ΑΠΟΨΕΙΣ

Δικανική κρίση και πολιτικά ήθη

Αναγκαίος όρος ορθής λειτουργίας του δικαιοδοτικού συστήματος είναι η γνωστική αυτοτέλειά του: οι δικαστικοί λειτουργοί να αποφασίζουν προεχόντως επί τη βάσει του νόμου (το «τέλος» του θεσμού), όχι με εξω-δικαιικά κριτήρια. Βεβαίως, η δικανική σκέψη δεν συνιστά ένα κλειστό σύστημα κανόνων, αλλά διαπερνάται από αξιακές πεποιθήσεις, θεσμική νοοτροπία και επικαιρικές σταθμίσεις των δικαστικών λειτουργών – άνθρωποι αποφασίζουν, όχι εξωιστορικά όντα. Στο μέτρο που η δικανική κρίση εμπεριέχει ερμηνεία, δεν είναι ουδέτερη (καμία κρίση δεν είναι). Για να είναι, όμως, η Δικαιοσύνη άξια εμπιστοσύνης, πρέπει να καθίσταται εμφανές ότι οι λειτουργοί της δεν υπηρετούν κομματικές-πολιτικές σκοπιμότητες.

Εφόσον η Δικαιοσύνη δεν αιωρείται στο κενό, το ευρύτερο περιβάλλον λειτουργίας της είναι σημαντικό. Η εμπιστοσύνη μας διατηρείται όσο η Δικαιοσύνη δεν εμπλέκεται στο πολιτικό παιχνίδι. Αντιθέτως, σε ένα υπερ-πολιτικοποιημένο περιβάλλον, η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη κλονίζεται, ακόμη κι όταν οι δικαστές κάνουν έντιμα και lege artis τη δουλειά τους. Ο χειρισμός της υπόθεσης Novartis, λ.χ., είναι χαρακτηριστικός. Σε κλίμα ακραίας πολιτικής πόλωσης και ιστορικής παράδοσης εναγκαλισμού κυβέρνησης και δικαστικών λειτουργών, ο πολίτης δύσκολα διακρίνει ξεκάθαρα μεταξύ πολιτικής σκοπιμότητας (δίωξη αντιπάλων) και γνωσιακά αυτοτελούς δικανικής κρίσης.

Η υπόθεση της χορήγησης άδειας στον Δ. Κουφοντίνα αναδεικνύει ακόμη μία φορά τη δυσκολία να αποσυνδεθεί η δικανική κρίση από το πολιτικό παιχνίδι, σε ένα άμετρα συγκρουσιακό πολιτικό περιβάλλον. Αποτέλεσμα, όταν η δικανική κρίση δεν μας βρίσκει σύμφωνους σπεύδουμε να την κατανοήσουμε με όρους πολιτικού παιγνίου.

Στην αντίληψή μας, τότε, η Δικαιοσύνη χάνει τη γνωστική αυτοτέλειά της – οι αποφάσεις της εκλαμβάνονται ως οιονεί πολιτικές κινήσεις των δικαστικών λειτουργών.

Αντιδράσεις

Τον Φεβρουάριο 2019, το Δικαστικό Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Βόλου (εφεξής: Δ.Σ.) απέρριψε τη χορήγηση αδείας στον τρομοκράτη-δολοφόνο Δ. Κουφοντίνα. Η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Ξ. Δημητρίου τότε σιώπησε. Οταν, όμως, λίγους μήνες μετά, το ίδιο Δ.Σ. απέρριψε νέα αίτηση χορηγήσεως αδείας του ιδίου, η κ. Δημητρίου άσκησε αίτηση αναιρέσεως, παρά την αντίθεση γνώμη του αρμόδιου αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που χειριζόταν το θέμα. Γιατί; Δεν ξέρουμε. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι είχαν μεσολαβήσει αφενός επικριτικά σχόλια στελεχών του κυβερνώντος κόμματος για την απορριπτική απόφαση, αφετέρου δεκάδες πράξεις βίας υποστηρικτών του Κουφοντίνα (βανδαλισμοί, καταλήψεις, ρίψη μολότοφ κ.λπ.), οι οποίοι ζητούσαν να ικανοποιηθεί το αίτημά του. Δεν είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς κατά πόσον η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως από την εισαγγελέα του Αρείου Πάγου υπαγορεύθηκε από πολιτική σκοπιμότητα – κατευνασμό των αντιδρώντων;

