους διαχώριζε από τους μεγάλους. Σταδιακά άρχισαν να λαμβάνουν κεντρική θέση στην οικογένεια, θεσμοθετήθηκε η παιδαγωγική φροντίδα τους, πλέχτηκαν δίχτυα προστασίας γύρω τους, ταυτίστηκε η παιδικότητα με την αθωότητα, που έλαβε μια διάσταση την οποία δεν είχε ποτέ πριν. Σήμερα, ξανά, οι προστατευτικοί φραγμοί έχουν υποχωρήσει, η παιδική ηλικία δεν είναι στην ουσία προστατευόμενη, αλλά ούτε και ένα ενιαίο ομοιογενές στάδιο· τα όρια μεταξύ των ηλικιών είναι ρευστά, τα παιδιά είναι εκτεθειμένα –λόγω της ανοιχτής καταναλωτικής κοινωνίας και της τεχνολογίας– σε όλες τις προκλήσεις της ενήλικης ζωής. Οι ηλικίες δεν έχουν δεδομένα χαρακτηριστικά, πλήθος οι μικρομέγαλοι, οι τόσο αντίθετοι από την ορθόδοξη εικόνα του παιδιού, και οι νεάζοντες, οι παλίμπαιδες.

Σήμερα το παιδί δεν υστερεί σε δικαιώματα απέναντι στον ενήλικο. Ωστόσο, συχνά κοινωνικοποιείται χειραγωγούμενο από ένα μονολιθικό, φανατισμένο, υστερόβουλο ή αλλοπρόσαλλο, αντιφατικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Από νοοτροπίες ανθρώπων που εχθρεύονται τη σκέψη και κάνουν δύσκολα τη διάκριση ανάμεσα στον βανδαλισμό και στη διαμαρτυρία, την κριτική και την προσβολή, τη γραφικότητα και την αμετροέπεια· που μετατρέπουν κλονιζόμενα παραδείγματα σε ήρωες· που αντλούν υλικά από τα αρχεία της διχόνοιας. Με σοβαρές ατομικές και κοινωνικοπολιτικές επιπτώσεις.

Σίγουρα η παιδική ηλικία δεν είναι μία. Είναι τεράστια η γκάμα παιδικών χαρακτήρων, από τον «ευαίσθητο» και «ευάλωτο» (λόγω μικρής εμπειρίας) μέχρι και τον «απειλητικό» (ανήλικοι εγκληματίες, εκδικητές, στρατιώτες). Ούτε με τον ίδιο τρόπο και την ίδια χρονική στιγμή συντελείται το πέρασμα από την ευδαιμονία της άγνοιας στην ενήλικη γνώση, από την αφέλεια στην ανθρώπινη πραγματικότητα που δεν είναι κοινή για όλους, από την αγνότητα –για ορισμένους– στην αλλοτρίωση και στα προσωπεία, από τον παράδεισο της αγαθότητας στην κόλαση της βαρβαρότητας. Οι έφηβοι δεν επεξεργάζονται όλοι με τον ίδιο βαθμό ωριμότητας προβλήματα και διλήμματα που ακουμπούν τις ρίζες της πολιτικής και της ύπαρξης, ωστόσο όλοι καταστρέφουν ολοένα και γρηγορότερα τα μυστήρια αφαιρώντας τις παρθενικές μονώσεις της ψυχής, εκτίθενται όλο και πιο νωρίς σε ετερόκλητες πληροφορίες, σε συμβάντα παράδοξα, δραματικά, συχνά αδυνατώντας να διαχειριστούν το άγχος, τις ενοχές, τα αισθήματα θυμού που τους γεννούν.

Πάντως, ένα χαρακτηριστικό τους παραμένει διαχρονικά απαράλλακτο: η ισχυρή τάση τους να ταυτίζονται με άλλους, με τα συναισθήματα, τις ιδέες, τους προβληματισμούς, τις αμφισβητήσεις, τις ανάγκες τους. Το ερώτημα είναι ποιος είναι κάθε φορά ο «άλλος», και προς τα πού αρμενίζει.