Το ΣΤ΄ Τμήμα του Αρείου Πάγου αποφάνθηκε ότι και οι πολυϊσοβίτες δικαιούνται άδεια. Προχώρησε δε παραπέρα, εξετάζοντας κατ’ ουσίαν την απόρριψη του αιτήματος Κουφοντίνα, και έκρινε ότι το βούλευμα του Δ.Σ. δεν έχει «την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία». Συγκεκριμένα, έκρινε ότι: «Το συμβούλιο […] δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν [οι ουσιαστικές προϋποθέσεις], στηριζόμενο κυρίως στο ότι ο κρατούμενος δήλωσε ενώπιόν του αυτολεξεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: “Να πιάσουμε το κόκκινο νήμα της αντίστασης (…) αμφισβήτησα ένοπλα το κρατικό μονοπώλιο (της βίας), γι’ αυτό καταδικάστηκα…”. Το συμβούλιο εν προκειμένω δέχεται, αφενός μεν, ότι στην έννοια του σωφρονισμού δεν περιλαμβάνεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο ιδεολογική μεταστροφή του κατάδικου, στη συνέχεια όμως, αντιφατικά δέχεται ότι ο κρατούμενος δεν είναι πρόθυμος να αλλάξει στάση ζωής και να μεταμεληθεί, αλλά εμμένει στην άποψή του περί ένοπλης ανατροπής του κρατικού μονοπωλίου της βίας και άρα καθιστά εναργές ότι, ευκαιρίας δοθείσης, δεν αποκλείεται να τελέσει και νέες αξιόποινες πράξεις».

Ο Κουφοντίνας ουδέποτε αποκήρυξε τον «ένοπλο αγώνα». Αντιθέτως, γραπτά και προφορικά, έχει πολλάκις υπερασπισθεί την τρομοκρατική δράση ως μέσο κοινωνικής αλλαγής. «Αντίσταση» γι’ αυτόν σημαίνει, κυρίως, δολοφονίες ιδεολογικών-πολιτικών εχθρών. Οι απόψεις του δεν συνιστούν απλώς μια ιδεολογία περί εμπρόθετης κοινωνικής μεταβολής, αλλά μια έμπρακτη πεποίθηση – καταδικάστηκε για τη δολοφονία 11 ανθρώπων.

Αμετάβλητη ιδεολογία

Ο Κουφοντίνας είναι ένας ιδεολογικά υποκινούμενος κατά συρροή δολοφόνος. Η ειδοποιός διαφορά του από άλλους κοινούς δολοφόνους είναι η ιδεολογία του – αυτή τον ώθησε στις δολοφονίες. Οσο η ιδεολογία του δεν μεταβάλλεται, θεωρείται εύλογα πιθανό να διαπράξει, ή να προτρέψει άλλους να διαπράξουν, παρόμοια εγκλήματα.

Αλλωστε, οι υποστηρικτές του προβαίνουν συστηματικά σε ιδεολογικά υποκινούμενες πράξεις βίας. Γιατί να υποθέσουμε ότι δεν θα τους συνδράμει ποικιλοτρόπως όταν βρίσκεται σε άδεια; Η ιδεολογική μεταστροφή φυλακισμένων όπως ο Κουφοντίνας ίσως θα έπρεπε να συνιστά το πλέον σημαντικό κριτήριο κατά πόσον συντρέχει κίνδυνος τέλεσης νέων εγκλημάτων ή αν θα κάνουν κακή χρήση της άδειάς τους.

Το Δ.Σ. αναγνώρισε τη δυνάμει επικινδυνότητα του Κουφοντίνα. Ο Αρειος Πάγος, όχι. Η διαφορά στις ερμηνείες είναι κατανοητή. Αλλωστε, κάθε ένδικη περίπτωση είναι ανοιχτή σε ερμηνεία. Το πρόβλημα είναι αλλού.

Πρώτον, ο Κουφοντίνας δεν αναγνωρίζει καμία άλλη ερμηνεία παρά μόνον αυτή που τον συμφέρει και αρνείται να συμμορφωθεί με την αντίθετη προς τη δική του κρίση. Αρνείται, έτσι, να υπαγάγει τη συμπεριφορά του στη θεσμισμένη έννομη τάξη, την οποία, ωστόσο, επικαλείται αιτούμενος άδεια. Εκβιάζει!

Δεύτερον, δεν είμαστε βέβαιοι ότι, μετά από δεκάδες πράξεις βίας, η κρίση των αρεοπαγιτών ήταν πράγματι γνωστικά αυτοτελής – ότι, δηλαδή, δεν ενέδωσαν στον εκβιασμό βίαιων μειοψηφιών. Φαντάζεστε τι θα γινόταν αν η απόφαση ήταν αντίθετη; Θα καιγόταν, πιθανότατα, η Αθήνα (και όχι μόνον). Δεν είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι οι αρεοπαγίτες το έλαβαν αυτό υπόρρητα υπόψη; Οτι η αμφισβήτηση δικαστικών αποφάσεων από το κυβερνών κόμμα και η συστηματική καταρράκωση της δημόσιας τάξης από βίαιες οργανώσεις συνυπολογίστηκαν; Ποιος θα τους υπερασπιζόταν αν είχαμε εκρήξεις βίας;

Μάλλον κανείς – και αυτό είναι μέρος του δράματος της ελληνικής Δικαιοσύνης. Οι δικαστές ωθούνται να εσωτερικεύουν και, συγχρόνως, να τροφοδοτούν με τις αποφάσεις τους την πολιτική μας κακοδαιμονία. Ενας ακόμη φαύλος κύκλος…

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.